Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Η ΤΟΞΟΒΟΛΙΑ ΣΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ

 ΤΟ ΤΟΞΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ!!!
Paul Germain για την παρασταση του έργου "Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ" γραμμένο απο τον Gary Graves,βασισμένο στην 'ΟΔΥΣΣΕΙΑ" ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ

 
"Τότες στὸ νοῦ της ἔβαλε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα
τῆς Πηνελόπης, τῆς καλῆς τοῦ Ἰκάριου θυγατέρας,
τόξο καὶ σίδερα σταχτιὰ νὰ βάλη στοὺς μνηστῆρες
ἀγώνα καὶ σφαγῆς ἀρχὴ μὲς στοῦ Ὀδυσσέα τοὺς πύργους
Τὴ σκάλα τοῦ θαλάμου της τὴν ἁψηλὴ κατέβη,
πῆρε ὥ...ριο γυριστὸ κλειδὶ στὸ μαλακό της χέρι,
χαλκένιο καὶ μὲ φιλντισὶ χερούλι ταιριασμένο.
Ὡς στὸ στερνὸ τὸ θάλαμο πηγαίνει μὲ τὶς βάγιες,
ποὺ κοίτουνταν οἱ θησαυροὶ τοῦ βασιλέα κρυμμένοι,
χαλκός, χρυσάφι, σίδερο περίτεχνα ἐργασμένο.
Εἶχε καὶ πισοτέντωτο δοξάρι καὶ φαρέτρα,
ποὺ μέσα της ἦταν πολλὲς στεναχτερὲς σαγίτες.
Ἀπὸ τή Λακεδαίμονα τά 'χε ὁ Δυσσέας φερμένα,
 
τ
οῦ ὁμοιόθεου τοῦ Ἴφιτοου τοῦ  Εὐρύτου δῶρα."ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΡΑΨ.φ 
Ο Όμηρος αναφέρεται στην  Τοξοβολία  και στους τοξότες  και τους κατανομάζει.
 Από τους Τρώες, ως Τοξότης αναφέρεται ο Έλενος, ένας από τους πενήντα γιούς του Πριάμου καθώς και ο αρχηγός των Ιδαίων
ο Πάνδαρος.

Από τους Έλληνες αναφέρονται οι ΚΡΗΤΕΣ υπό τον ΜΗΡΙΟΝΗ, οι ΛΟΚΡΟΙ υπό τον
ΤΕΥΚΡΟ του Οιλέως και οι Νοτιοθεσσαλοί υπό τον ΦΙΛΟΚΤΗΤΗ.
O Τεύκρος, γιος του βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα και της Ησιόνης, ετεροθαλής αδερφός του Αίαντα, πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο και θεωρείτο ως ο καλύτερος τοξότης των Ελλήνων. Πληγώθηκε από τον Έκτορα, αλλά σώθηκε από τον Αίαντα.
Δύο αναφορές Τοξοβολίας γίνονται στα Ομηρικά έπη, η μία στην Ιλιάδα ( Ψ
859-883 ) όταν ο Αχιλλέας οργάνωσε αγώνες στην μνήμη του φίλου του Πατρόκλου ( με νικητή τον Μηριόνη επί του Τεύκρου ) και η άλλη στην Οδύσσεια ( φ 72-423 ) όταν ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ αντιμετώπισε τους μνηστήρες της ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ επιστρέφοντας στο σπίτι του.

ΤΟΞΟΝ -ΒΙΟΣ
Το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟΞΟ "ΒΙΟΣ" , κατά τον Όμηρο ) αποτελείτο από δύο ακραία καμπύλα μέρη "κέρατα" και ένα κεντρικός “πήχυς” , που τα συνδέει,που αποτελούσε και την λαβή . Η χορδή του κατασκευαζόταν από νεύρο ή ιμάντα βοδινό “νευ...ρά βοεία” η οποία στο μεν ένα άκρο της ήταν σταθερά στερεωμένη ενώ στο άλλο, όποτε επρόκειτο να τοξευθεί βέλος, στερεώνονταν σε ένα είδος αγκίστρου “κορώνη” ή “χρυσέη” όπως ο Όμηρος την αναφέρει. ΑΥΤΟ ΑΚΡΙΒΩΣ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ.
Ο ΟΜΗΡΟΣ στην ΙΛΙΑΔΑ χρησιμοποιεί για το τόξο τα επίθετα “καμπύλον” ( ραψ. Γ 17 ), “κυκλοτερές” ( ραψ.Δ 124 ),
“αγγύλον” ( ραψ.Ε 209 ), “παλίντονον” ( ραψ.Θ 266 ), ενώ την προετοιμασία για βολή την εκφράζει ως “τόξου πήχυν ανέλκειν” ( ραψ. Λ 375 ) και “τανυομένης της νευράς συνεκάμπτετο το τόξον εις σχήμα ημικυκλίου” ( ραψ. Δ 123-124 ).
Για το τέντωμα της χορδής χρησιμοποιεί τις φράσεις “τόξα
τιταίνειν” ( ραψ.Ε 97 και Θ 266 ) και “τόξον έλκειν” ( ραψ. Λ 582 ) .

