Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΧΙΛΛΕΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΧΙΛΛΕΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Η ΑΣΠΙΔΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ

ΙΛΙΑΔΑ ΡΑΨ.Σ

Η ΘΕΤΙΣ ΠΑΡΑΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ RUBENS Peter Paul  17ος αιων.musée des beaux-arts

"Μα εσύ φυλάξου από τον πόλεμο, μη χτυπηθείς ακόμα,
ωσόπου να με ιδούν τα μάτια σου κοντά σου εδώ να φτάνω ·
τι αύριο θα γύρω, τα χαράματα, σύντας προβαίνει ο γήλιος,
απ᾿ τον τρανό τον Ήφαιστο αρμάτα πανώρια φέρνοντας σου.»

......................................................................
Στον κόρφο τώρα εσείς το διάπλατο του πελάγου βουτήχτε,
δείτε το Γέροντα της θάλασσας στο γονικό παλάτι,
και πέστε ό,τι έγινε᾿ στον Όλυμπο το μέγα εγώ θ᾿ ανέβω,
στον Ήφαιστο, τον κοσμοξάκουστο τεχνίτη, μπας και θέλει
στραφταλιστά, περίλαμπρα άρματα να δώσει για το γιο μου.»
..........................................................................

"Γι᾿ αυτό και φτάνω εδώ, στα γόνατα να σου προσπέσω. αν θέλεις
κράνος στο γιο μου το λιγόχρονο να δώσεις και σκουτάρι
κι ώριες κνημίδες, στους αστράγαλους σφιγμένες με θηλύκια,

και θώρακα᾿ ό δικός του εχάθηκεν απ᾿ τον πιστό του ακράνη,
που οι Τρώες σκότωσαν, κι έτσι κοίτεται στη γη φαρμακωμένος.»
Κι ο ξακουσμένος Κουτσοπόδαρος απηλογιά της δίνει:
« Κάνε κουράγιο και μη γνοιάζεσαι για τούτα στην καρδιά σου.
Να 'ταν να μπορούν απ᾿ το θάνατο μακριά τον οργισμένο

και θώρακα᾿ ό δικός του εχάθηκεν απ᾿ τον πιστό του ακράνη,
που οι Τρώες σκότωσαν, κι έτσι κοίτεται στη γη φαρμακωμένος.»
Κι ο ξακουσμένος Κουτσοπόδαρος απηλογιά της δίνει:
« Κάνε κουράγιο και μη γνοιάζεσαι για τούτα στην καρδιά σου.
Να 'ταν να μπορούν απ᾿ το θάνατο μακριά τον οργισμένο

Κι αυτά ήταν είκοσι, και κίνησαν μαζί, και στα καμίνια.
φυσούσαν, δυνατά ξεχύνοντας λογής λογής αγέρα,
πότε τον Ήφαιστο, σα βιάζουνταν, γοργά να παραστέκουν,
και πότε πάλε όπως τον βόλευε, να βγει η δουλειά ως την άκρα.
Ρίχνει μετά καλάι κι ατίμητο μες στη φωτιά χρυσάφι
κι ασήμι και χαλκό ακατάλυτο, και γρήγορα απιθώνει
το αμόνι το τρανό στο κούτσουρο, και πήρε στο 'να χέρι
τη δυνατή βαριά, και στο άλλο του χερώνει το διλάβι.
Και πρώτα δυνατό, θεόρατο βάζει μπροστά σκουτάρι
δουλεύοντας το ολούθε· στέριωσε τριπλό λαμπρό στεφάνι

λιόφωτο γύρα, και το κρέμασεν από λουρί ασημένιο.
Με πέντε φύλλα τότε το 'στρωσε, μετά στη ράχη απάνω
λογής λογής πλουμίδια εχάραξε με τη σοφή του τέχνη.
Βάζει τη γης, βάζει τη θάλασσα, βάζει τα ουράνια απάνω,
βάζει τον ήλιο τον ακούραστο, τ᾿ ολόγιομο φεγγάρι,
κι όλα τ᾿ αστέρια, ως στεφανώνουνε τον ουρανό τρογύρα'
το Αλετροπόδι, τα Βροχάστερα, την ώρια Πούλια βάζει
και το Χορό τον Εφταπάρθενο, που τόνε λεν κι Αμάξι,
κι αυτού γυρνάει παραμονεύοντας το Αλετροπόδι πάντα,
και μόνο αυτός λουτρό δε χαίρεται στον Ωκεανό ποτέ του.

