Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

Το τέλος της εποχής των Μνηστήρων



 Γουίλιαμ Χάμιλτον. 1803. Ο Οδυσσέας σκοτώνει τους μνηστήρες . The Trustees of the British Museum


Τι σημαίνει βίος τόξο και ΖΩΗ
Να ζει έτσι κανείς  ή να μη ζει.

Ποιο είναι το έγκλημα των Μνηστήρων στο νησί της Ιθάκης
Για ποιο πράγμα κατηγορούνται;

Ο Ευρύμαχος διαμαρτύρεται και λέει στον Οδυσσέα:
Γιατί μας κατηγορείς, για τα λίγα γουρουνάκια που φάγαμε;
Δεν ήταν τα λίγα γουρουνάκια που φάγανε το έγκλημα τους και δεν ήταν λίγα, ήταν πολλά, όλα. Συνεχή γλέντια, τραπέζια καφέδες και ποτά, μαζί με τα όργια τα σεξουαλικά με τις δούλες, τα σκουπίδια και την βρωμιά, στην αυλή ενός παλατιού και ενός νησιού που θα έπρεπε όλα να είναι όμορφα τακτοποιημένα και καθαρά.
Ήταν η σπατάλη των πόρων του νησιού, των ενεργειακών αποθεμάτων του νησιού, η κατάχρηση, η μεγάλη διαπλοκή και διαφθορά. Ήταν η καταστροφή της οικονομίας, του εθνικού τονάλ, του δημόσιου χρήματος , της πατρίδας του Οδυσσέα και της περιουσίας ενός βασανισμένου λαού και του μυθικού νησιού του.
Αυτό ήταν το έγκλημα των Μνηστήρων και αυτό εξακολουθεί να είναι διαχρονικά.
Και δεν είναι θέμα ηθικολογίας, είναι θέμα σωστής διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας , αισθητικής και δεοντολογίας.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΦΑΓΟΠΟΤΙ ΤΩΝ ΜΝΗΣΤΗΡΩΝ ΜΙΑΣ ΛΑΜΠΡΗΣ ΧΩΡΑΣ





Τι κάνανε οι Μνηστήρες , ποιοι είναι οι χαρακτήρες τους, ποια ήταν τα χαρακτηριστικά τους
ποιες οι ασχολίες τους και η ζωή τους, πώς περνούσαν τη μέρα τους

Ποιοι ήταν οι αγήνορες οικονομολόγοι, πως διαχειρίστηκαν τους πόρους και τα ενεργειακά αποθέματα του νησιού
Ποια ήταν η περιουσία του Οδυσσέα

Ο Όμηρος μας πληροφορεί πως η περιουσία του Οδυσσέα ήταν άσπετος, ανείπωτος ,πάρα πολύ μεγάλη, πράγμα που σημαίνει ότι η Ιθάκη ήταν ένα πλούσιο νησί που βασίζονταν κυρίως στην γεωργία και στην κτηνοτροφία. Είχε δηλαδή πρωτογενή παραγωγή. Ο Λαέρτης καλλιεργούσε τα κτήματα του γεωργός και καλλιεργητής, αν και βασιλιάς, Ο Εύμαιος φρόντιζε τους χοίρους,ο Φιλοίτιος τα βόδια, η Ευρύκλεια την Πηνελόπη, η Πηνελόπη τον Τηλέμαχο και το σπίτι. Ο Οδυσσέας έλειπε γιατί πήγε στον πόλεμο. Όταν φεύγουν οι Πολεμιστές από το νησί, χορεύουν οι λύκοι οι κατσαρίδες και οι ακρίδες κάνουν πάρτι. Ο Τηλέμαχος μεγάλωνε και πήγε στην Πύλο και τη Σπάρτη να αναζητήσει τον πατέρα του.
Όλοι κάτι κάνανε, εργαζόταν, εκτός από τους Μνηστήρες που δεν κάνανε απολύτως τίποτα, με κανένα ένσημο εργασίας αν και αγήνορες, πρόσωπα του νησιού υψηλά, high society και Vips της Ιθάκης.
Οι Μνηστήρες δεν πήγαν στον πόλεμο, αν και συνομήλικοι του Οδυσσέα, ήταν φαίνεται φιλειρηνικοί τύποι. Μαζί με τα παιδιά των λουλουδιών προτιμούσαν να κάνουν έρωτα με τις δούλες και όχι πόλεμο και να πίνουν γλυκό ναρκωτικό κρασί.
Όλοι τους είναι άγονοι, αν και σε ηλικία γάμου και τεκνοποίησης, πλαγιάζουν μεταξύ τους, πλαγιάζουν με τις δούλες, με καρπούζια με ψυγεία, με ό,τι βρουν μπροστά τους, τρώνε και πίνουν ξαπλωμένοι φαρδιά, όταν δεν παίζουν ανόητα παιχνίδια μαζικά.
Πολιορκούν την Πηνελόπη με μανία, επιδιώκουν να σκοτώσουν τον Τηλέμαχο σε καρτέρι. Του δώσανε πλοίο να φύγει και τον περιμένανε με δόλο στο γυρισμό.

Οι Μνηστήρες ξεκινούσαν το πρωί με ένα πλούσιο πρωινό και όλη την ημέρα, τρώνε του σκασμού και συνεχώς.
Δεν είναι κακό το φαγητό, ούτε το να φάει κανείς, είναι απαραίτητο για να μείνεις ζωντανός.
Το θέμα είναι πόσο θα φας, θα τρως συνέχεια, θα τα φας όλα; Ό,τι βρεις ότι βρίσκεις μπροστά σου θα το τρως, ακρίδα θα καταντήσεις.
Η κύρια ασχολία των Μνηστήρων είναι τα τραπέζια, τα γκαλά, οι συνταγές, τα φαγητά, οι διακοπές, από διακοπές σε διακοπές σε παραδεισένια νερά νησιά και τα γούστα τα ακριβά. Ακριβά γελοία ρούχα, ακριβά αυτοκίνητα, ακριβά γιοτ, ιν μαγαζιά.
Μοιάζουν εδώ πολύ με τους Λωτοφάγους στο νησί των Ταύρων..
Τόση άκρατη ευδαιμονία οδηγεί σε μία συβαρίτικη καταστροφική κοινωνία μαλθακών ηλίθιων ανθρώπων που περνούν τη ζωή τους με σέξι πόζες στα social media και σε χαζοχαρούμενα τηλεοπτικά πρωινά.
Η άλλη κύρια σχόλια των Μνηστήρων είναι το σεξ. Σεξ παντού και πορνό. Σεξ με τις δούλες, πληρωμένες ή εξαναγκασμένες, με κύριο θέμα το σεξ και τις στάσεις στον έρωτα. Πόσο ερωτεύσιμο είναι αυτό το θέαμα που καταντάει αηδιαστικό και για ένα ανθρώπινο ον, θλιβερό.
Θα κάνεις έρωτα και σεξ ως ενήλικας, είναι απαραίτητο στη ζωή, δεν είναι ούτε αμαρτία, ούτε ενοχή. Μη γίνεσαι και γουρούνι.
Το θέμα είναι πόσο σεξ θα κάνεις, με ποιους και πώς;
Θα κάνεις σεξ με γυναίκες που τις πληρώνεις, που τις εξαναγκάζεις, που τις νοικιάζεις το σώμα και την μήτρα τους, που τις βιάζεις ,που τις εκβιάζεις, με ανήλικα παιδιά, με συγγενείς αδερφούς και αδερφές;
Πόσο σεξ θα κάνεις;;;;;

Σεξ και φαγητό, οι κύριες ασχολίες των Μνηστήρων. Μοιάζουν με της Κίρκης, τον Σταθμό. Οι σύντροφοι του Οδυσσέα από το πολύ σεξ, μεταμορφώνονται σε γουρούνια και οι Μνηστήρες τρώνε τους χοίρους και γίνονται ιθακίσια χοιρίδια.

Οι Μνηστήρες, ακρίδες και κατσαρίδες, τρώνε τα πάντα, βόδια, γουρουνάκια, καρότα, λαχανικά και πάσης φύσεως ζαρζαβατικά. Όχι μόνο τρώνε, αλλά φλυαρούν, μιλάνε ασταμάτητα και για το φαγητό και με πόσες συνταγές μπορείς να μαγειρέψεις ένα αρνάκι άσπρο και φτωχό.