Όταν το τόξο δεν εχρησιμοποιείτο εφέρετο σε τοξοθήκη η οποία ωνομάζετο “γορητός” ( Ομ. Οδ. Φ 54 ) συνώνυμον της “φαρέτρας” όπου εφυλάσσοντο τα βέλη.
Τέτοιες τοξοθήκες αναπαριστώνται στα γλυπτά της Περσεπόλεως με εξαιρετική λεπτομέρεια. Έναν τέτοιο ‘γορυτό’ βλέπουμε ανάγλυφο και στο Μουσείο Pio-Clementino.
 Η φαρέτρα ήταν μία σκύτινη θήκη στην οποία εφυλάσσοντο μόνον βέλη, συνήθως 10-15. Οι Έλληνες την κρεμούσαν στην πλάτη με το στόμιό της προς τον  δεξιό ώμο μέσω ενός ιμάντα τον οποίο καλούσαν “τελαμώνα”, ενώ, οι βάρβαροι την κρεμούσαν
στην ζώνη προς την αριστερή οσφύ ( Ηρδ. Β 141, Ζ 61 ).

Συχνά η φαρέτρα έκλεινε με σκέπασμα “πώμα”, Ομ. Ιλ. Δ 116, Οδ. Θ 3,14 ) και κάποιες από αυτές άνοιγαν και από τα δύο άκρα τους “αμφηρεφείς” .
Το ΒΕΛΟΣ αποτελείτο από την “αιχμή”, τον “ξυστό”, την “πτέρυγα” και την "γλυφίδα", μήκους 50 έως 60 εκ. Η αιχμή ήταν χάλκινη , “χαλκήρη” την αποκαλεί ο Όμηρος στην Ιλιάδα, Ε 662 ) . Υπήρχε η συνήθεια της “βαφής” των αιχμών με δηλητήριο και ο Οδυσσέας πηγαίνει στους Θεσπρωτούς για να προμηθευθεί αυτό το “ανδροφόνο φάρμακο” ( Ομήρου Οδύσσεια α, στιχ. 261-263) .
 
Σε ό,τι αφορά στην στάση τοξεύσεως μας δίνει πληροφορίες τμήμα γλυπτού από το
σύμπλεγμα του Ναού της Αίγινας το οποίο φυλάσσεται στο Μόναχο. Η στάση αυτή, ημιγονυπετής, υπαγορεύονταν από τις ανάγκες προφυλάξεως του βάλλοντος και τον περιορισμό της εκθέσεώς του στις εχθρικές βολές.

 
"......ο πολύβουλος στο μεταξύ Οδυσσέας,το μέγα του δοξάρι ως φούχτωσε και το 'δε ολούθε γύρα,
σαν τραγουδάρης, που᾿ ναι η τέχνη του να παίζει την κιθάρα
και δένει από τις δυο τις άκρες της αρνιού στριμμένη κόρδα
και στο καινούργιο της την τάνυσε στριφτάρι δίχως κόπο,
όμοια ο Οδυσσέας ετάνυσε εύκολα το μέγα του δοξάρι'
μετά την κόρδα του δοκίμασε με το δεξιό του χέρι,
κι εκείνη αχό γλυκόν ανάδωκε, σα να 'ταν χελιδόνα.
Αγκούσα τους μνηστήρες πλάκωσε και χλώμιασε η θωριά τους'
κι ο Δίας βαριά ψηλάθε βρόντηξε, για τους θνητούς σημάδι'
κι ο αρχοντογέννητος, πολύπαθος το χάρηκε Οδυσσέας,