Κι ακόμα παίρνει βάζει απάνω του δυο πολιτείες ανθρώπων,
πανέμορφες· στη μια ξεφάντωσες ιστόρησε και γάμους·
τις νύφες παίρναν απ᾿ τα σπίτια τους με φώτα, με λαμπάδες,
και τις περνούσαν με νυφιάτικα τραγούδια από τιίς ρούγες.
Και στρουφογύριζαν χορεύοντας οι νιοί, κι ανάμεσα τους
φιαμπόλια και κιθάρες άκουγες να παίζουν κι οι γυναίκες
στην πόρτα η καθεμιά τους έστεκε και θάμαζε το ψίκι.
Κι οι άντρες στη σύναξη εμαζώνουνταν, πλήθος μεγάλο, κι είχε
καβγάς ανάψει᾿ δυο τους μάλωναν για κάποιου σκοτωμένου
την ξαγορά᾿ κι ο πρώτος φώναζε κι όρκίζουνταν στους άλλους

πως έχει ξεπλερώσει, ο δεύτερος πως τίποτα δεν πήρε.
Και σε κριτή κι οι δυο τους γύρευαν να παν να βγάλει κρίση.
Κι ο κόσμος εμοιράστη κι έπαιρνε και των δυονώ το μέρος·
κι οι κράχτες να κρατήσουν πάλευαν τον κόσμο, κι οι γερόντοι
στα μαγλινά πεζούλια εκάθιζαν, στο άγιο το αλώνι μέσα'
κι από τους κράχτες τους βροντόλαλους ραβδιά στα χέρια έπαιρναν,
κι αυτά κρατώντας εσηκώνουνταν να κρίνουν ένας ένας.
Κι ήταν στη μέση εκεί δυο τάλαντα χρυσάφι απιθωμένο,
όποιος απ᾿ όλους φρονιμότερα μιλούσε να το πάρει.
Στην άλλη πόλη ωστόσο ολόγυρα κάθονταν δυο φουσάτα,

κι άστραφταν τ᾿ άρματά τους· δίγνωμη βουλή κρατούσε ετούτους:
να την κουρσέψουνε πατώντας τη, για και το βιος ακέριο
που 'χε το κάστρο τ᾿ ώριο μέσα του στα δυο να το μοιράσουν;
Μα εκείνοι αρνιούνταν, κι αρματώνουνταν κλεφτάτα για καρτέρι·
στα τείχη έστεκαν οι γυναίκες τους και τα μικρά παιδιά τους
κι οι άντρες που γερατιά τους πλάκωναν, ψηλά να το φυλάνε.
Κι οι επίλοιποι εκινούσαν κι άνοιγαν μπρος η Αθηνά Παλλάδα
κι ο Άρης το δρόμο τους, ολόχρυσοι και στα χρυσά ντυμένοι,
ψηλοί, πανώριοι μέσα στ᾿ άρματα, καί σα θεοί απ᾿ τους άλλους
μεμιάς ξεχώριζαν, τι ανάριμμα τόσο οι θνητοί δεν εϊχαν.

Κι ως έφτασαν εκεί που διάλεξαν να στήσουν το καρτέρι,
στον ποταμό, κει που όλα πήγαιναν τα ζωντανά να πιούνε,
πήραν κάθισαν, με τα λιόλαμπρα χαλκάρματα ζωσμένοι.
Χώρια απ᾿ τ᾿ ασκέρι δυο βιγλάτορες κάθονταν καρτερώντας
πότε τ᾿ αρνιά και τα στριφτόκερα θα ιδούν να φτάνουν βόδια.
Σε λίγο επρόβαλαν, και πίσω τους ακλούθουν δυο βοσκάροι,
κι όπως ο νους τους δεν κακόβαζε, λαλούσαν τη φλογέρα.
Κι εκείνοι, ως τα 'δαν μπρος τους, χίμιξαν. και γρήγορα ξεκόβουν
όλα τα βόδια και τ᾿ ασπρόμαλλα τ᾿ αρνιά, καθώς τραβούσαν
μαζί κοπαδιαστά, και, δίπλα τους και τους βοσκούς σκοτώνουν.