Εκτός από το σεξ και το φαγητό, οι Μνηστήρες ασχολούνται με τα σπορ τα παιχνίδια και τον τζόγο. Παίζουν ηλίθια παιχνίδια και τζογάρουν συνεχώς. Τα κύρια χαρακτηριστικά των Μνηστήρων είναι η ανηθικότητα, η απληστία, η λαγνεία, η φιλαυτία, οκνηρία, λαιμαργία, ο έκλυτος βίος, η μεγάλη διαφθορά, η διαπλοκή και ο εκφυλισμός που οδηγεί σε θερμοδυναμικό θάνατο, μια ολόκληρη κοινωνία.
Όταν οι άλλοι άνθρωποι στο νησί της Ιθάκης ξεκινούν ένα δύσκολο εργασιακό πρωινό στα χωράφια στα κτήματα στα εργοστάσια, οι Μνηστήρες αρχίζουν την κραιπάλη χωρίς σταματημό. Σε άκρατο ευδαιμονισμό με το σλόγκαν ,σε όλες τις κλίσεις, να κρατεί τον χορό.,
Να περνάω καλά, να περνάει καλά, να περνάμε καλά, να περνάτε καλά, να περνάτε καλά…λαλαλα.
Αυτό είναι το κύριο μότο των Μνηστήρων, να περνάνε καλά, με άφθονο σεξ ,παιχνίδια πολλά και μπόλικο φαγητό
Δεν υπάρχουν πιο ελεεινοί χαρακτήρες στα Ομηρικά Έπη, από τους Μνηστήρες. Ακόμη και τα τρωκτικά, οι Τρώες, μπροστά τους μοιάζουν επιβλητικοί αρουραίοι. Ο Έκτορας, το πρωτοπαλίκαρο των Τρώων, είναι μεγάλος πολεμιστής, αγαπάει τη γυναίκα του, λατρεύει το παιδί του, σέβεται την Ελένη, υπερασπίζει την πόλη του, προστατεύει τον παρδαλό και δειλό αδερφό του.
Δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις στον αντίπαλο με την εντιμότητα ενός πολεμιστή, ένα καλό του χαρακτηριστικό, όταν το διαθέτει.
Οι Μνηστήρες δεν είναι Τρώες είναι Αχαιοί, Ιθακίσιοι ή Ζακυνθινοί, στην καταγωγή είναι έλληνες, μικροί και ποταποί, ΕΦΙΑΛΤΕΣ πραγματικοί, προδότες του Εαυτού τους, της χώρας τους και του νησιού τους.
Αντί να πάνε πολεμήσουν για την τιμή της Ελλάδος, προτίμησαν να μείνουν στο νησί μαζί με τα γυναικόπαιδα, αξιοθρήνητοι δειλοί και να κυνηγούν τις δούλες στο κελάρι. Αντί να προστατεύσουν το νησί με την απουσία του Οδυσσέα , να στηρίξουν την Πηνελόπη, ( ούτε οι Τρώες δεν συμπεριφέρθηκαν έτσι σε μια γυναίκα και στην Ελένη ), να βοηθήσουν τον Τηλέμαχο, να εργαστούν κάνοντας παράγοντας κάτι ωφέλιμο για τον τόπο και καλό,, τι κάνουν αυτοί;;;
Τρώνε και πίνουν από το βράδυ ως το πρωί. Ξεκοκαλίζουν την περιουσία του Οδυσσέα και όλα τα ενεργειακά αποθέματα της ΙΘάκης.
Ούτε ένα τραπέζι με τα χέρια τους δεν έχουνε φτιάξει και δεν μπορούν να βιδώσουν μία βίδα και ένα καρφί. Ο Οδυσσέας έφτιαξε το κρεβάτι μόνος του , την σχεδία με τα χέρια του.
Τα σεξουαλικά τους όργια και τα μεροβίγγεια πάρτι με τις δούλες, ξεπουπουλιασμένες «κότες «αφήνουν εποχή σε Ντόλτσε Βίτα γλυκιά ζωή με τα Μάτια ερμητικά κλειστά.
Αυτοί είναι οι Μνηστήρες. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά τους και αυτή είναι η ζωή, ο βίος, οι ημέρες τους ή, αυτό που λένε “ζωή”.
Πιστεύει κανείς, ότι η ζωή είναι να ξυπνάς το πρωί και να τρέχεις από πάρτι σε πάρτι, από τραπέζι σε τραπέζι, από τηλεπαράθυρο σε τηλεπαράθυρο, από φαγητό σε φαγητό και από μία σελίδα πορνό σε άλλη;
Πιστεύει κανείς, ότι είναι ζωή να μην κάνεις ποτέ και τίποτα και κάτι καλό και δημιουργικό;
Πιστεύει κανείς, ότι είναι ζωή να κάνεις σεξ με μία γυναίκα να την οδηγείς στην πορνεία , να την εξαναγκάζεις, να τη βιάζεις, να την αναγκάζεις να σε ανεχτεί;
Πιστεύεις , ότι μπορεί να έχεις παιδί από αυτή τη γυναίκα που σε σιχαίνεται και σε περιφρονεί;
Ή πιστεύεις κανείς, ότι έτσι μπορεί να λύσεις το δημογραφικό πρόβλημα σε ένα νησί.
Οι Μνηστήρες δεν καταστρέφουν μόνο την περιουσία του Οδυσσέα, τη δημόσια περιουσία του νησιού, καταστρέφουν και το εθνικό τονάλ μαζί με το προσωπικό, γιατί αποτελούν το χειρότερο παράδειγμα για έναν παιδί και ένα νέο άνθρωπο, ένα νεαρό. Αυτό είναι το χειρότερο. Οικονομία, που βασίζεται στο σεξ των χοίρων, τα τραπέζια, το φαγητό, τα ναρκωτικά του κρασιού, την δουλεία και τα πορνό, δεν είναι ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, είναι οργανωμένη μαφία, εγκληματική οργάνωση με ένα διεφθαρμένο ΝΟΝΟ.
Τι βλέπει ένα παιδί και ένας νέος άνθρωπος , σε αυτή την διεφθαρμένη Αυλή των Αγήνορων Κυβερνητών του νησιού;, Μια ατέλειωτη διαφθορά των σκουπιδιών που καμία αξία δεν επικρατεί; Ποιο είναι το παράδειγμα των Κεφαλών ;
Τους Μνηστήρες να πίνουν και θα γλεντούν, τις δούλες να πηγαινοέρχονται για να τους εξυπηρετούν.
Ποιο είναι το μέλλον αυτού του νησιού; Ποιο είναι το μέλλον της Ιθάκης;
Ποιο είναι το μέλλον αυτού του παιδιού;
Οι Μνηστήρες, σκιές στον Άδη, σαν νυχτερίδες τσιρίζουν και παραπονιούνται στον Αγαμέμνονα πως τους σκότωσε ο Οδυσσέας, σε έναν ομηρικό υπερρεαλισμό σουρεαλισμό. Στην πραγματικότητα όμως, στο πραγματικό ρεαλισμό, αυτό που σκότωσε τους Μνηστήρες και τους σκοτώνει πάντα, είναι αυτή τους η επιλογή για τον διεφθαρμένο έκλυτο βίο που διάγουν και δεν είναι, ούτε λέγεται ΖΩΗ.
Στην πραγματικότητα οι Μνηστήρες είναι νεκροί, πριν τους σκοτώσει ο Οδυσσέας και άλλος «κανένας «. Ήταν περιπατώντες νεκροί και ….εξακολουθούν να είναι. Το έχουνε ξεχάσει, αλλά κάποιος πρέπει να τους το πει και να τους θυμίσει. Τους το θύμισε ο μεγάλος μας Ποιητής …με τον τρόπο του. Και το θυμίζει πάντα σε ευθυτενές βέλος στο διηνεκές της αιωνιότητας και μιας ημέρας.

"Η Odyssey Symphony είναι η δεύτερη συμφωνική συμφωνική μπάντα του Robert W. Smith .

Ο Smith χρησιμοποιεί ένα τύμπανο με ελατήριο, ραβδιά ανέμου και σφυρίχτρες ανέμου για να προσομοιώσει τον ήχο ενός τόξου που κορδώνεται και βελών που απελευθερώνονται, όλα ολοκληρώνονται από τις επαναλήψεις του "Theme Odysseus"

Ιθάκη"Ο Οδυσσέας και το βέλος"Για να παράγει τον ήχο των βελών που απελευθερώνονται/πετούν, το τμήμα κρουστών χτυπά ένα τύμπανο ελατηρίου με ένα μεγάλο τρίγωνο χτυπητήρι και λυγίζει μια πίσσα τιμπάνι προς τα πάνω καθώς το τόξο κορδώνεται. Όταν τα βέλη περνούν, οι σφυρίχτρες του ανέμου και τα ραβδιά του ανέμου παίζουν διαδοχικά, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση των βελών που σφυρίζουν με μεγάλες ταχύτητες."




Η οικονομία στο νησί της Ιθάκης την Εποχή των Μνηστήρων



Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΜΝΗΣΤΗΡΩΝ

 
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΤΟΥΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ Léon-Louis Vincent Pallière 1812 "The Legacy of Homer"  Ecole des Beaux-Arts, ΠΑΡΙΣΙ
Κανένα όνομα στα Ομηρικά έπη δεν είναι δοσμένο στην τύχη!
Ο ΟΜΗΡΟΣ  δημιουργός τους έχει κρύψει τα δώρα τους και τα νοήματα τους στο άντρο των Ναϊδων ύστερα από τον διάλογο του με την Αθηνά κάτω από μία ελιά  πριν ξεκινήσει την διαδρομή για το παλάτι του Νου και διεκδικήσει   την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ του με μια ευθύγραμμη δρασκελιά.

Στο χέρι μας είναι να τα αποκρυπτογραφήσουμε και να πάρουμε την ζωή μας πίσω με όλα τα όνειρα που κάναμε σαν ΤΗΛΕΜΑΧΟΙ ΠΑΙΔΙΑ.

Γιατί ο Οδυσσέας ξεκινά από τον Αντίνοο που
 είναι  ισχυρότερος αντίπαλός του;
Η λέξη μιλά απο μόνη της. Είναι η ΑΝΤΙΝΟΗΣΗ. Βρίσκεται πίσω από κάθε παράλογη λογική που στραγγαλίζει σκοτώνει τον άνθρωπο  και ότι γύρω του ανθεί μεζί με  τον ΜΕΛΑΝΘΙΟ που τον υπηρετεί. Όμως είναι και το κέντρο των αποφάσεων που βρίσκεται στο λαιμό. Έτσι ο Οδυσσέας παίρνει πίσω την ικανότητα να αποφασίζει σταθερά και με διαύγεια.
 Ο επόμενος είναι ΕΥΡΥΜΑΧΟΣ ΕΥΡΥΝΟΜΟΣ , μεγάλος μνηστήρας της μάχης με μεγάλη νομή και φαρδείς νόμους και νομούς, πολλά παραθυράκια για να ξεφεύγει, ανούσιες μάχες εντυπώσεων και επιδείξεων μπαλκόνια και ζητωκραυγές. Ο Οδυσσέας σημαδεύει το συκώτι του. Γιατί το συκώτι; Γιατί η άνομη εξουσία των μεγάλων καταχρήσεων από το συκώτι της φαίνεται .Ο τρίτος που σκοτώνεται από τον ΤΗΛΕΜΑΧΟ είναι ο ΑΜΦΙΝΟΜΟΣ. Η διαστρέβλωση μαζί με τα παραθύρακια του   άδικου νόμου, είναι ο μνηστήρας  με την τριγύρω νομή και έκταση των αμφιλεγόμενων νόμων του. 
Όταν φθάνει στη Ιθάκη ο Οδυσσέας κατευθύνεται στο καλύβι του Εύμαιου. Δεν πηγαίνει αμέσως στο παλάτι γιατί θέλει να ανιχνεύσει την κατάσταση και να δει πως έχουν τα πράγματα. Δεν προσπαθεί να μιλήσει στον λαό. Είναι μάταιο. Ο λαός της Ιθάκης είναι αδιάφορος, αποχαυνωμένος, κουρασμένος, εξαντλημένος από τις εργασιακές και οικονομικές συνθήκες που φυτοζωεί. Η παιδεία του συστήματος έχει σακατέψει το μυαλό του και δεν μπορεί να σκεφτεί. Δεν μπορεί να καταλάβει ποιος είναι ο ρόλος των μνηστήρων που έχουν στρογκυλοκαθίσσει στο τραπέζι και τρώνε και πίνουν σε βάρος του. Τους γνωρίζει αλλά νιώθει ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε γιατί έχει προδοθεί πολλές φορές από τους ίδιους. Στην συνέλευση που καλεί ο Τηλέμαχος παραμένει αμέτοχος και με παρέμβαση των Μνηστήρων παίρνει ένα πλοίο να μεταβεί στη Πύλο και στην Σπάρτη, με σκοπό φυσικά την εξόντωση του στο καρτέρι της Αστερίδος. Ο Οδυσσέας φορά την τετράπυχη ασπίδα, συμβουλεύει τον Αμφίνομο να αποχωρήσει και να εξετάσει τον ρόλο του αλλά αυτός παραμένει.
Οι επόμενοι είναι οι κάτωθι   σε σειρά ερμηνευτική:

Ο ΑΓΕΛΑΟΣ.
Αυτός που άγει τον λαό, που τον παρασύρει με την βοήθεια τουΑντίνοου.
Που τον μετατρέπει σε κατευθυνόμενη αγέλη.Με τις πλάτες και την υποστήριξη των δύο αρχηγικών μνηστήρων, ο Αγέλαος από ένα άκρατο ιδεαλισμό ποδηγετεί τον λαό φθάνοντας μέχρι ένα στυγνό υλισμό.Δικτάτωρ, λαϊκιστής, τυχοδιώκτης, πνευματιστής, υλιστής, θεοκρατικός, προλεταριακός, οδηγεί τις αμορφοποίητες μάζες σε μια άσκοπη αιματοχυσία.. Ο Ευρύμαχος-Ευρύνομος τον προωθεί με τα εκάστοτε μαζικά μέσα αποβλάκωσης της εποχής και τα παράθυρα, τις μάχες, τις πόρτες και τους νόμους που ανοίγει. 
ΛΕΙΩΔΗΣ
Ο λείος γυαλιστερός Λειώδης είναι ένας μάντης. Ένας γλοιώδης μάντης των μνηστήρων που προφητεύει ότι ο Οδυσσέας έχει χαθεί και οι τραπεζοφάγοι οργιάζουν ανενόχλητα.
Καφετζούδες, χαρτορίχτρες, ρούνοι, αστρόπληκτοι, λείες γυάλινες σφαίρες, και εντόσθια ζώων επιδίδονται στην μαντεία και στην κερδοσκοπία. Από τον αναίσχυντο τσαρλατανισμό στην … βαθειά άγνοια. Γιατί συντρώγει με τους μνηστήρες παρά τους πόδας του Αντίνοου και του Ευρύμαχου;
Η αδυναμία του ανθρώπου να εξηγήσει κάποια φαινόμενα, η αβεβαιότητα και η ομίχλη ενός δρόμου, η έλλειψη αυτογνωσίας, ο φόβος του θανάτου τον οδηγούν σε ιστούς αραχνών και μελλοντολόγων.   
ΕΥΡΥΔΑΜΑΣ  γόνος του δήμου μεγάλος, τα τζάκια, τα μαγαζιά της οικογενειοκρατείας μιας μαφίας, μεγάλα ονόματα σε συνεχή βασιλεία. Γιοι, κόρες ξαδέλφια, εγγονοί και ανεψιοί και οι γυναίκες τους, κουμπάροι συμπεθέροι.
ΔΗΜΟΠΤΟΛΕΜΟΣ, ο πόλεμος του λαού σε ξέφρενες πορείες, σπασμένα κεφάλια σπασμένα τζάμια, σπασμένες βιτρίνες λεητατημενα καταστήματα, νεκρά παιδιά χειραγωγούμενος από τον μεγάλο μνηστήρα, το κράτος βίας και αναρχίας.
ΠΟΛΥΒΟΣ πλούσιος πολύ με πολλά βόδια, ποδοσφαιρικές ομάδες, πλοιοκτήτης και φιλανθρωπικά σωματεία, αλληλοβραβεία επωνύμων με γκαλά και φλάς της δημοσιότητας.
ΚΤΗΣΙΠΠΟΣ, ο έχων στην κατοχή του, άλογα και έλλογα μέσα που τρέχουν συνεχώς εφημερίδες κανάλια πρακτορεία.
ΠΕΙΣΑΝΔΡΟΣ, η κλίκα των μεγαλοδικηγόρων ρητόρων, λύνουν δένουν αγορεύουν, κόβουν και ράβουν τους νόμους στα μέτρα τους και μόνο αυτοί μπορούνε να τους γνωρίζουν τόσο πολύπλοκοι που είναι, εσκεμμένα για να μην βγάζει κανείς άκρη Ένας αθώος άνθρωπος, αν βρεθεί στο έλεος τους θα καταλήξει φτωχός και δεν θα βρει το δίκιο του. Μαζί με τα περισσότερα τσιράκια των κανελαρχών των δημοσιοκάφρων μιλούν ατελείωτα από καθέδρας και πείθουν τους άντρες και τον κόσμο ότι «ο γάιδαρος πετάειι» μαζί με παράλογη λογική τους. «Οι άνθρωποι θα σκεφτούν ότι τους πω εγώ» λέει ο πολίτης Καίην.
ΈΛΑΤΟΣ , ελατός και όλκιμος, ισοπεδωμένος και ισοπεδωτικός δασόβιος καταπατητής εθνικών δρυμών παράνομος βιλοκράτης οικοπεδούχος καταστροφέας ελάτων και δημιουργός αναψυκτήριων. Μαλακή συνείδηση ελασματική και ελαστική. Να χωράει παντού.
ΕΥΡΥΑΔΗΣ, λαίμαργος τρώει πολύ φουσκωμένοι λογαριασμοί χρηματιστήρια εταιρείες, κοντεύει να σκάσει από το πολύ φαγητό. Συσσωρεύει αδιάκοπα θησαυρίζει ασταμάτητα, αντικείμενα, υποκείμενα, χαρτοφυλάκια, θησαυροφυλάκια.
ΑΜΦΙΜΕΔΩΝ, βασιλεύει ολόγυρα σαν τον Αμφίνομο που βόσκει παντού συλλέγοντας πληροφορίες και μένοντας σε αυτές χωρίς πρωτότυπη σκέψη πρωτογενή γιατί του λείπει το κέντρο αναφοράς και βάρους. Αποδώ και από εκεί τριγυρίζει και δεν μπορεί να τις φιλτράρει και να τις συνδέσει. Διπλωματία και προσποιητή ευγένεια. Παπαγάλος. Να τα έχουμε καλά με όλους και να έχουμε τα κεφάλι μας ήσυχο. Ας βγάλει άλλος το φίδι από την τρύπα. Κάτι θα κερδίσουμε από αυτό και εκεί αποσκοπεί όταν δεν είναι σε θέση διακρίνει το σωστό από το λάθος, το άδικο από το άδικο. Βολεμένες συνειδήσεις, απαθείς, αδιάφορες ,η αβάσταχτη ελαφρότητα του μικροαστισμού και του τυποποιημένου καθωσπρεπισμού. Αυτάρεσκοι κύριοι, μπλαζέ ύφος, κερδοσκοπική νοοτροπία, ρηχότητα, ωραιοπαθείς κυρίες, ναρκισσιστές, χαμένοι στην μετάφραση.

Ο Χορός των Μύθων

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΣΤΟΝ ΤΡΟΧΟ ΤΗΣ ΝΕΜΕΣΗΣ


ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ David Byers Brown

Ο Όμηρος έχει συνδέσει την Νέμεση με τον Σκοπό και ο Οδυσσέας
την ενεργοποιεί λόγω της αψογοσύνης του.
Η κρίσιμη μάζα, την κρίσιμη νύχτα και η Επιλογή,
δικαιώνει αυτή την Απόφαση της Δίκης των Μνηστήρων και των Δούλων τους και γυρίζει τον Τροχό της Νέμεσης.

Ποια είναι η κατηγορια;
Για ποιο πράγμα είναι τόσο πολύ ένοχοι;
Τι έχουν διαπράξει οι μνηστήρες, οι δούλες και οι δούλοι ώστε ο Όμηρος
να μη δείξει κανένα έλεος απέναντί τους.
Ποιοι είναι το έγκλημα τους;
Γιατί δεν τους συν-χωρεί;
Γιατί δεν υπάρχει Χώρος για αυτούς σε αυτό το Παλάτι της Γης πιά,
Ούτε για αυτούς τους ανθρώπους ούτε για αυτούς τους θεούς
τους.
Γιατί έχουν φάει και έχουν πιει τα πάντα.
Έχουν εξαντλήσει τα πάντα. Έχουν καταβροχθίσει τα πάντα.
Έχουν λεηλατήσει τα πάντα.
Είναι ένοχοι πρώτα ως αναφορά τον εαυτό τους.
Έζησαν ξόδεψαν χαράμισαν μια ζωή μένοντας μακριά από τον Ιερό Εαυτό τους. Χωρίς γνώση,χωρίς στόχο προορισμό,συνείδηση, ομορφιά και κατέληξαν στην λήθη. Αμνήμονες μνήμες στείρες και νεκρές άδεια σαρκία.
Έζησαν χωρίς αλήθεια χωρίς μέτρο χωρίς αυτογνωσία,χωρίς συνείδηση, χωρίς το μηδέν άγαν, άναδρα, άτιμα.
Και όχι μόνο έζησαν έτσι αλλά δημιούργησαν και ένα απαράδεκτο
σύστημα εξουσίας και διαχείρισης των αγαθών ιεραρχίες, ιερατεία αφεντάδων και δούλων πίνοντας τρώγοντας και καταστρέφοντας τα πάντα σε υλικό πνευματικό φυσικά συναισθηματικό νοητικό επίπεδο.
Για αυτό είναι ασυγχώρητοι και δεν έχουν καμιά δικαιολογία.
Πρόδωσαν και προδίδουν πάντα πατρίδες ανθρώπους, φίλους, θεούς και το κυριότερο προδίνουν τον εαυτό τους τον Άνθρωπο αφού προδίδουν την υπόσταση του και τον εμποδίζουν να ολοκληρωθεί να συναντήσει την γυναίκα του την ψυχή του, το παιδί του την καρδιά του και ρημάζουν τον νου του κάθε φορά στην λήθη και την λησμονιά.
Τον πνίγουν σε μανιασμένα κύμματα.
Πως τους σκοτώνει ο Όμηρος;
Η σκηνή είναι πολύ έντονη ανεξίτηλη εγγεγραμμένη στο υποσυνείδητο των ανθρώπων με ανεξίτηλα γράμματα και ονόματα Αιώνια.
Ο Όμηρος δεν είναι βάρβαρος και είναι κάτι παραπάνω από ευφυής για να μπορεί να αποφύγει την βία όταν μπορεί να κερδίσει τον πόλεμο και την μάχη διαφορετικά.
Είναι σοφός ! Έγινε σοφός κουβεντιάζοντας ώρες με την Αθηνά και εκεί βρίσκεται η πνευματική του υπεροχή και ανωτερότητα.

Είναι πολύ απλό.
Τους σκοτώνει, τους έχει ήδη σκοτώσει με το να τους υποδείξει, να τους ακτινογραφήσει, να τους σκιαγραφήσει,τον χαρακτήρα τους, την συμπεριφορά, τις ασχολίες τους, τα λόγια τους.Τους σκοτώνει ένα ένα ονομαστικά καλώντας τους με το όνομα τους και τους σημαδεύει,ξεκινώντας από τους αρχηγούς τον κοιλαρά τον Αντίνοο και τον παραθυράκια Ευρύμαχο.
Τους “σκοτώνει” με το ευθύβολο του Τόξο την Οδύσσεια του και το μαγικό του Βέλος στοχεύοντας ακριβώς την ρίζα του προβλήματος,
τον χοντρό λαιμό του και το πρησμένο του συκώτι ενός παρασιτικού ιού.
Δεν τους σκοτώνει λοιπόν στο φυσικό αλλά στο πνευματικό,
τους εξοντώνει.
Εκεί το όριο το υπερασπίζεται .Δεν θα υποχωρήσει ούτε σπιθαμή. Σταγόνα νερού δεν θα βάλει στο κρασί του.
Τους «σκοτώνει» όμως χωρίς βρισιές, χωρίς λαϊκισμό, χωρίς προσωπικές εμπάθειες,απωθημένα, φανατισμούς,χωρίς ουφολογίες και θεολαγνείες και θεοκρατίες.
Τους σκοτώνει στο όνομα του Ανθρώπου.
Δοκιμάσαν να κλέψουν τον κόσμο, τον νου του, προσέβαλαν την ψυχή του, την υπόσταση του, επιτέθηκαν στο παιδί του το πληγώσανε μαζί με την καρδιά του.
Κάψανε τον κόσμο του τον λεηλατήσανε, τα δάση τα φυτά τα ζώα, με ύβρη, μολύναν το νερό, τον αέρα, χώρισαν διέλυσαν την οικογένεια κατάστρεψαν εστίες πατρίδες παραβιάζοντας τον ιερό Όρκο της Θεάς Εστίας.
Σε αυτό το επίπεδο τους “σκοτώνει” χωρίς οίκτο, ανελέητα αδυσώπητα, αποστασιοποιημένα, χωρίς να τους χαριστεί.
Με κομψότητα, με αβροφροσύνη, με χάρη, με ευγένεια, με ακριβείς χειρουργικές κινήσεις τους αφαιρεί το έδαφος και το χαλί κάτω από τα πόδια τους, τις αντινοικές αντιφάσεις τους, τις προκρούστρειες δηλώσεις τους,
την επίδειξη ανώφελων μαχών εντυπώσεων ΣινώνΠιτυοκάμπων.
Με λεπτό αιχμηρό καυστικό χιούμορ, με φαντασία, με οξυδέρκεια, με πολεμικές χορευτικές κινήσεις με τραγουδιστικές ριπές, με αυτοσαρκασμό με απόλυτη αυτοπειθαρχία, έλεγχο, αυτοσυκέντρωση και αυτοπαρατήρηση.
Ο φυσικός θάνατος άλλου ανθρώπου δεν επιτρέπεται για ένα άψογο πολεμιστή εκτός και αν είναι σε άμυνα και αφού εξαντλήσει τα περιθώρια.
Αλλά ο φυσικός θάνατος δεν είναι χειρότερος.
Πρέπει να ζήσει κάποιος με τις επιλογές του.
Πρέπει να ζήσει στην κόλαση που έφτιαξε.
Πρέπει να κυκλοφορεί περιπατών νεκρός βόλτα στον Άδη.
Επιβάλλεται να είναι άψογος ο Οδυσσέας όταν σταθεί μπροστά στο Τόξο.
Δεν μπορεί να το αγγίξει αλλιώς, δεν μπορεί να το λυγίσει,να το ερμηνεύσει.
Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το θανατηφόρο Βέλος του.
Αν δεν είναι άψογος θα είναι άστοχος και άκαιρος. Θα είναι άσκοπος.
Για αυτό το λόγο δεν μπορούν να το χρησιμοποιήσουν οι μνηστήρες πέρα από
κάποιες άκαρπες αποσπασματικές , λογοκλοπές και αντιγραφές, προσπάθειες ανάλυσης ξεμένοντας σε κάποιο σταθμό ερμηνείας του κόσμου και αντίληψης
αν και έχουν προσπαθήσει.
Στην ουσία εύχονται το τέλος τους, το επιθυμούν αναγνωρίζοντας βαθιά μέσα τους το αδιέξοδο που έχουν δημιουργήσει και σαν την μόνη δίκαια λύση.
Δεν τους σκοτώνει ο Οδυσσέας σε φυσικό επίπεδο.
Το διευρύνει το όριο.
Δεν φθάνει, δεν καταφεύγει στην υπερβολή.
Φθάνει πια με την βία και την λογική των «καλάσνικοφ».
Επιβάλλεται να κλείσει αυτός ο κύκλος της παράλογης λογικής και οι άνθρωποι να λύνουν τις διαφορές τους με τα όπλα ακόμη.
Οι σοφοί νοήμονες όρθιοι Ανθρωποι του 21ου Αιώνα έχουν άλλα “όπλα”.
Έχουν το Ορθό και ‘Ορθιο Λόγο του Ομήρου Ποιητή, Μίτο, Οδηγό Αστέρι μαγικό, θανατηφόρο για τους ενόχους και αποτελεσματικό.