που ο γιος του Κρόνου του δολόπλοκου σημάδι του 'χε στείλει,
και τη σαγίτα αρπάει, που δίπλα του βρισκόταν στο τραπέζι
γυμνή᾿ τι οι επίλοιπες απόμεναν στο σαϊτολόγο ακόμα —
κι αυτές σε λίγο θα τις ένιωθαν οι Αργίτες στο κορμί τους'
κι ως το δοξάρι του μεσόπιασε, χορδή κι αγκίδια σέρνει,

κι απ᾿ το θρονί του, σημαδεύοντας γραμμή μπροστά, τη ρίχνει
καθούμενος᾿ κι ουτ᾿ ένα ξέσφαλε πελέκι, από την πρώτη
τρύπα περνώντας, η χαλκόβαρη σαγίτα, μον᾿ τα διάβη
μιαν άκρη ως άλλη᾿ ....." ΡΑΨ. φ, στιχ 404-424



 
 

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

ΙΛΙΑΔΑ Η ΑΜΦΙΣΗΜΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


ΙΛΙΑΔΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΤΟΥ 6 αιων. ΜΕ.Ε ΜΙΛΑΝΟ ΑΜΒΡΟΣΙΑΝΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ


Η Ιλιάδα είναι ένα ποίημα πολεμικό.

Ίσως αυτό να μας απογοητεύει και κινδυνεύουμε να πάρουμε μια στάση ανωτερότητας απέναντι σε αυτές τις διαθέσεις που είναι άλλης εποχής. Αυτό είναι δυνατόν να συμβαίνει πολύ περισσότερο αφού ο Όμηρος περιγράφει με ζωηρό ενδιαφέρον και βαθύ ρεαλισμό τα εύστοχα χτυπήματα, τις πληγές, τα δόντια που ξεφεύγουν από τις σιαγώνες, τα σπλάχνα που σκορπίζονται και, όταν κοπεί το κεφάλι, τον μυελό που ξεχύνεται από τους σπονδύλους. Με τις περιγραφές του μας κάνει επίσης να ακούμε -χαρά για το νικητή- τον γδούπο των σωμάτων που πέφτουν και χτυπούν βαριά στο χώμα.

Τόση ειλικρίνεια μας δυσαρεστεί, είναι επόμενο. Είναι όμως βέβαιο ότι η ευαισθησία μας έχει απαλλαγεί από τη ροπή προς τη βία; Υπάρχει η βιαιότητα των νέων, των πολέμων χωρίς οίκτο. Υπάρχει ο τύπος και η τηλεόραση που μας δίνουν σε όλη τη διάρκεια της ημέρας εικόνες φρίκης. Ίσως εκείνο που έχει αλλάξει βρίσκεται μάλλον αλλού: δεν υπάρχει πια η ατομική αναμέτρηση, η δόξα της μονομαχίας και η έπαρση που ακολουθεί. Γιατί στην πραγματικότητα, ο Όμηρος μισούσε τον πόλεμο. Όπως τον μισούσαν και οι τραγικοί. Το λέει και το ξαναλέει. Τα επίθετα που τον χαρακτηρίζουν μιλούν για πένθος και οδύνη. Ο πόλεμος είναι «φρικτός». Ακόμα και ο Άρης, ο θεός που τον ενσαρκώνει, είναι η μάστιγα των ανθρώπων. Ο Δίας δεν τον αγαπά: «μην κάθεσαι κοντά μου και κλαψουρίζεις, αλλοπρόσαλλε! Είσαι για μένα ο πιο μισητός από όλους τους θεούς που μένουν στον Όλυμπο, γιατί πάντα σου αρέσουν τα μαλώματα και οι πόλεμοι και οι μάχες». Επίσης και η Πάλη, η φοβερή του σύντροφος, κάνει να αντηχεί παντού εκείνο που ο Όμηρος ονομάζει «βόγγο των αντρών».