Κι οι άλλοι, γρικώντας το συντάραχο στα βόδια τους τρογύρα,
εκεί που εκάθουνταν στη σύναξη, μεμιάς πηδούν στ᾿ αμάξια,
τ᾿ άτια δρομώνουν τ᾿ ανεμόποδα και μονομιάς τους φτάνουν.
Κι ως πήραν θέση, άνοιξαν πόλεμο στου ποταμού τους όχτους,
ο ένας στον άλλο απάνω ρίχνοντας με χάλκινα κοντάρια.
Εκεί κι η Αμάχη, εκεί ο Συντάραχος, εκεί του Χάρου η Λάμια,
κι έπιανε πότε έναν αλάβωτο, πότε έναν λαβωμένο,
-που ζούσε ακόμα, πότε ξέσερνε κάποιο νεκρό απ᾿ το πόδι,
κι απ᾿ το αίμα των άντρων στους ώμους της άλικο ρούχο εφόρειε.
Κι όπως σάλευαν και χτυπιόντουσαν και τα κουφάρια έσερναν

ο ένας του άλλου των σκοτωμένων τους, σα ζωντανοί εφαντάζαν.
Κι έβαζε ακόμα απάνω νιόσκαφτο, παχύ, πλατύ χωράφι,
με αφράτο χώμα, τριπλογύριστο᾿ πολλοί ζευγάδες μέσα
φέρναν τρογύρα τα ζευγάρια τους κι όργωναν δώθε κείθε'
και κάθε που γύριζαν κι έφταναν στου χωραφιού την άκρα,
τους ζύγωνε ένας και τους έδινε κρασί γλυκό μια κούπα,
στο χέρι καθενός· και γύριζαν στους όργους πίσω εκείνοι,
και στου βαθιού να φτάσουν βιάζουνταν του χωραφιού την άκρα.
Κι η γης μαυρολογούσε πίσω τους και φάνταζε οργωμένη,
χρυσή κι ας ήταν τέτοια η τέχνη του μεγάλο θάμα αλήθεια!

Κι έβαζε ακόμα χτήμα απάνω του βασιλικό, κι αργάτες
θέριζαν, κοφτερά στα χέρια τους φουχτώνοντας δρεπάνι»·
άλλα χερόβολα σωριάζουνταν στο χώμα αράδα αράδα,
κι άλλα τα δέναν με ασταχόσκοινα γερά οι δεματιαστάδες'
κι ήτανε τρεις που τα δεμάτιαζαν, και πίσω τους αγόρια
τρέχαν, μάζευαν τα χερόβολα, στην αγκαλιά τα παίρναν,
και τα 'διναν πιο πίσω᾿ αμίλητος ο βασιλιάς στεκόταν
με το ραβδί του απάνω στ᾿ όργωμα, βαθιά του αναγαλλιώντας.
Κάπου πιο πέρα οι κράχτες σύνταζαν κάτω από δρυ το γιόμα·
βόδι τρανό είχαν σφάξει κι έψηναν με προθυμία, κι οι δούλες

σωρό το αλεύρι το άσπρο εζύμωναν, να φαν οι θεριστάδες.
Κι έβαζε μέγα αμπέλι απάνω του σταφύλια φορτωμένο,
χρυσό, πανέμορφο, κι εκρέμουνταν τσαμπιά από κάτω μαύρα,
κι ως πέρα εστύλωναν τα κλήματα διχάλες ασημένιες.
Κι άνοιξε σμάλτινο ζερβόδεξα χαντάκι, και τρογύρα
από καλάι το φράχτη εσήκωσε᾿ κι ένα ως τ'αμπέλι μόνο
τραβούσε μονοπάτι, που 'παιρναν οι αργάτες που τρυγούσαν.
Και κουβαλούσαν το μελόγλυκο καρπό στους ώμους πάνω·
κοπέλες κι άγουροι χαρούμενοι μες σε πλεχτά κοφίνια'
κι αναμεσό τους την ψιλόφωνη κιθάρα κάποιο αγόρι