Άψογα θα ονειρευτούμε το Όνειρο μας, και Άψογα θα το πραγματοποιήσουμε σαν Άψογοι πολεμιστές, Όλοι μας Ενωμένοι.

Το όνειρο των πολεμιστών

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ

Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΠΟΛΙΟΡΚΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΑΦΟΙ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ

Ποιοι είναι οι μνηστήρες; Σίγουρα βλέπουμε ότι είναι πολλοί.ΟΙ μνηστήρες πολυάριθμοι είναι κατά αρχάς εσωτερική υπόθεση.
Είναι τα ελαττώματα του ανθρώπου,
Οι ελλείψεις και οι υπερβολές του, τα θανάσιμα αμαρτήματα και είναι παραπάνω από 7.
Οκνηρία, αλαζονεία εγωκεντρισμός, φιλοτομαρισμός, φιλαυτία, απληστία, φθόνος ανταγωνισμός αντί άμιλλα, μικροψυχία, λαιμαργία λαγνεία, φλυαρία κατάχρηση εξουσίας, επίδειξη ,ζήλια δειλία, αυτοοίκτος.
Είναι όλα αυτά που ο Οδυσσέας σκοτώνει στην πορεία του και οι σύντροφοι του αφανίζονται σκοτώνονται και αυτοί εξ αιτίας της Νέμεσης που προκαλούν.
Είναι οι «σύντροφοι» του για ένα διάστημα μέχρι να μείνει μόνος με τον Εαυτό του.
Είναι η έλλειψη μέτρου, συνείδησης, αυτογνωσίας και τα όρια που δεν υπερασπίζονται και δεν διευρύνουν όταν χρειάζονται καταφεύγοντας στην υπερβολή και χάνοντας το πλοίο της αυτογνωσίας.
Μένοντας και ξεμένοντας σε κάποιο σταθμό.
Είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη αψογοσύνης που τους εμποδίζει να συνδεθούν με τον Σκοπό και εξαφανίζονται βουλιάζοντας στα μανιασμένα κύματα του Ποσειδώνα της ομίχλης της αυταπάτης και της ψευδαίσθησης.

Όλοι αυτοί οι πρώην σύντροφοι και, οι πρώτοι μνηστήρες της Ελένης,
του Οδυσσέα νικημένοι από τον μικρό τύραννο καταλήγουν είτε παρά τω πλευρώ του και σε καμιά καρέκλα δίπλα του με μεγάλη μερίδα εξουσίας προνομίων και απολαβών, αυλοκόλακες δοξολογώντας, θεολογώντας και νεκρολογώντας. Είτε πηγαινοέρχονται χαμερπώς σαν δούλοι του και τον υπηρετούν για κανένα κοκαλάκι από το τραπέζι.
Ποια είναι η κατηγορια;
Για ποιο πράγμα είναι τόσο πολύ ένοχοι;
Τι έχουν διαπράξει οι μνηστήρες, οι δούλες και οι δούλοι ώστε ο Όμηρος
να μη δείξει κανένα έλεος απέναντί τους.
Ποιοι είναι το έγκλημα τους;
Γιατί δεν τους συν-χωρεί;
Γιατί δεν υπάρχει Χώρος για αυτούς σε αυτό το Παλάτι της Γης πιά,
Ούτε για αυτούς τους ανθρώπους ούτε για αυτούς τους θεούς τους.
Γιατί έχουν φάει και έχουν πιει τα πάντα.
Έχουν εξαντλήσει τα πάντα. Έχουν καταβροχθίσει τα πάντα.
Έχουν λεηλατήσει τα πάντα.
Είναι ένοχοι πρώτα ως αναφορά τον εαυτό τους.
Έζησαν ξόδεψαν χαράμισαν μια ζωή μένοντας μακριά από τον Ιερό Εαυτό τους. Χωρίς γνώση,χωρίς στόχο προορισμό,συνείδηση, ομορφιά και κατέληξαν στην λήθη. Αμνήμονες μνήμες στείρες και νεκρές άδεια σαρκία.
Έζησαν χωρίς αλήθεια χωρίς μέτρο χωρίς αυτογνωσία,χωρίς συνείδηση, χωρίς το μηδέν άγαν, άναδρα, άτιμα.
Και όχι μόνο έζησαν έτσι αλλά δημιούργησαν και ένα απαράδεκτο
σύστημα εξουσίας και διαχείρισης των αγαθών ιεραρχίες, ιερατεία αφεντάδων και δούλων πίνοντας τρώγοντας και καταστρέφοντας τα πάντα σε υλικό πνευματικό φυσικά συναισθηματικό νοητικό επίπεδο.
Για αυτό είναι ασυγχώρητοι και δεν έχουν καμιά δικαιολογία.
Πρόδωσαν και προδίδουν πάντα πατρίδες ανθρώπους, φίλους, θεούς και το κυριότερο προδίνουν τον εαυτό τους τον Άνθρωπο αφού προδίδουν την υπόσταση του και τον εμποδίζουν να ολοκληρωθεί να συναντήσει την γυναίκα του την ψυχή του, το παιδί του την καρδιά του και ρημάζουν τον νου του κάθε φορά στην λήθη και την λησμονιά.
Τον πνίγουν σε μανιασμένα κύμματα.

ΕΛΖΙΝ

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

ΡΑΨ. χ  MNΗΣΤΗΡΟΦΟΝΙΑ

ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ  Gustave MOREAU 1852 ΜΟΥΣΕΙΟ Gustave MOREAU  ΠΑΡΙΣΙ


Τότε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος γυμνώθη απ᾿ τα κουρέλια και στο κατώφλι απάνω πήδηξε, κρατώντας το δοξάρι  και το γεμάτο σαϊτολόγο του, και τις γοργές σαγίτες αυτοί, μπροστά στα πόδια του, άδειασε, και στους μνηστήρες είπε:  «Πια τέλος πήρε αυτό το αλύπητο δοκίμι μας, και τώρα
διαλέγω άλλο σημάδι, που άνθρωπος κανείς δε βρήκε ακόμα,  να ιδώ αν πετύχω κι αν ο Απόλλωνας μου δώσει αυτή τη δόξα.»


Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΟ ΤΟΞΟ  Derain André 1938
Paris, musée national d'Art moderne - Centre Georges Pompidou
Έτσι σα μίλησε, σημάδεψε και στον Αντίνοο ρίχνει πικρή σαγίτα. Εκείνος άπλωνε μια κούπα να σηκώσει, μαλαματένια, δίχερη, όμορφη᾿ την έπαιζε στα χέρια  κιόλας, κρασί να πιεί, το θάνατο χωρίς να βάζει ο νους του᾿  ήτανε τόσοι δα οι συντράπεζοι — και ποιος το φανταζόταν πως ένας σε πολλούς ανάμεσα, με όσην αντρεία κι αν είχε, άσκημο θάνατο θα του 'δινε κι ασβρλωμένη μοίρα!
Μα ως σημαδεύοντας τον πέτυχε πα στο λαιμό ο Οδυσσέας,  απαντικρύ ο χαλκός επρόβαλε στον τρυφερό του σβέρκο᾿  και χτυπημένος πίσω ανάγειρε και του 'φυγε απ᾿ το χέρι η κούπα, και κρουνός ξεχύθηκε μεμιάς απ᾿ τα ρουθούνια το αίμα το ανθρώπινο, και πέταξε μακριά του το τραπέζι κλωτσώντας το, και χάμω σκόρπισαν τα κρέατα τα ψημένα  και τα ψωμιά, και στο αίμα βάφτηκαν. Κι ασκώσαν οι μνηστήρες βουή τρανή, σαν είδαν άνθρωπος να πέφτει σκοτωμένος᾿  κι απ᾿ τα θρονιά σκιαγμένοι επήδηξαν και τρέχαν δώθε κείθε, κατά τους τοίχους τους καλόχτιστους κοιτάζοντας ολούθε' μα ουδέ σκουτάρι βρίσκαν γύρα τους ουδέ βαρύ κοντάρι.
Και πήραν όλοι με πικρόλογα τον Οδυσσέα να βρίζουν: «Σε άνθρωπο πάνω, ξένε, δόξεψες, κι είναι βαρύ᾿ δοκίμι πια άλλο δε βλέπεις᾿ άωρα αξέφευγο καρτερά το χαμό σου!

Κι είπε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος ταυροκοιτάζοντάς τους: «Σκυλιά, που ελέγατε στο σπίτι μου πως δε γυρίζω πίσω  πια από την Τροία, γι᾿ αυτό μου τρώγατε το βιος στο αρχοντικό μου,
και στανικώς με τις γυναίκες μου πλαγιάζατε τις σκλάβες,  κι ακόμα ζώντας μου το ταίρι μου γυρεύατε σε γάμο, και μήτε τους θεούς φοβόσαστε που ζουν στα ουράνια πλάτη,  μηδέ κι ανθρώπου οργή, πως θα 'ρχουνταν να γδικιωθεί μια μέρα!
Μα τώρα πια πιαστήκατε όλοι σας στου χαλασμού τα δίχτυα!» Αυτά είπε, κι εκείνους ολόχλωμη τους έπιασε τρομάρα, κι ο καθανείς τρογύρα εκοίταζε, του Χάρου να ξεφύγει.
Μόνος απ᾿ όλους τότε ο Ευρύμαχος του απηλογήθη κι είπε: Αν είσαι εσύ ο Οδυσσέας και διάγειρες, ο ρήγας της Ιθάκης,  σωστά μας τα 'πες, τόσα που 'καναν οι Αργίτες κάθε μέρα, ένα σωρό αδικίες στα ξώμερα κι ένα σωρό εδώ μέσα.
Η ΜΝΗΣΤΗΡΟΦΟΝΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΘΕΩΝ LUCA CAMBIASO PALAZZO ROSSO  ΓΕΝΟΒΑ 1545

Μα ο πρώτος φταίχτης σ᾿ όλα κοίτεται τώρα νεκρός, το βλέπεις, ο Αντίνοος᾿ όσα μας μαρτύρησες είναι δουλειές δικές του' κι όχι μαθές γιατί τον έσπρωχνε του γάμου ανάγκη ή πόθος,
μον᾿ άλλα μες στο νου του εδούλευε, που ο γιος του Κρόνου ωστόσο δεν του τα τέλεψε: σκοτώνοντας το γιο σου με καρτέρι να γίνει ατός του της καλόχτιστης Ιθάκης ο ρηγάρχης.
Αυτός σκοτώθηκε, ως του ταίριαζε, μα εσύ λυπήσου τώρα δικούς σου ανθρώπους! Κι όσα φάγαμε κι ήπιαμε εδώ στο σπίτι  θα στα πλερώσουμε συνάζοντας απ᾿ το λαό᾿ θα πάρεις κι απανωτίμι απ᾿ τον καθένα μας, είκοσι βόδια ακέρια ν᾿ αξίζει, και χαλκό και μάλαμα, που πια να μαλακώσει μέσα η καρδιά σου᾿ ως τότε χόλιαζε, και μ᾿ όλο σου το δίκιο!»