Δεν λείπει, άλλωστε, ποτέ ο οίκτος ούτε η νοσταλγία για τον καιρό της ειρήνης. Από την αρχή του ποιήματος, ο Όμηρος μιλάει για τους νεκρούς τους πολέμου και για τους ήρωες που έγιναν βορά των σκύλων και των αρπακτικών πουλιών. Όταν ένας πολεμιστής πέφτει, αναφέρεται συχνότατα η οικογένειά του που δεν θα τον ξαναδεί. Αλλού, οι δύσμοιροι που υποκύπτουν στη βία παρομοιάζονται με το περιστέρι, με το ελαφάκι, με την ελαφίνα. Και οι νεκροί: είναι η κατάληξη αυτών των μαχών -μαρτυρία οι στίχοι με τους οποίους τελειώνει η Δ ραψωδία, που περιγράφει οικτρά αυτά τα σώματα- γιατί πολλοί από τους Αχαιούς και τους Τρώες την ημέρα εκείνη βρίσκονταν ξαπλωμένοι μπρούμυτα μέσα στις σκόνες, ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο πόνος και το πένθος είναι κάθε στιγμή μπροστά μας. Και πολύ συχνά, στο κορύφωμα της δράσης, βλέπουμε να διαπερνά η νοσταλγία για την εποχή της ειρήνης, - όπως, για παράδειγμα όταν, κατά την καταδίωξη που θα λήξει με το θάνατο του Έκτορα, ο ποιητής μιλάει με βαθιά νοσταλγία: εκεί κοντά βρίσκονταν γούρνες για πλύσιμο, πλατιές, όμορφες, πέτρινες, όπου έπλυναν τα αστραφτερά τους ρούχα οι γυναίκες των Τρώων και οι όμορφές τους κόρες πρωτύτερα, τότε που ήταν ειρήνη, πριν έρθουν οι γιοι των Αχαιών.

, όπως θα έλεγε η Simone Weill, και ποίημα οίκτου, όπως προσπάθησα να δείξω εγώ. Και το ένα και το άλλο προχωρούν μαζί. [...]
Είναι χωρίς αμφιβολία, μια περίπτωση σπάνια στη λογοτεχνία. Και μας συγκινεί η αντίθεση με τη σύγχρονη αντίληψη.

Ο πόλεμος λοιπόν έχει δύο όψεις στον Όμηρο. Είναι ωραίος. Είναι φοβερός. Κυρίως είναι και τα δυο συγχρόνως. Γιατί συχνά μιλάμε για την αμφισημία του ομηρικού πολέμου. Πράγματι, τα δυο χαρακτηριστικά συμπληρώνονται μεταξύ τους, και τα δύο εξίσου έκδηλα, σε μια φυσική αλληλουχία, χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να αισθανθούμε πόσο φανερή είναι.

Πρέπει όμως να προσθέσουμε κάτι και να κρατήσουμε ένα χαρακτηριστικό στη μνήμη μας: Όλα τα έπη των άλλων πολιτισμών είναι ποιήματα πολεμικά που περιγράφουν ηρωικές μάχες και φονικά κατορθώματα. Η Ιλιάδα, από αυτήν την άποψη, είναι μέσα σε αυτόν τον κανόνα. Διακρίνεται όμως συγκεκριμένα από το στοιχείο του οίκτου και της ανθρωπιάς που συνυπάρχει πάντα με τα άλλα. Η σύγκριση χρησιμεύει εδώ για να αποκαλυφθεί κάτι πιο σημαντικό.

Η Ιλιάδα είναι ένα ποίημα για τον πόλεμο,
Jacqueline de Romilly "ΕΚΤΟΡΑΣ"

 