γλυκά βαρώντας όμορφα έψελνε του Λίνου το τραγούδι
με γάργαρη φωνή· κι οι επίλοιποι στη γη τα πόδια εκρούγαν
ξοπίσω του, πηδούσαν, φώναζαν και τραγουδούσαν όλοι.
Κοπάδι ακόμα από ορθοκέρατα γελάδια βάζει απάνω,
κι ήταν τα βόδια κι από μάλαμα κι από καλάι φτιαγμένα'
κι απ᾿ το μαντρί τους μουκανίζοντας για τη βοσκή βιάζονταν
στο βροντερό αποδίπλα ποταμό, στα λυγερά καλάμια.
Βοσκοί μαλαματένιοι τέσσεροι τραβούσαν με τα βόδια,
κι αντάμα εννιά σκυλιά γοργόποδα ξοπίσω τους ακλούθουν.
Ωστόσο δυο λιοντάρια ανήμερα στου κοπαδιού τον κάβο

ταύρο είχαν πιάσει μουκανιάρικο, κι ως τον έσερναν, πέρα
τα μουγκρητά του αχούσαν πίσω του βοσκοί και σκύλοι έτρεχαν
μα αυτά πρόλαβαν, και ξεσκίζοντας του ταύρου το τομάρι
το αίμα το μαύρο και τα σπλάχνα του ρουφούσαν, κι οι τσοπάνοι
του κάκου άγγρίζαν τα γοργόποδα σκυλιά να τους ριχτούνε᾿
τι αυτά μπροστά στους λιόντες δείλιαζαν, κι αντίς να τους δαγκάσουν
χιμώντας, στέκαν δίπλα, εγαύγιζαν, και πίσω πάλε έφευγαν.
Κι έβαζε απάνω ο Κουτσοπόδαρος μεγάλο βοσκοτόπι,
κάτασπρα πρόβατα να βοσκούνε σε λαγκαδιά πανώρια,
κι ακόμα στάνες και ξερόμαντρες και σκεπαστές καλύβες.

Ξόμπλιαζε ακόμα ο κουτσοπόδαρος θεός και χοροστάσι,
όμοιο μ᾿ εκείνο που 'χε ο Δαίδαλος της ομορφομαλλούσας
της Αριάδνης στην απλόχωρη Κνωσό παλιά φτιαγμένο.
Άγουροι εκεί κι ακριβαγόραστες παρθένες είχαν στήσει
χορό, κι ο ένας του άλλου εκρατούσανε πα στον αρμό τα χέρια.
Λινό αγανό εφορούσαν όλες τους, καλόφαντους εκείνοι
χιτώνες, απαλά που εγυάλιζαν με λάδι ποτισμένοι.
Φορούσαν όλες ανθοστέφανα στην κεφαλή, κι εκείνοι
χρυσά μαχαίρια που ανακρέμουνταν από λουριά ασημένια.
Κι όοι τους πότε αντάμα εχόρευαν με πόδια μαθημένα,

τόσο αλαφριά, σαν όντας κάθεται και τον τροχό του βάζει
ο κανατάς μπροστά, κοιτάζοντας αν εύκολα γυρίζει,
και πότε πάλε αράδες έτρεχαν η μια στην άλλη αντίκρα.
Γύρω εστεκόταν και καμάρωνε τον όμορφο χορό τους
κόσμος πολύς· και πλάι τους κάθουνταν βαρώντας την κιθάρα
ο θείος τραγουδιστής· κι ως άνοιγε το στόμα του να ψάλει,
εκεί στη μέση τούμπες άρχιζαν να κάνουν δυο ακροβάτες.
Κι ακόμα βάζει το περίτρανο του Ωκεανού ποτάμι
στου σκουταριού του στέριου ολόγυρα το πιο ακρινό στεφάνι.
Και το σκουτάρι αφού μαστόρεψε το δυνατό, το μέγα,

του μαστορεύει και το θώρακα, πιο λαμπερό από φλόγα'
του μαστορεύει στα μελίγγια του που να ταιριάζει κράνος,
πανώριο, πλουμιστό, με απάνω του μαλαματένια φούντα'
κι από καλάι φτενό μαστόρεψε στερνά γι᾿ αυτόν κνημίδες.
Κι ο ξακουσμένος κουτσοπόδαρος σαν τέλεψε τεχνίτης,
τ᾿ άρματα επήρε καί τ᾿ απίθωσε μπρος στου Αχιλλέα τη μάνα.
Κι ως γερακίνα αυτή απ᾿ τον Όλυμπο πηδάει το χιονισμένο,
τ᾿ αστραφτερά απ᾿ τον Ήφαιστο άρματα στα χέρια της κρατώντας.