Κι είπε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος ταυροκοιτάζοντάς τον:
«Κι αν όλα σας ακόμα, Ευρύμαχε, τα πατρικά μου δώστε, όσο βιος έχετε, και βάλετε κι άλλα από πάνω αλλούθε, μηδ᾿ έτσι εγώ ποτέ τα χέρια μου θα μάκραινα απ᾿ το φόνο, πριχού οι μνηστήρες μου πλερώσετε τις ανομίες σας όλες.

Τα λόγια αυτά σαν είπε ο Ευρύμαχος, το χάλκινο σπαθί του το δίκοπο ξεθηκαρώνοντας απάνω του χιμίζει  με άγριες φωνές. Μα κι ο αρχοντόγεννος ίδια στιγμή Οδυσσέας σαγίτα ρίχνοντας κατάστηθα, πλάι στο βυζί, τον βρήκε᾿  κι ως μες στο σκώτι εχώθη η γρήγορη σαγίτα, από το χέρι του φεύγει το σπαθί, και τρίκλισε και πέφτει, στο τραπέζι  αναδιπλώνοντας, και σκόρπισαν τα φαγητά στο χώμα
και το διπλόγουβο ποτήρι του κι αυτός ψυχομαχώντας πάνω στη γη το μέτωπο έκρουγε, και με τα δυο του πόδια κλωτσούσε το θρονί, και χύθηκε στα μάτια του σκοτάδι.
Ευτύς ο Αμφίνομος ανάσυρε το κοφτερό σπαθί του  κι απαντικρύ πηδώντας χύθηκε στον ξακουστό Οδυσσέα,  την πόρτα μπας κι αφήσει λεύτερη᾿ μα πρόφτασε από πίσω και με το χάλκινο ο Τηλέμαχος τον κάρφωσε κοντάρι μεσοπλατίς, κι αυτό του διάβηκε το στήθος πέρα ως πέρα.
Πέφτει με βρόντο, καταπρόσωπα στη γη χτυπώντας πάνω.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΗΜΙΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΕΔΟΝΤΑ  1812 Thomas Degeorge Musée Roger Quilliot 
Στο γιο του εστράφη κι ανεμάρπαστα κινούσε λόγια τότε:
«Κάποια απ᾿ τις σκλάβες λέω, Τηλέμαχε, του αρχοντικού μας τώρα βαρύ μας ξεσηκώνει πόλεμο, μπορεί κι ο Μελανθέας.»
Και τότε ο γνωστικός Τηλέμαχος του απηλογήθη κι είπε:
«Κύρη, δικό μου είναι το φταίξιμο, δε φταίει κανένας άλλος, που αφήκα ορθάνοιχτη της κάμαρας τη σφιχταρμοδεμένη  πόρτα πριν λίγο, και το πρόσεξαν αυτοί καλύτερα μας.
Τρέξε, Εύμαιε, τώρα, αρχοντογέννητε, την πόρτα να σφαλίσεις,  και ιδές αν είναι, κάποια δούλα μας σε τούτα εδώ μπλεγμένη, για ο Μελανθέας — αυτός φαντάζουμαι πως θα 'ναι, ο γιος του Δόλιου.»

Αυτά είπε, κι όμως δεν του χάριζε τη νίκη ακέρια ακόμα,  τι γύρευε ξανά τη δύναμη και την αντρεία η Παλλάδα και του Οδυσσέα και του περίλαμπρου να δοκιμάσει γιου του.
Γι αυτό με χελιδόνα μοιάζοντας στο μαυροκαπνισμένο Δοκάρι της στέγης πετάχτηκε και κάθισε κει πάνω.
H ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ JOHN RUSH ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ"
Και τους μνηστήρες όμως γκάρδιωναν ο γιος του Δαμαστόρου κι ο Ευρύνομος κι ο Δημοπτόλεμος κι ο Πείσαντρος, το τέκνο του Πολυχτόρου, κι ο Αμφιμέδοντας κι ο Πόλυβος ο γαύρος᾿ τι αυτοί στην αντριγιά ξεχώριζαν απ᾿ τους μνηστήρες όλους, Οι άλλοι νεκροί απ᾿ το τόξο εκοίτουνταν και τις πολλές σαγίτες.
Και τότε ο Αγέλαος πήρε κι έλεγε, ν᾿ ακούσουν όλοι γύρα:
«Φίλοι, τα χέρια του τ᾿ ανίκητα γοργά θα παραλύσουν του 'φυγε ο Μέντορας᾿ παινέματα μονάχα κούφια του 'πε, κι αυτοί ξανά απόμειναν έρημοι στης πόρτας το κατώφλι.
Ωστόσο τα μακριά κοντάρια σας μη ρίχνετε όλοι αντάμα' σεις οι έξι τώρα κονταρέψετε, μονάχα ο Δίας να δώσει τον Οδυσσέα νεκρό να ρίξετε, να σας δοξάσει ο κόσμος' για τους επίλοιπους μη γνοιάζεστε, να πέσει τούτος μόνο!» Αυτά είπε, κι όλοι τους κοντάρεψαν, καθώς τους είχε ορίσει,
με λύσσα, μα η Παλλάδα βίγλιζε και ξεστράτισαν όλα'

Μα ο γιός του Τέρπιου τότε γλίτωσε του Χάρου, ο τραγουδάρης  ο Φήμιος, στους μνηστήρες που 'ψαλλε συχνά, μα αθέλητα του.
Ορθός, κρατώντας την ψιλόφωνη κιθάρα του στα χέρια στο παραπόρτι εβρέθη᾿ δίγνωμη βουλή τον κυβερνούσε: να βγει να κάτσει ικέτης στο βωμό του Δία του τρισμεγάλου,

...κι ο Μέδοντας τον άκουσεν ο μυαλωμένος, τι είχε ζαρώσει κάτω από 'να κάθισμα και κοίτουνταν χωμένος  σε νιόγδαρτο αγελαδοτόμαρο, του Χάρου να γλιτώσει.
Μεμιάς ξεπρόβαλε απ᾿ το κάθισμα κι εγδύθη το τομάρι...


Σήκω, πολύχρονη γερόντισσα, που πιστατείς τις σκλάβες  γυναίκες μέσα στο παλάτι μας, καιρός πια να 'ρθεις μέσα' σε φώναξε μαθές ο κύρης μου, να σου μιλήσει κάτι.» 
Κι αυτή, τους σκοτωμένους βλέποντας και ποταμό το γαίμα,  τρανό θωρώντας έργο, κίνησε στριγγιά φωνή να σύρει  από χαρά, μα αυτός την κράτησε, τη φόρα κόβοντας της, Χάρου από μέσα σου, γερόντισσα, και βάστα, μη φωνάζεις' δε θέλει ο θεός χαρά να δείχνουμε μπροστά σε σκοτωμένους!
Τούτους η μοίρα των αθάνατων και τ᾿ άνομά τους έργα  τους δάμασαν, τι δε λογάριαζαν στον κόσμο απ᾿ τους ανθρώπους  τρανό, αχαμνό — κανένα, αν λάχαινε να τους συντύχει κάποιος,
κι άσκημα τέλη τώρα απόλαψαν από τις αδικίες τους.
Μον᾿ έλα τώρα εσύ, μαρτύρα μου για του σπιτιού τις δούλες.  ποιές απόμειναν ακριμάτιστες και ποιες με ξεψηφούσαν.»
Κι η βάγια Ευρύκλεια τότε μίλησε κι απηλογήθη κι είπε: Για τούτα, γιε μου, που με ρώτησες θα πω την πάσα αλήθεια:
Έχεις πενήντα στο παλάτι σου γυναίκες όλες όλες σκλάβες᾿ αυτές δουλειές τις μάθαμε σιγά σιγά να κάνουν, να ξαίνουν το μαλλί κι υπόμονα να στρέγουν τη σκλαβιά τους.
Μα οι δώδεκα από τούτες, πέφτοντας σε αδιαντροπιά μεγάλη, μήτε και μένα πια λογάριαζαν μηδέ και την κυρά τους  την Πηνελόπη. Κι ο Τηλέμαχος πριν λίγο εγίνηκε άντρας, και δεν τον άφηνε η μητέρα του τις σκλάβες ν᾿ αφεντεύει.

Τώρα στο ανώι γοργά το λιόφωτο, στο ταίρι σου θ᾿ ανέβω, να της τα πω, τι ένας αθάνατος την έχει σ᾿ ύπνο ρίξει.»

Κι ως θα 'χετε όλη πια την κάμαρα τρογύρα συμμαζέψει,  τις δούλες έξω απ᾿ το καλόχτιστο να βγάλτε αρχονταρίκι, και στην αυλή, στο θόλο ανάμεσα και στον πανώριο φράχτη τα κοφτερά σπαθιά ανασέρνοντας χτυπάτε τις και σ᾿ όλες να δώστε θάνατο, τον έρωτα για πάντα να ξεχάσουν,   που εχαίρουνταν ως τώρα σμίγοντας κρυφά με τους μνηστήρες.»
Έτσι όρισε, κι οι δούλες έφτασαν όλες μαζί και μπήκαν πικρά θρηνολογώντας, κι έτρεχε το δάκρυ τους ποτάμι.
Των σκοτωμένων πρώτα σήκωναν και βγάζαν τα κουφάρια, και στης αυλής της καλοτείχιστης το σκεπαστό από κάτω.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΝΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗ ΝΑ ΜΑΖΕΨΟΥΝ ΤΑ ΑΨΥΧΑ ΣΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΝΗΣΤΗΡΩΝ
Nicolas-André Monsiau 1791


Και τότε ο γνωστικός Τηλέμαχος το λόγο επήρε κι είπε:
«Όχι, σ᾿ αυτές δε θέλω θάνατο να δώσω τιμημένο—  που στο κεφάλι της μητέρας μου κι εμένα καταφρόνια σκορπούσαν και ντροπή, και πλάγιαζαν μαζί με τους μνηστήρες!»

ΟΙ ΑΠΙΣΤΟΙ ΔΟΥΛΟΙ (ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ "ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ" ΤΟΥ GUSTAVE MOREAU


Τότε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος απηλογήθη κι είπε:
«Φωτιά πιο πρώτα να μου ανάψουνε στον αντρωνίτη θέλω!»
Είπε, κι η βάγια Ευρύκλεια σύγκλινε στου αφέντη της το λόγο' φωτιά και θειάφι αμέσως έφερε, και θειάφιζε ο Οδυσσέας, το αρχονταρίκι πρώτα κι έπειτα κι αυλή και τ᾿ άλλο σπίτι.
Κι εδιάβη η Ευρύκλεια μέσα απ᾿ τ όμορφο παλάτι του Οδυσσέα,
στις σκλάβες για να πάει το μήνυμα και να τις σπρώξει να 'ρθουν.
Κι αυτές, ως βγήκαν απ᾿ την κάμαρα με τα δαδιά στα χέρια, στον Οδυσσέα τρογύρα εχύθηκαν καλωσορίζοντας τον᾿  κι όπως φιλούσαν το κεφάλι του με αγάπη και τους ώμους, τα χέρια σφίγγοντας του, ολόγλυκος τον πήρε εκείνον πόθος  για κλάματα και βόγγους, τι όλες τους τις γναφιζε η καρδιά του.
 