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

ΟΙ ΑΣΠΙΔΕΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ


ΠΕΡΣΙΚΗ ΑΣΠΙΔΑ
Μετά την μάχη του Γρανικού έστειλε στην Αθήνα στον Παρθενώνα , σαν ανάθημα στο ιερό της Αθηνάς, κι η προστάτιδα θεά των Μακεδόνων 300 ΑΣΠΙΔΕΣ ,  Αρριανός κάνει λόγο για πανοπλίες, δηλ. ΤΡΟΠΑΙΑ,
με την επιγραφή :Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες, πλην Λακεδαιμονίων, από των βαρβάρων των την Ασίαν κατοικούντων.”
" Μακεδόνων δὲ τῶν μὲν ἑταίρων ἀμφὶ τοὺς εἴκοσι καὶ πέντε ἐν τῇ πρώτῃ προσβολῇ ἀπέθανον· καὶ τούτων χαλκαῖ εἰκόνες ἐν Δίῳ ἑστᾶσιν, Ἀλεξάνδρου κελεύσαντος Λύσιππον ποιῆσαι, ὅσπερ καὶ Ἀλέξανδρον μόνος προκριθεὶς ἐποίει· τῶν δὲ ἄλλων ἱππέων ὑπὲρ τοὺς ἑξήκοντα, πεζοὶ δὲ ἐς τοὺς τριάκοντα. [5] Καὶ τούτους τῇ ὑστεραίᾳ ἔθαψεν Ἀλέξανδρος ξὺν τοῖς ὅπλοις τε καὶ ἄλλῳ κόσμῳ· γονεῦσι δὲ αὐτῶν καὶ παισὶ τῶν τε κατὰ τὴν χώραν ἀτέλειαν ἔδωκε καὶ ὅσαι ἄλλαι ἢ τῷ σώματι λειτουργίαι ἢ κατὰ τὰς κτήσεις ἑκάστων εἰσφοραί. Καὶ τῶν τετρωμένων δὲ πολλὴν πρόνοιαν ἔσχεν, ἐπελθών τε αὐτὸς ἑκάστους καὶ τὰ τραύματα ἰδὼν καὶ ὅπως τις ἐτρώθη ἐρόμενος καὶ ὅ τι πράττων εἰπεῖν τε καὶ ἀλαζονεύσασθαί οἱ παρασχών. [6] Ὁ δὲ καὶ τῶν Περσῶν τοὺς ἡγεμόνας ἔθαψεν· ἔθαψε δὲ καὶ τοὺς μισθοφόρους Ἕλληνας, οἳ ξὺν τοῖς πολεμίοις στρατεύοντες ἀπέθανον· ὅσους δὲ αὐτῶν αἰχμαλώτους ἔλαβε, τούτους δὲ δήσας ἐν πέδαις εἰς Μακεδονίαν ἀπέπεμψεν ἐργάζεσθαι, ὅτι παρὰ τὰ κοινῇ δόξαντα τοῖς Ἕλλησιν Ἕλληνες ὄντες ἐναντία τῇ Ἑλλάδι ὑπὲρ τῶν βαρβάρων ἐμάχοντο. [7] Ἀποπέμπει δὲ καὶ εἰς Ἀθήνας τριακοσίας πανοπλίας Περσικὰς ἀνάθημα εἶναι τῇ Ἀθηνᾷ ἐν πόλει· καὶ ἐπίγραμμα ἐπιγραφῆναι ἐκέλευσε τόδε· Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες πλὴν Λακεδαιμονίων ἀπὸ τῶν βαρβάρων τῶν τὴν Ἀσίαν κατοικούντων."

Το γεγονός ενέπνευσε τον Καβάφη:
«Στα 200 π.Χ. »
«Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων».
Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε
πως θ’ αδιαφόρησαν παντάπασι στην Σπάρτη
για την επιγραφήν αυτή.
«Πλην Λακεδαιμονίων», μα φυσικά.
Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται για να τους οδηγούν
και να τους προστάζουν σαν πολυτίμους υπηρέτας.
Άλλωστε μία πανελλήνια εκστρατεία
χωρίς Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ αρχηγό
δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής.
Α βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων».
Είναι κι αυτή μια στάσις.
Νοιώθεται.
Έτσι, πλην Λακεδαιμονίων στον Γρανικό και στην Ισσό
μετά και στην τελειωτική μάχη,
όπου εσαρώθη ο φοβερός στρατός
που στ’ Άρβηλα συγκέντρωσαν οι Πέρσαι:
που απ’ τ’ Άρβηλα ξεκίνησε για νίκην, κι εσαρώθη.
Κι απ’ την θαυμασία πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη, την περιλάλητη,
την δοξασμένη ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη, βγήκαμ’ εμείς
Ελληνικός καινούργιος κόσμος μέγας.
Εμείς οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς,
οι Σελευκείς, κι’ οι πολυάριθμοι υπόλοιποι
Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,
κι οι εν Μηδία, κι οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την κοινή Ελληνική λαλιά
ως μέσα στη Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς.
Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα! »