 

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ


 
ΤΑ ΘΕΙΚΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ ΣΤΗΝ ΟΧΘΗ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΠΕΛΑΓΟΥΣ Giorgio de Chirico 1963
Ο Αχιλλέας μιλά με περηφάνια για τα  άλογα του, τον ΞΑΝΘΟ και ΤΟΝ ΒΑΛΙΟ (παρδαλό, μπάλιο), και τα χαρακτηρίζει γρήγορα και αθάνατα, δώρα των θεών.
"Πόσο γρήγορα είναι τα δικά μου άλογα, το ξέρετε,
γιατί είναι αθάνατα, δώρο του Ποσειδώνα στον Πηλέα,
τον πατέρα μου, κι εκείνος πάλι τα χάρισε σε μένα." ΡΑΨ. ψ 276-284


Tα αθάνατα άλογά του του ΑΙΑΚΙΔΗ , ήταν τέκνα του Ζέφυρου και της Ποδάργης και αγωνίζονται και συμπάσχουν μαζί με τον άνθρωπο που αγαπούν. Πετούν σαν πουλιά και ξεπερνούν κάθε εμπόδιο και κάθε κίνδυνο
.Νιώθουν βαθιά θλίψη και θρηνούν, όπως οι άνθρωποι, όταν ένιωσαν πως ο αγαπημένος τους αμαξηλάτης, Πάτροκλος, έπεσε νεκρός από το κοντάρι του Έκτορα.
"Στο μεταξύ του Αιακίδη (Αχιλλέα) τ' άλογα μακριά από τη μάχη
θρηνούσαν, απ' τη στιγμή που ένιωσαν πως ο αμαξηλάτης τους
έπεσε μες στη σκόνη απ' τον ανθρωποκτόνο Έκτορα."(ΡΑΨ.Ρ 426-439).
 
Τα άλογα, που είχαν προαισθανθεί το θάνατο του Πάτροκλου, μένουν ασάλευτα, κλαίνε και θρηνούν  τον γενναίο τους ηνίοχο.
"Στο μεταξύ του Αχιλλέα τ' άλογα μακριά από τη μάχη
θρηνούσαν, απ' τη στιγμή που ένιωσαν πως ο αμαξηλάτης τους
έπεσε μες στη σκόνη απ' τον ανθρωποκτόνο Έκτορα" .
Θρηνούσαν και δεν ήθελαν να να γυρίσουν στον πόλεμο.
" Μόνο, όπως μένει ασάλευτη μια στήλη, που στήθηκε
σε τύμβο ανδρός νεκρού ή γυναικός,
έτσι έμεναν ασάλευτα ζεμένα στο πανέμορφο αμάξι,
με τα κεφάλια τους κάτω στη γη σκυμμένα, ζεστά
τρέχαν
τα δάκρυα απ' τα βλέφαρα στο χώμα, καθώς θρηνούσαν
αποζητώντας τον ηνίοχο.....
Τα είδε να υποφέρουν ο Δίας και λυπήθηκε.
Κούνησε το κεφάλι του και είπε μονολογώντας:
" Δύστυχα, γιατί σας έδωσα στο βασιλιά Πηλέα, σ' ένα
θνητό, εσάς τ' αγέραστα κι αθάνατα;
Να βασανίζεστε κι εσείς με τους δύστυχους θνητούς;
Από τον άνθρωπο δεν είναι άλλο πλάσμα πιο δύσμοιρο
απ' όσα στη γη επάνω κινούνται και αναπνέουν.
Ωστόσο, δε θ' αφήσω να ανεβεί στο στολισμένο άρμα σας
ο γιος του Πρίαμου, ο Έκτορας¨(ΡΑΨ. Ρ 426-449).


Ο Αυτομέδων, ο ανδρειωμένος γιος του Διώρη, άλλοτε τα χτύπαγε με το ελαφρύ μαστίγιο, άλλοτε τους μιλούσε με λόγια γλυκά και άλλοτε τα φοβέριζε·εκείνα όμως δεν ήθελαν ούτε να πάνε πίσω στα καράβια πλάι στον πλατύ Ελλήσποντο ούτε να μπουν στον πόλεμο μαζί με τους Αχαιούς.
Ο ΑΥΤΟΜΕΔΩΝ ΜΕ ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ Henri Regnault 1868 Museum  of Fine Arts, Bost