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

ΡΑΨ.π Τηλεμάχου ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως
 
 
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ PALAZZO MILZETTI FAENZA GIANNI FELICE 1802

Καὶ στὸ καλύβι ὁ πάγκαλος βοσκὸς μὲ τὸ Δυσσέα, ἀνάψαν τὴν αὐγὴ φωτιὰ καὶ τὸ φαῒ τοιμάζαν,
καὶ στεῖλαν ὄξω τοὺς πιστοὺς μαζὶ μὲ τὰ κοπάδια.
Κι οἱ σκύλοι στὸν Τηλέμαχο ποὺ ἐρχόταν, τὴν οὐρά τους σαλεῦαν καὶ δὲ γαύγιζαν· τοὺς νιώθει ὁ Ὀδυσσέας, ἀκούει τὸ ποδοβολητό, καὶ λέει εὐτὺς τοῦ γέρου· “Κάποιος ἐδῶ θὰ σοῦ 'ρχεται, καλέ μου, σύντροφός σου, ἢ κι ἄλλος γνώριμος, ἀφοῦ δὲν ἀλυχτοῦνε οἱ σκύλοι, μόν' ὅλο σειοῦνε τὴν οὐρὰ· καὶ πόδια ἀνθρώπου ἀκούγω
Tὸ λόγο δὲν ἀπόσωσε, κι ὁ ἀκριβογιός του φάνη, καὶ στάθηκε στὰ ξώθυρα· ξαφνίζεται ὁ γερούλης,
ἀναπηδάει, καὶ τοῦ 'πεσαν ἀπὸ τὰ χέρια οἱ κοῦπες, ποὺ τὸ φλογάτο μέσα τους καλόσμιγε κρασί του·
κι ἔτρεξε, βρέθηκε ὀμπροστὰ στὸν ἀκριβό του ἀφέντη, τοῦ φίλησε τὴν κεφαλή, τὰ δυὸ λαμπρά του μάτια, τὰ δυό του χέρια, κι ἔχυσε δάκρυο μαργαριτάρι.
Καὶ σὰν ποὺ τρυφερόκαρδος γονιὸς παιδὶ ἀγκαλιάζει, σὰν ἔρχετ' ἀπ' τᾶ μακρινά, ποὺ ἔλειπε χρόνους δέκα, κι ἦταν στερνὸ καὶ μοναχό, καὶ τοῦ 'καιγε τὰ σπλάχνα, ἔτσι ὁ καλὸς χοιροβοσκὸς τὸ θεόμοιαστό του ἀφέντη στὴν ἀγκαλιά του σφίγγοντας, γλυκὰ τόνε φιλοῦσε, τὸ χάρο σὰ νὰ ξέφυγε, καὶ τοῦ 'λεγε θρηνώντας·

 
Ο ΕΥΜΑΙΟΣ  ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ The Odyssey of Homer (1929) - as illustrated by Wyeth


Κι ἐσύ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τοῦ ἀπολογήθης κι εἶπες·
“Τὴν πᾶσα ἀλήθεια, τέκνο μου, θ' ἀκούσης ἀπὸ μένα· ἀπ' τὴν πλατύχωρη κρατάει ἡ φύτρα του τὴν Κρήτη, καὶ λέει πὼς σὲ πολλὲς θνητῶν πλανήθηκε αὐτὸς χῶρες γυρνώντας· ἔτσι ἡ μοῖρα του τὸ θέλησε· καὶ τώρα ἀπὸ καράβι Θεσπρωτῶν πάλε ἔφυγε, καὶ φάνη μὲς στὸ καλύβι μου· κι ἐγὼ τὸν παραδίνω ἐσένα. Πρᾶξε ὅπως βούλεσαι καὶ θές· ἱκέτη σου τὸν ἔχεις.”
 Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Ἀλλοίς, καὶ τί καρδιόπονο μοῦ φέρνει αὐτός σου ὁ λόγος·καὶ πῶς νὰ τὸν ἀποδεχτῶ τὸν ξένο ἐγὼ στὸ σπίτι, ποὺ νέος ὄντας δύναμη στὸ χέρι μου δὲ νιώθω, μπρὸς σ' ἄντρα νὰ διαφεντευτῶ ποὺ θἀ μὲ βρίση πρῶτος· τῆς μάνας πάλε, μέσα της ὁ νοῦς της ἀναδεύει, τάχα τὴν κλίνη νὰ ντραπῆ τοῦ ἀντρός της καὶ τὸν κόσμο, κι ἔτσι μαζί μου μνήσκοντας νὰ κυβερνάη τὸ σπίτι, γιά ἀπ' τοὺς μνηστῆρες Ἀχαιοὺς ν' ἀκολουθήση ἐκεῖνον, ποὺ τῆς φανῆ ὁ καλύτερος, καὶ φέρη πλέρια δῶρα.
Ὅμως τὸν ξένο τώρα αὐτόν, στὸ σπίτι σου μιὰς κι ἦρθε, θὰ τόνε ντύσω μὲ λαμπρὸ χιτώνα καὶ χλαμύδα, σπαθί μου θά 'χη δίκοπο, καὶ σάνταλα στὰ πόδια, θὰ τόνε στείλω ὅπου ἡ καρδιὰ κι ὁ νοῦς του ἀποθυμήση.
Κάλλιο ἐσὺ κράτα τον ἂν θὲς ἐδῶ, καὶ φίλεψέ τον, κι ἐγὼ σοῦ στέλνω τὰ σκουτια καὶ τὶς προμήθειες ὅλες, νὰ μὴ σᾶς γίνεται ζημιὰ κι ἐσένα καὶ τῶν ἄλλων. Δὲν τὸν ἀφήνω ἐγὼ νὰ ρθῆ κειπέρα στοὺς μνηστῆρες, πὄχουνε τόση ἀποκοτιὰ κι ἀδιαντροπιὰ καὶ κάκια· μὴν τὸν πειράξουν, κι ὕστερα καημὸ πολὺ θὰ τό 'χω.
Στὸν ἄντρα ποὺ χτυπάει πολλούς, μὰ ἂς εἶν' κι ἀντρειωμένος, δύσκολη ἡ νίκη, τὶ πολὺ πιὸ δυνατοί 'ναι ἐκεῖνοι.”

Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Γι' αὐτὰ ὅλα ἐγὼ ξάστερα θὰ σοῦ μιλήσω, ὦ ξένε· μήτ' ὁ λαὸς γιὰ μένανε δὲν ἔχει μῖσος κι ἔχτρα, καὶ μήτ' ἀδέρφια δὲ μοῦ φταῖν, ποὺ αὐτοὶ σὰ σηκωθοῦνε, καὶ μάχη ἂ γίνη φοβερή, μᾶς φέρνουν πάντα θάρρος.
Νά, πῶς ὁ Δίας μᾶς ἔκαμε μονόκληρο τὸ γένος· μοναχογιὸ τὸν γέννησε ὁ Ἀρκείσιος τὸ Λαέρτη·
τὸν Ὀδυσσέα μοναχογιὸ τὸν εἶχε κι ὁ Λαέρτης· καὶ πάλε ὁ Ὀδυσσέας ἐμὲ μοναχοπαίδι μὲ εἶχε,
καὶ στὸ παλάτι μ' ἄφησε, καὶ δὲ μὲ καλοχάρη.  Καὶ τώρα ὀχτροὶ κακόβουλοι μᾶς γέμισαν τὸ σπίτι·
γιατὶ ὅσοι γύρω στὰ νησιὰ πρωτοστατοῦν ἀρχόντοι, Δουλίχι, Σάμη, Ζάκυθο μὲ τὰ δασὰ τὰ δέντρα,
κι ὅσοι στὸ βραχορίζωτο τὸ Θιάκι ἐδῶ ἀρχοντεύουν, ὅλοι ζητοῦν τὴν μάνα μου καὶ μοῦ χαλνοῦν τὸ βιός μου.
Κι ἐκείνη μήτε ἀρνιέται τους γάμο φριχτό, καὶ μήτε τέλος νὰ δώση δύνεται· κι ὁλοένα αὐτοὶ τὸ σπίτι
μοῦ καταλοῦνε· γλήγορα κι ἐμένα θὰ μὲ φᾶνε.
Στὰ χέρια ὡς τόσο τῶν θεῶν ἂς μείνουν ὅλα ἐτοῦτα· τρέξε, κυρούλη, τώρα ἐσύ, καὶ πὲς τῆς Πηνελόπης τῆς φρόνιμης, πὼς ἔφτασα γερὸς ἀπὸ τήν Πύλο.
Ἐγὼ θὰ μείνω ἐδῶ, κι ἐσὺ τὸ μήνυμα σὰ δώσης μόνο σ' αὐτή, γύρισε ἐδῶ· ὅμως Ἀχαιὸς κανένας
νὰ μὴν τὸ μάθη, τὶ πολλοὶ γυρεύουν τὸ κακό μου.”

Τῆς Ἀθηνᾶς δὲν ξέφυγεν ὁ πηγαιμός του ὡς τόσο, μόνε κατέβη ἡ θέαινα, πῆρε μορφὴ γυναίκας
ὥριας καὶ μεγαλόκορμης, σ' ἔργα λαμπρὰ τεχνίτρας, ἔξω ἀπ' τὴ θύρα στάθηκε, καὶ φάνη τοῦ Ὀδυσσέα. Δὲν ἔνιωσε ὁ Τηλέμαχος μήτε εἶδε τὴν Παλλάδα,
τὶ θεὸς δὲ φανερώνεται καθάρια στὸν καθένα· μὰ ὁ Δυσσέας τὴν ξάνοιξε καὶ τὰ σκυλιὰ τὴν εἶδαν,
καὶ δίχως γαύγισμα ἔφυγαν βογγώντας μὲς στὰ βάθια τῆς στάνης. Τοῦ 'γνεψε ἡ θεά, κι ἔνιωσ' αὐτὸς καὶ βγῆκε δίπλα στὸν τοῖχο τῆς αὐλῆς, καὶ στάθηκε ὀμπροστά της· κι ἡ Ἀθηνᾶ κοιτώντας τον τοῦ μίλησε καὶ του εἶπε·  “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, ὅλα πιὰ τώρα ξήγα τα τοῦ γιοῦ σου, μὴν τὰ κρύβης· κι ἅμα τοιμάσετε μαζὶ τὸ φόνο τῶ μνηστήρων, στὴ χώρα τὴν περίλαμπρη νὰ πᾶτε· δὲ θ' ἀργήσω κι ἐγὼ νὰ ἐρθῶ, ποὺ λαχταρῶ ν' ἀγωνιστῶ κοντά σας”.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΘΗΝΑ by John Rush