Ο Ομηρος, αναφερόμενος στα θαυμάσια αυτά άλογα, συμπληρώνει πως ήταν ατίθασα και ότι μόνον ο Αχιλλέας μπορούσε να τα δαμάσει.
Το ομολογεί ο Οδυσσέας, όταν συλλαμβάνει το Δόλωνα να κατασκοπεύει το στρατόπεδο των Αχαιών και, μετά από ισχυρή πίεση, αναγκάζεται να αποκαλύψει πως για την αποστολή του αυτή ο Έκτορας του υποσχέθηκε να του δώσει τα ωραία άλογα του Αχιλλέα, αν κέρδιζε τον πόλεμο.
Γι' αυτό, απαντώντας με ειρωνεία ο Οδυσσέας, του λέει:
"Αλήθεια, η καρδιά μεγάλα δώρα πόθησε,
του αντρειωμένου Αιακίδη τ' άλογα, που δύσκολα οι θνητοί
μπορούν να τα δαμάσουν και να τα κυβερνήσουν
άλλος κανείς εξόν ο Αχιλλέας, που αθάνατη τον γέννησε μητέρα,"( ΡΑΨ.Κ 400-403).


 Τα ίδια άλογα έπραξαν το καθήκον τους, όταν διαπίστωσαν πως κινδύνευε ο νέος τους ηνίοχος, ο Αυτομέδων, οπότε με μια τολμηρή κίνηση διέσπασαν την εχθρική παράταξη και βγήκαν έξω από αυτή.
" ...εκείνον όμως μακριά
τον πήγαιναν τ' άθάνατα γρήγορα άλογα
δώρα λαμπρά που οι θεοί είχαν δώσει στον Πηλέα"(ΡΑΨ.Π 865-867).

Ο Αχιλλέας απευθύνεται κι αυτός στα άλογά του και τα παρακινεί να φέρουν πίσω ζωντανό τον ηνίοχό τους, τον Αυτομέδοντα.
"
Ξάνθε και Βαλίε, τέκνα της Ποδαργης ξακουστά,
προσέξετε να φέρετε σώο τον ηνίοχο πίσω
στους Δαναούς, αφού χορτάσουμε τον πόλεμο.
Μην αφήσετε, όπως τον Πάτροκλο, εκεί πέρα σκοτωμένο' ( ΡΑΨ.Τ 400-403).
Η Ήρα δίνει λαλιά στον Ξάνθο κι εκείνος απαντά στο παράπονο του Αχιλλέα.
"
Σίγουρα θα σε σώσουμε και τούτη τη φορά, κραταιέ Αχιλλέα, ..................
Δεν ήταν από βραδύτητα ή τεμπελιά δική μας
που οι Τρώες πήρανε τα όπλα σου απ' τους ώμους του Πάτροκλου,
απ' τους θεούς ο άριστος, που γέννησε η καλλίκομη Λητώ,
τον σκότωσε μες στους προμάχους κι έδωσε στον Έκτορα τη νίκη
Οι δυό εμείς σαν την πνοή του Ζέφυρου να τρέξουμε μπορούμε που ελαφρότατη λένε πως είναι. αλλά και σε σένα τον ίδιο της μοίρας είναι απο θεό και άνδρα δυνατό να δαμασθής" ( Τ 408-420).
Τα άλογα διαμαρτύρονται και υποστηρίζουν πως ένας θεός σκότωσε τον Πάτροκλο και όχι η δική τους βραδύτητα ή τεμπελιά και προμηνύουν τον δικό του θάνατο.
ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ Anthony van Dyck 1635 
Τα άλογα του Αχιλλέως

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ' άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ' την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ' έτσι άσκεπτα να κάμω·
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ' εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». -Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή.




Κ. ΚΑΒΑΦΗΣ





Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ

"Αλλά ο ξανθός Αχιλλέας, μένοντας στο σπίτι της Φιλύρας ως παιδί, έκανε έργα μεγάλα, συχνά κραδαίνοντας στα χέρια του ένα ακόντιο με μια κοντή λεπίδα (βραχυσίδαρον άκοντα), γοργός σαν τον άνεμο, έφερε το θάνατο στα άγρια λιοντάρια στη μάχη, σκότωσε κάπρους άγριους κι τα ασθμαίνοντα κουφάρια τους στον Κένταυρο, τον γιο του Κρόνου, στην αρχή σαν ήταν έξι χρόνων, και κατόπιν όλο το χρόνο που 'μεινε εκεί, ένα παιδί που το παιχνίδι ήταν άθλοι δυνατοί. Τον θαύμαζε η Άρτεμις και η θαραλλέα Αθηνά, γιατί τα ελάφια τα σκότωνε δίχως σκυλιά και δόλιες παγίδες. Γιατί εκείνος υπερείχε στα πόδια. Όλα αυτά που αφηγούμαι έπος των προγόνων είναι».ΠΙΝΔΑΡΟΣ

.