Εἶπε, καὶ μὲ χρυσὸ ραβδὶ τὸν ἄγγιξε ἡ Παλλάδα καὶ φόρεμα σὰν τοῦ 'βαλε καθάριο καὶ χιτώνα,
τοῦ λάμπρυνε ὅλο τὸ κορμὶ μὲ τὸν ἀνθὸ τῆς νιότης.
Μελαχρινὸς ξανάγινε μὲ πιὸ γεμάτην ὄψη, καὶ μὲ τὰ γένια ὁλόμαυρα τριγύρω στὸ πηγούνι.
Αὐτὰ σὰν τοῦ 'καμε ἡ θεά, τὸν ἄφησε· κι ἐκεῖνος μὲς στὴν καλύβα γύρισε· κι ὁ γιός του σαστισμένος, γύρναε τὰ μάτια κατ' ἀλλοῦ, θεὸς μὴν τύχη κι ἦταν.
Καὶ φώναξέ τον, κι εἶπε του με λόγια φτερωμένα·  “Ἀλλιώτικος μοῦ φάνηκες, ὦ ξένε, ἀπὸ τὰ πρῶτα·
ἄλλα φορεῖς κι ἡ ὄψη σου κι αὐτὴ ἀλλαγμένη τώρα.
Ἕνας θένα 'σαι ἀπ' τοὺς θεοὺς ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια. Ἐλέησέ μας, σοῦ τάζουμε καλόδεχτες θυσίες, καὶ δῶρα χρυσοδούλευτα· προσπέφτω σου, λυπήσου”.
Τότες τοῦ ἀπάντησε ὁ τρανός, πολύπαθος Δυσσέας·
“Θεὸς δὲν εἶμ' ἐγώ· γιατὶ μὲ θεοὺς μὲ παρομοιάζεις; παρὰ εἶμ' ἐγὼ πατέρας σου, ποὺ ἐσὺ γι' αὐτὸν πονώντας τόσα τραβᾶς ἀπὸ κακοὺς καὶ δύστροπους ἀνθρώπους.”
Μ' αὐτὰ τὰ λόγια φίλησε τὸ γιό του, καὶ τὰ δάκρυα τοῦ τρέξαν ἀπ' τὰ μάγουλα, ποὺ ὡς τότες τὰ κρατοῦσε.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ ,ΠΙΣΩ ΤΟΥΣ Η ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ "Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ" Henri-Lucien Doucet  Ecole nationale supérieure des beaux-arts ΠΑΡΙΣΙ

Δὲν ἤθελε ὁ Τηλέμαχος νὰ τὸ πιστέψη ἀκόμα πὼς ἦταν ὁ πατέρας του, κι αὐτὰ τοῦ ἀπολογήθη·
“Δὲν εἶσ' ἐσὺ ὁ πατέρας μου ὁ Ὀδυσσέας, μόν' εἶσαι κάποιος θεὸς καὶ μὲ πλανᾶς, γιὰ νὰ τραβήξω κι ἄλλα·
τὶ δὲ θὰ μπόρειε αὐτὰ θνητὸς νὰ πλάση μοναχός του, δίχως νὰ ἐρθῆ κάποιος θεὸς σιμά, κι ὅπως τοῦ ἀρέσει, τὸν κάμη γέρο ἔτσι εὔκολα, κι ἄξαφνα πάλε νέο.
Τὶ ὡς τώρα γέρος ἤσουνα καὶ φτωχικὰ ντυμένος, καὶ τώρα μοιάζεις τοὺς θεοὺς ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια.”  Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος ἀπάντησέ του κι εἶπε·
“Κι ἂν τάχα ξαναφάνηκε, Τηλέμαχε, ὁ γονιός σου, δὲ σοῦ ταιριάζει ν' ἀπορῆς καὶ νὰ θαμάζης τόσο·
ἄλλος πιὰ ἐδῶ κατόπι μου δὲν ἔρχεται Ὀδυσσέας· ἐγώ 'μαι αὐτός, κι ἀφοῦ πολὺ πλανήθηκα στὰ ξένα, τώρα στὰ χρόνια τὰ εἴκοσι γυρίζω στὴν πατρίδα.
Εἶναι κι αὐτὸ τῆς Ἀθηνᾶς τῆς νικηφόρας ἔργο, ποὺ ὅπως θελήση δύνεται νὰ κάνη με νὰ μοιάζω,
πότε φτωχὸς καὶ ταπεινός, καὶ πότε πάλε νέος, μὲ τὸ κορμί μου ἀρχοντικὰ φορέματα ντυμένο.
Κι εἶν' εὔκολο γιὰ τοὺς θεοὺς ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια, ἢ νὰ δοξάσουν ἄνθρωπο θνητό, ἢ νὰ ταπεινώσουν.”  Εἶπε, καὶ κάθισε· κι ὁ γιὸς στὴν ἀγκαλιά του πῆρε τὸ δοξαστὸ πατέρα του μὲ θρήνους καὶ μὲ δάκρυα. Τότες κι οἱ δυὸ ξεβούρκωσαν, καὶ δυνατὰ στριγγλίζαν,
κι ἀπ' ὄρνια ξεφωνίζοντας πιὸ ἁψὰ κι ἀπὸ σπαράχτες ἀγιοῦπες ἢ θαλασσαϊτούς, ποὺ πῆραν τὰ μικρά τους, ἀκόμα πρὶ φτερώσουνε, τῆς ἐξοχῆς οἱ ἀργάτες· τόσο πικρὰ ἀπ' τὰ βλέφαρα τὰ δάκρυα τους χυνόνταν. Κι ὁ γήλιος θὰ βασίλευε, κι ἀκόμα αὐτοὶ θὰ κλαῖγαν, ἂν ἄξαφνα ὁ Τηλέμαχος τὸν Ὀδυσσέα δὲ ρώτα· “Μὲ τί καράβι φάνηκες ὡς τόσο ἐδῶ, πατέρα; κι οἱ ναῦτες ποὺ σὲ φέρανε ποιοί λέγανε πὼς ἦταν ; Γιατὶ πεζὸς ἐσὺ θαρρῶ δὲν ἦρθες ὡς τὸ Θιάκι.”
Κι ἀπολογήθη του ὁ τρανός, πολύπαθος Δυσσέας· “Ὅλη ἀπ' ἐμένα, τέκνο μου, θ' ἀκούσης τὴν ἀλήθεια. Μὲ φέραν ἐδῶ Φαίακες θαλασσοξακουσμένοι, ποὺ κάθε ξένον προβοδοῦν ποὺ φτάση στὸ νησί τους· μὲ τὸ γοργὸ καράβι τους, καθὼς γλυκοκοιμόμουν, ἦρθαν στὸ Θιάκι, μ' ἔβγαλαν, καὶ μὲ λαμπρὰ μ' ἀφῆκαν δῶρα, χρυσὰ καὶ χάλκινα, καὶ μὲ φαντὰ περίσσια· ὅλα κρυμμένα σὲ σπηλιὰ μὲ θεϊκιὰ βοήθεια.
Τώρα ἦρθα ἐδῶ, τῆς Ἀθηνᾶς τὰ λόγια ἀκολουθώντας, μαζὶ νὰ κανονίσουμε τὸ φόνο τῶν ὀχτρῶ μας.
Καὶ τοὺς μνηστῆρας ἔλα ἐσὺ, κι ἕνα πρὸς ἕνα πές μου, νὰ μάθω πόσοι εἶν' ὅλοι τους, καὶ ποιός εἶν' ὁ καθένας· καὶ μέσα στὸν ἀλάθευτο θὰ μελετήσω νοῦ μου, ἂν ἐμεῖς σώνουμε μαζὶ μ' ἐκείνους νὰ πιαστοῦμε δίχως βοηθοὺς καὶ μοναχοί, γιά κι ἄλλους θὰ χρειαστοῦμε.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπάντησε καὶ του εἶπε·
“Πατέρα, πάντα τ' ἄκουγα τὸ δοξαστὸ ὄνομά σου, πόσο στὸ χέρι μαχητής, στὸ νοῦ μεγάλος ἤσουν·
ὅμως αὐτὸς ὁ λόγος σου τὰ φρένα μου σαστίζει· πῶς δυὸ νομάτοι θὰ πιαστοῦν μὲ τόσους ἀντρειωμένους ;
Κι αὐτοὶ δὲν εἶναι μήτε μιὰ μήτε καὶ δυὸ δεκάδες, μόνε πολὺ περσότεροι· θὰ μάθης τώρα πόσοι.
Ἀπὸ Δουλίχι πρόβαλαν πενήντα δυὸ μνηστῆρες, νέοι ἕνας κι ἕνας, καὶ μ' αὐτοὺς δοῦλοι ἕξ ἀκολουθᾶνε· ἔχουμ' εἰκοσιτέσσερεις λεβέντες ἀπὸ Σάμη. Ἀπὸ τή Ζάκυθο εἴκοσι παιδιὰ Ἀχαιῶν μᾶς ἦρθαν, κι ἀπὸ τὸ Θιάκι δώδεκα μετροῦμε παλληκάρια.
Εἶναι μ' αὐτοὺς κι ὁ Μέδοντας, ὁ κήρυκας καὶ θεῖος τραγουδιστής, μὲ δυὸ μαζὶ παράξιους μοιραστάδες.
Σ' ὅλους αὐτοὺς ἂν πέσουμε σὰ βρίσκουνται ἐκεῖ μέσα, φοβᾶμαι, μὴ μᾶς βγῆ πικρὴ καὶ μαύρη ἡ γδίκιωσή μας.
Μόνε στοχάσου ἂ δύνεσαι νὰ βρῆς στὸ νοῦ σου μέσα διαφεντευτὴ ποὺ πρόθυμα βοήθεια θὰ μᾶς φέρη.”

Ὡς τόσο ἐσύ, καθὼς γλυκοχαράξη, τρέξε, καὶ τοὺς περήφανους ζύγωσ' ἐκεῖ μνηστῆρες·
κατόπι ἐμένανε ὁ βοσκὸς στὴ χώρα θὰ μὲ φέρη, μὲ κακορίζικου μορφὴ καὶ γέρου διακονιάρη.
Κι ἀνίσως μοῦ κακοφερθοῦν ἐκεῖνοι στὸ παλάτι, κράτα τὸν πόνο μέσα σου τὰ πάθια μου θωρώντας·
μὰ κι ἂ μὲ ποδοσέρνουνε στὴ θύρα, καὶ σαγίτες μοῦ ρίχτουν, στέκου ἀτάραγος ἐσὺ κι ἀπόμενέ τα·
καὶ μόνε λέγε τους γλυκὰ τὴν τρέλλα τους νὰ πάψουν· ἀγκαλὰ αὐτοὶ δὲ θὰ σ' ἀκοῦν, τὶ ἡ ὥρα τους ἀγγίζει.

Μὰ κι ἄλλο τώρα θὰ σοῦ πῶ κι ἐσὺ ἔχε το στὸ νοῦ σου·παιδί μου ἀλήθεια ἂν εἶσαι ἐσύ, κι ἀπὸ δικό μας αἶμα, κανένας νὰ μὴ μάθη ἐκεῖ πὼς ἦρθε ὁ Ὀδυσσέας.
Λαέρτης καὶ χοιροβοσκὸς μὴν τύχη καὶ τ' ἀκούσουν· μήτε κανένας τοῦ σπιτιοῦ, καὶ μήτε ἡ Πηνελόπη, παρὰ μονάχοι ἐμεῖς οἱ δυὸ νὰ μάθουμε τὶς γνῶμες  τῶ γυναικῶν, καὶ δοκιμὴ νὰ κάνουμε στοὺς ἄντρες, ποιός ἀπ' τοὺς δούλους μᾶς τιμάει, κι ἀκόμα μᾶς φοβᾶται, καὶ ποιὸς ξεχνᾶ μας κι ἀψηφάει λεβέντη σὰν κι ἐσένα.”
Καὶ τότες ὁ μυριόχαρος τοῦ ἀπολογήθη γιός του·
“Πατέρα, ἀργότερα θαρρῶ θὰ νιώσης τὴν ψυχή μου, καὶ πὼς δὲν ἔχω θένα βρῆς τὰ λογικά μου κούφια· μὰ αὐτὸ ποὺ τώρα μελετᾶς δὲν τό 'χω γιὰ καλό μας.
Στοχάσου το· πολὺν καιρὸ θὰ χάσης ἂν καθέναν νὰ δοκιμάσης ξέχωρα στὰ χτήματα γυρίζης·
κι αὐτοὶ στὸ μεταξὺ θὰ τρῶν τὸ βιὸς μὲς στὰ παλάτια, ἀναπαμένοι, ἀδιάντροποι, καὶ δίχως νὰ λυποῦνται.
Καλό 'ναι ἀλήθεια νὰ κοιτᾶς νὰ μάθης τὶς γυναῖκες, ποιές ἄτιμα σοῦ φέρνουνται καὶ ποιές δὲν ἔχουν κρῖμα· μὰ νὰ γυρνοῦμε τὶς αὐλὲς νὰ δοκιμάζουμε ἄντρες, αὐτὸ δὲν τό 'θελα· στερνὰ νὰ γίνουν κάλλιο ἐτοῦτα, σημάδι ἂν ἔχης φανερὸ τοῦ αἰγιδοφόρου Δία.”



Καὶ στὸ λαμπρὸ σὰν μπήκανε τοῦ Ὀδυσσέα παλάτι, ὁ κήρυκας ἀνάμεσα στὶς παρακόρες εἶπε·
“Ἦρθε ὁ μονάκριβός σου γιός, βασίλισσα, ἀπ' τὴν Πύλο.”
Ζυγώνει κι ὁ χοιροβοσκὸς καὶ λέει τῆς Πηνελόπης ὅλα ὅσα τοῦ παράγγειλε τ' ἀγαπητὸ παιδί της.
Καὶ τοὺς μνηστῆρες ἔπιασε βαρειὰ καρδιὰ καὶ λύπη· καὶ βγῆκαν δίπλα ἀπ' τῆς αὐλῆς τὸν τοῖχο τὸ μεγάλο, καὶ πήγανε, κι ὁλόμπροστα καθίσανε τῆς θύρας.
 Καὶ τότες τοῦ Πολύβου ὁ γιὸς ὁ Εὐρύμαχος τοὺς εἶπε·
“Ἔργο τρανὸ ὁ Τηλέμαχος κατόρθωσε μὲ τόλμη, τέτοιο ταξίδι,— κι εἴπαμε πὼς δὲ θὰ τὸ τελέση·
τώρα καράβι διαλεχτὸ μὲ λαμνοκόπους ἄξιους ἂς ρίξουμε, ποὺ ὁλόταχα τὸ μήνυμα νὰ φέρουν στοὺς φίλους, νὰ γυρίσουνε γοργὰ στὸ Θιάκι πίσω.”
Καὶ τότες τοῦ Εὐπείθη ὁ γιός ὁ Ἀντίνος, σ' αὐτοὺς εἶπε· Ὠχοῦ, πῶς ἀπ' τὸν ὅλεθρο οἱ θεοὶ τόνε γλυτωσαν; Στὰ βράχια τ' ἀνεμόδαρτα σκοποὶ καθόνταν πάντα,
κι ἀπανωτὰ ξαλλάζανε· καὶ σὰ βουτοῦσε ὁ ἥλιος, δὲν ξενυχτούσαμε στὴ γῆς, παρὰ μὲ τό καράβι
γυρνούσαμε ὡς τὸ χάραμα, φυλάγοντας καρτέρι θάνατο στὸν Τηλέμαχο, νὰ πᾶμε πιάνοντάς τον.Κι ὡς τόσο θεὸς τὸ θέλησε, καὶ γύρισε στὸ Θιάκι.
Μὰ ἐμεῖς ἐδῶ ἂς κοιτάξουμε τὸ τέλος του τό μαῦρο, μὴ μᾶς ξεφύγη· τὶ θαρρῶ πὼς ὅσο ζῆ δὲ βγαίνει
πέρα ἡ δουλειά μας, τὶ καὶ νοῦ καὶ γνώση ἐκεῖνος ἔχει, κι ἐμᾶς ἀγάπη ὁ λαὸς σὰν πρῶτα δὲ μᾶς ἔχει.
Μὰ ἀπάνω ἐκεῖ ὁ Ἀμφίνομος ξαγόρεψέ τους κι εἶπε, ὁ γιόκας ὁ μυριόχαρος τοῦ ρήγα Νίσου, γόνου
τοῦ Ἀρήτου, ποὺ ἦρθεν ἀρχηγὸς καὶ κάλλιος τῶ μνηστήρων ἀπ' τὸ Δουλίχι τὸ χλωρό, τὸ σιταροσπαρμένο, καὶ ποὺ τὰ λόγια του ἄρεσαν τῆς ὥριας Πηνελόπης, γιατ' εἶχε πάντα στὴν καρδιὰ περίσσια καλωσύνη.
Αὐτὸς λοιπὸν καλόγνωμα ξαγόρεψέ τους κι εἶπε· Ὦ φίλοι, τὸν Τηλέμαχο ποτὲς δὲ θὰ χαλνοῦσα·
κακό, βασιλικὴ γενιὰ μὲ φονικὸ νὰ σβήσης· τὴ γνώμη κάλλιο ἂς μάθουμε τῶν ἀθανάτων πρῶτα.
Ἂν εἶναι μὲ τὸ θέλημα τοῦ Δία τοῦ βροντορίχτη, κι ἴδιος ἐγὼ τόνε χαλνῶ, κι ὅλους τοὺς ἄλλους σπρώχνω· Μὰ ἂν τὸ μποδίζουνε οἱ θεοί, νὰ πάψετε σᾶς λέγω.”
Εἶπε, καὶ σ' ὅλους ἄρεσαν τοῦ Ἀμφίνομου τὰ λόγια. Κι ἀμέσως σηκωθήκανε καὶ στοῦ Ὀδυσσέα πῆγαν τὸν πύργο, καὶ καθίσανε πὰς στὰ λαμπρὰ θρονιά του.

Τότες στὸ νοῦ τῆς φρόνιμης τῆς Πηνελόπης ἦρθε ὀμπρὸς στοὺς παραδιάντροπους νὰ κατεβῆ μνηστῆρες, γιατὶ ἔμαθε πὼς γύρευαν τὸ τέλος τοῦ παιδιοῦ της, τὶ ὁ κήρυκας ὁ Μέδοντας ποὺ τ' ἄκουσε τῆς τό 'πε. Καὶ μὲ τὶς βάγιες συντροφιὰ μὲς στὰ παλάτια μπῆκε. Κι ἡ ζουλεμένη ἀρχόντισσα σὰν πῆγε στοὺς μνηστῆρες, σιμὰ στὸ στύλο στάθηκε τῆς δουλεμένης στέγης, σηκώνοντας στὴν ὄψη της τὸ λιόλαμπρο φακιόλι, καὶ τὸν Ἀντίνο μάλωσε καὶ μίλησέ του κι εἶπε· “Ἀντίνο, ἀδιάντροπε, κακέ, ποὺ μὲς στὸ Θιάκι σ' ἔχουν γιὰ πρῶτο ἀπ' τοὺς ὁμήλικους στὴ γνώση καὶ στὰ λόγια·μὰ τέτοιος δὲν ἤσουν ἐσύ. Ζουρλέ, πῶς πᾶς καὶ πλέχνεις τοῦ γιοῦ μου μαῦρο θάνατο, καὶ μήτε καὶ σὲ μέλει
γιὰ τοὺς ἱκέτες πὄχουνε τὸ Δία γιὰ μάρτυρά τους;
Μεγάλο κρῖμα εἶναι κακὸ νὰ πλέχνη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου. Ξεχνᾶς πὼς ὁ πατέρας σου μᾶς ἦρθε ἐδῶ ἱκέτης,  σὰν ἔφευγε ἀπὸ τὸ λαὸ ποὺ χόλιασε μαζί του, γιατ' εἶχε πάρει συντροφιὰ ληστὲς ἀπὸ τὴν Τάφο, καὶ χάλασε τοὺς Θεσπρωτοὺς πού 'ταν δικοί μας φίλοι.
Καὶ νὰ τοῦ πάρουν τὴ γλυκειὰ ζωὴ γυρεῦαν τότες, κι ὅλο τ' ἀρίθμητό του βιὸς ν' ἁρπάξουν καὶ νὰ φᾶνε·  μὰ ὅσο αὐτοὶ κι ἂ μάνιαζαν, τοὺς μπόδισ' ὁ Δυσσέας.
Καὶ τώρα, χωρὶς δίκιο ἐσὺ τοῦ καταλεῖς τὸ σπίτι, γυρεύεις τὴ γυναίκα του, σκοτώνεις τὸ παιδί του,
κι ἐμένα μὲ λυπεῖς πικρά. Μὰ ἐγὼ σοῦ λέω νὰ πάψης, νὰ πῆς καὶ τῶ συντρόφω σου νὰ πάψουνε κι ἐκεῖνοι.”
ΠΗΝΕΛΟΠΗ  1843 Jens Adolph Jerichaü  Carlsberg Glyptotek, Copenhagen.

Κι ὁ Εὐρύμαχος τῆς ἀπαντάει, ὁ γόνος τοῦ Πολύβου·  Ὦ Πηνελόπη γνωστικιά, τοῦ Ἰκάριου θυγατέρα, θάρρος, κι ἂς μὴν τὰ νοιάζεται καθόλου ἐδαῦτα ὁ νοῦς σου.
Δὲν ἦρθε ἀκόμα ἐδῶ στὴ γῆς καὶ μήτε θά 'ρθη ἐκεῖνος ποὺ χέρι στὸν Τηλέμαχο τὸ γιό σου θένα βάλη, ὅσο ἐγὼ ζῶ, καὶ βλέπουνε τὰ μάτια μου στὸν κόσμο. Γιατὶ ἕνα λόγο θὰ σοῦ πῶ, κι ὁ λόγος μου θὰ γίνη· θὰ τρέξη στὸ κοντάρι μου εὐτὺς τὸ μαῦρο του αἷμα, τὶ ὁ πολεμόχαρος συχνὰ κι ἐμένανε Ὀδυσσέας στὰ γόνατά του μ' ἔπαιρνε, καὶ μοῦ 'βαζε στὰ χέρια κρέας ψημένο καὶ κρασὶ στὰ χείλη πορφυρένιο.Γι' αὐτὸ καὶ τοῦ Τηλέμαχου περίσσια τοῦ 'χω ἀγάπη, κι ἀπ' τοὺς μνηστῆρες θάνατο νὰ μὴ φοβᾶται ἐκεῖνος· μὰ ἂν εἶναι νά 'ρθη ἀπ' τοὺς θεούς, πῶς νὰ σωθῆ δὲν ἔχει.”
 Μὲ τέτοια τήνε θάρρευε, μὰ φόνο μελετοῦσε. Κι ἐκείνη μὲς στ' ἀνώγια της τὰ θεόλαμπρα ἀνεβαίνει, καὶ κλαίει τὸν Ὀδυσσέα της, ὥσπου ἡ γαλανομάτα θεὰ κατέβασε γλυκὸ στὰ βλέφαρά της ὕπνο.
Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΚΑΙ ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ John Waterhouse 1912 ABERDEEN ART GALLERY & MUSEUMS  Guestrow , Aberdeen - Scotland


Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ Τηλέμαχος χαμογελώντας ρίχτει ματιὰ πρὸς τὸν πατέρα του, κρυφὰ ἀπ' τὸ χοιροτρόφο. Καὶ τὶς δουλειὲς σὰν τέλειωσαν καὶ τοίμασαν τὸ δεῖπνο, καθίσανε κι ἀπόλαψαν τοῦ τραπεζιοῦ τὰ δῶρα. Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, τὴν κλίνη θυμηθήκανε, καὶ χάρηκαν τὸν ὕπνο.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ  Angelica Kauffmann 1770