 Ο ΧΕΙΡΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΕΙ ΤΟΝ ΑΧΙΛΛΕΑ! .J.S Sargent Boston Museum of Fine Arts 1922
 Αχιλλέας μεγάλωσε κοντά στο κένταυρο Χείρωνα που ζούσε στο Πήλιο. Η γυναίκα του κενταύρου και η μητέρα του, Χαρικλώ, Φίλυρα, τον φρόντιζαν, ενώ ο ίδιος ο κένταυρος τον μύησε στις τέχνες και τα γράμματα, την θεραπεία και στις πολεμικές τέχ...νες . Μεγάλωσε ο Αχιλλέας και έγινε πάρα πολύ όμορφος. Οι περιγραφές ομιλούν για θεϊκή ομορφιά με μπάσα επιβλητική καθαρή φωνή, μάτια που έλαμπαν και μαλλιά κατάξανθα. Η ανδρεία του έγινε γνωστή σε όλο τον τότε κόσμο μάλιστα λέγεται ότι ερωτήθηκε ο Μενέλαος αν θα μπορούσε να νικήσει στον πόλεμο , απάντησε:
"Είναι αδύνατος η άλωσις της Τροίας άνευ του Αχιλλέως "


Η ΘΕΤΙΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΤΑΙ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΓΥΙΟΥ ΤΗΣ ΣΤΟΝ ΚΕΝΤΑΥΡΟ ΧΕΙΡΩΝΑ! Pompéo BATONI Musée de l'Ermitage, St Petersbourg

 

Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΜΑΘΑΙΝΕΙ ΤΟΞΟΒΟΛΙΑ !
Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ Jean-Baptiste Regnault 1782 ΜΟΥΣΕΙΟ ΛΟΥΒΡΟΥ

Ο Αχιλλέας μεγάλωσε στο Πήλιο και  κοντά στον δάσκαλό του, τον Κένταυρο Χείρωνα, έμαθε  την τέχνη του κυνηγιού, το δάμασμα των αλόγων, ακόντιο, τοξοβολία και την ιατρική, καθώς και μουσική. Εμαθε να τραγουδά και να παίζει λύρα.

 Ο Χείρωνας τον δίδαξε επίσης την απέχθεια για το ψέμα, την εγκράτεια, την αντίσταση στα κακά πάθη και την αντοχή στον πόνο. Ο ίδιος ο Αχιλλέας συμμετείχε στη θεραπευτική παράδοση με το χειρώνιον, το θεραπευτικό βοτάνι για τις πληγές του Πάτροκ


Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ ,ΣΠΑΘΙΑ Jean Baptiste CHAMPAIGNE, 1666, ΜΟΥΣΕΙΟ ΛΟΥΒΡΟΥ.

Ο Χείρων μόνος του γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ της  ενστικτώδους φύσης (μισό άλογο)και της Λογικής (μισός άνθρωπος),λειτουργώντας ως αγωγός  στην μάχη επικράτησης της συνείδησης πάνω στο  χάος.

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ ,ΙΠΠΑΣΙΑ Jean Baptiste CHAMPAIGNE, 1666, ΜΟΥΣΕΙΟ ΛΟΥΒΡΟΥ.


Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΜΑΘΑΙΝΕΙ ΑΚΟΝΤΙΟ! Giovanni Battista Cipriani 1776


Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΕΙΡΩΝΑ!
LEPICIE Nicolas Bernard 18Ος ΑΙΩΝ. ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΕΧΝΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, TROYES (ΤΡΟΥΑ) ΔΗΜΟΣ 100ΧΙΛ. ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
.


Ο ΧΕΙΡΩΝ ΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΤΟ ΝΕΟ ΓΕΝΟΣ , ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ, ΤΟ ΟΠΟΊΟ ΜΑΘΗΤΕΥΕΙ ΜΕΣΩ ΑΥΤΟΥ, ΣΤΗΝ ΑΟΡΑΤΟ ΚΑΙ ΑΦΑΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΝ ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ!