Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

Το τέλος της εποχής των Μνηστήρων



 Γουίλιαμ Χάμιλτον. 1803. Ο Οδυσσέας σκοτώνει τους μνηστήρες . The Trustees of the British Museum


Τι σημαίνει βίος τόξο και ΖΩΗ
Να ζει έτσι κανείς  ή να μη ζει.

Ποιο είναι το έγκλημα των Μνηστήρων στο νησί της Ιθάκης
Για ποιο πράγμα κατηγορούνται;

Ο Ευρύμαχος διαμαρτύρεται και λέει στον Οδυσσέα:
Γιατί μας κατηγορείς, για τα λίγα γουρουνάκια που φάγαμε;
Δεν ήταν τα λίγα γουρουνάκια που φάγανε το έγκλημα τους και δεν ήταν λίγα, ήταν πολλά, όλα. Συνεχή γλέντια, τραπέζια καφέδες και ποτά, μαζί με τα όργια τα σεξουαλικά με τις δούλες, τα σκουπίδια και την βρωμιά, στην αυλή ενός παλατιού και ενός νησιού που θα έπρεπε όλα να είναι όμορφα τακτοποιημένα και καθαρά.
Ήταν η σπατάλη των πόρων του νησιού, των ενεργειακών αποθεμάτων του νησιού, η κατάχρηση, η μεγάλη διαπλοκή και διαφθορά. Ήταν η καταστροφή της οικονομίας, του εθνικού τονάλ, του δημόσιου χρήματος , της πατρίδας του Οδυσσέα και της περιουσίας ενός βασανισμένου λαού και του μυθικού νησιού του.
Αυτό ήταν το έγκλημα των Μνηστήρων και αυτό εξακολουθεί να είναι διαχρονικά.
Και δεν είναι θέμα ηθικολογίας, είναι θέμα σωστής διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας , αισθητικής και δεοντολογίας.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΦΑΓΟΠΟΤΙ ΤΩΝ ΜΝΗΣΤΗΡΩΝ ΜΙΑΣ ΛΑΜΠΡΗΣ ΧΩΡΑΣ





Τι κάνανε οι Μνηστήρες , ποιοι είναι οι χαρακτήρες τους, ποια ήταν τα χαρακτηριστικά τους
ποιες οι ασχολίες τους και η ζωή τους, πώς περνούσαν τη μέρα τους

Ποιοι ήταν οι αγήνορες οικονομολόγοι, πως διαχειρίστηκαν τους πόρους και τα ενεργειακά αποθέματα του νησιού
Ποια ήταν η περιουσία του Οδυσσέα

Ο Όμηρος μας πληροφορεί πως η περιουσία του Οδυσσέα ήταν άσπετος, ανείπωτος ,πάρα πολύ μεγάλη, πράγμα που σημαίνει ότι η Ιθάκη ήταν ένα πλούσιο νησί που βασίζονταν κυρίως στην γεωργία και στην κτηνοτροφία. Είχε δηλαδή πρωτογενή παραγωγή. Ο Λαέρτης καλλιεργούσε τα κτήματα του γεωργός και καλλιεργητής, αν και βασιλιάς, Ο Εύμαιος φρόντιζε τους χοίρους,ο Φιλοίτιος τα βόδια, η Ευρύκλεια την Πηνελόπη, η Πηνελόπη τον Τηλέμαχο και το σπίτι. Ο Οδυσσέας έλειπε γιατί πήγε στον πόλεμο. Όταν φεύγουν οι Πολεμιστές από το νησί, χορεύουν οι λύκοι οι κατσαρίδες και οι ακρίδες κάνουν πάρτι. Ο Τηλέμαχος μεγάλωνε και πήγε στην Πύλο και τη Σπάρτη να αναζητήσει τον πατέρα του.
Όλοι κάτι κάνανε, εργαζόταν, εκτός από τους Μνηστήρες που δεν κάνανε απολύτως τίποτα, με κανένα ένσημο εργασίας αν και αγήνορες, πρόσωπα του νησιού υψηλά, high society και Vips της Ιθάκης.
Οι Μνηστήρες δεν πήγαν στον πόλεμο, αν και συνομήλικοι του Οδυσσέα, ήταν φαίνεται φιλειρηνικοί τύποι. Μαζί με τα παιδιά των λουλουδιών προτιμούσαν να κάνουν έρωτα με τις δούλες και όχι πόλεμο και να πίνουν γλυκό ναρκωτικό κρασί.
Όλοι τους είναι άγονοι, αν και σε ηλικία γάμου και τεκνοποίησης, πλαγιάζουν μεταξύ τους, πλαγιάζουν με τις δούλες, με καρπούζια με ψυγεία, με ό,τι βρουν μπροστά τους, τρώνε και πίνουν ξαπλωμένοι φαρδιά, όταν δεν παίζουν ανόητα παιχνίδια μαζικά.
Πολιορκούν την Πηνελόπη με μανία, επιδιώκουν να σκοτώσουν τον Τηλέμαχο σε καρτέρι. Του δώσανε πλοίο να φύγει και τον περιμένανε με δόλο στο γυρισμό.

Οι Μνηστήρες ξεκινούσαν το πρωί με ένα πλούσιο πρωινό και όλη την ημέρα, τρώνε του σκασμού και συνεχώς.
Δεν είναι κακό το φαγητό, ούτε το να φάει κανείς, είναι απαραίτητο για να μείνεις ζωντανός.
Το θέμα είναι πόσο θα φας, θα τρως συνέχεια, θα τα φας όλα; Ό,τι βρεις ότι βρίσκεις μπροστά σου θα το τρως, ακρίδα θα καταντήσεις.
Η κύρια ασχολία των Μνηστήρων είναι τα τραπέζια, τα γκαλά, οι συνταγές, τα φαγητά, οι διακοπές, από διακοπές σε διακοπές σε παραδεισένια νερά νησιά και τα γούστα τα ακριβά. Ακριβά γελοία ρούχα, ακριβά αυτοκίνητα, ακριβά γιοτ, ιν μαγαζιά.
Μοιάζουν εδώ πολύ με τους Λωτοφάγους στο νησί των Ταύρων..
Τόση άκρατη ευδαιμονία οδηγεί σε μία συβαρίτικη καταστροφική κοινωνία μαλθακών ηλίθιων ανθρώπων που περνούν τη ζωή τους με σέξι πόζες στα social media και σε χαζοχαρούμενα τηλεοπτικά πρωινά.
Η άλλη κύρια σχόλια των Μνηστήρων είναι το σεξ. Σεξ παντού και πορνό. Σεξ με τις δούλες, πληρωμένες ή εξαναγκασμένες, με κύριο θέμα το σεξ και τις στάσεις στον έρωτα. Πόσο ερωτεύσιμο είναι αυτό το θέαμα που καταντάει αηδιαστικό και για ένα ανθρώπινο ον, θλιβερό.
Θα κάνεις έρωτα και σεξ ως ενήλικας, είναι απαραίτητο στη ζωή, δεν είναι ούτε αμαρτία, ούτε ενοχή. Μη γίνεσαι και γουρούνι.
Το θέμα είναι πόσο σεξ θα κάνεις, με ποιους και πώς;
Θα κάνεις σεξ με γυναίκες που τις πληρώνεις, που τις εξαναγκάζεις, που τις νοικιάζεις το σώμα και την μήτρα τους, που τις βιάζεις ,που τις εκβιάζεις, με ανήλικα παιδιά, με συγγενείς αδερφούς και αδερφές;
Πόσο σεξ θα κάνεις;;;;;

Σεξ και φαγητό, οι κύριες ασχολίες των Μνηστήρων. Μοιάζουν με της Κίρκης, τον Σταθμό. Οι σύντροφοι του Οδυσσέα από το πολύ σεξ, μεταμορφώνονται σε γουρούνια και οι Μνηστήρες τρώνε τους χοίρους και γίνονται ιθακίσια χοιρίδια.

Οι Μνηστήρες, ακρίδες και κατσαρίδες, τρώνε τα πάντα, βόδια, γουρουνάκια, καρότα, λαχανικά και πάσης φύσεως ζαρζαβατικά. Όχι μόνο τρώνε, αλλά φλυαρούν, μιλάνε ασταμάτητα και για το φαγητό και με πόσες συνταγές μπορείς να μαγειρέψεις ένα αρνάκι άσπρο και φτωχό.

Εκτός από το σεξ και το φαγητό, οι Μνηστήρες ασχολούνται με τα σπορ τα παιχνίδια και τον τζόγο. Παίζουν ηλίθια παιχνίδια και τζογάρουν συνεχώς. Τα κύρια χαρακτηριστικά των Μνηστήρων είναι η ανηθικότητα, η απληστία, η λαγνεία, η φιλαυτία, οκνηρία, λαιμαργία, ο έκλυτος βίος, η μεγάλη διαφθορά, η διαπλοκή και ο εκφυλισμός που οδηγεί σε θερμοδυναμικό θάνατο, μια ολόκληρη κοινωνία.
Όταν οι άλλοι άνθρωποι στο νησί της Ιθάκης ξεκινούν ένα δύσκολο εργασιακό πρωινό στα χωράφια στα κτήματα στα εργοστάσια, οι Μνηστήρες αρχίζουν την κραιπάλη χωρίς σταματημό. Σε άκρατο ευδαιμονισμό με το σλόγκαν ,σε όλες τις κλίσεις, να κρατεί τον χορό.,
Να περνάω καλά, να περνάει καλά, να περνάμε καλά, να περνάτε καλά, να περνάτε καλά…λαλαλα.
Αυτό είναι το κύριο μότο των Μνηστήρων, να περνάνε καλά, με άφθονο σεξ ,παιχνίδια πολλά και μπόλικο φαγητό
Δεν υπάρχουν πιο ελεεινοί χαρακτήρες στα Ομηρικά Έπη, από τους Μνηστήρες. Ακόμη και τα τρωκτικά, οι Τρώες, μπροστά τους μοιάζουν επιβλητικοί αρουραίοι. Ο Έκτορας, το πρωτοπαλίκαρο των Τρώων, είναι μεγάλος πολεμιστής, αγαπάει τη γυναίκα του, λατρεύει το παιδί του, σέβεται την Ελένη, υπερασπίζει την πόλη του, προστατεύει τον παρδαλό και δειλό αδερφό του.
Δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις στον αντίπαλο με την εντιμότητα ενός πολεμιστή, ένα καλό του χαρακτηριστικό, όταν το διαθέτει.
Οι Μνηστήρες δεν είναι Τρώες είναι Αχαιοί, Ιθακίσιοι ή Ζακυνθινοί, στην καταγωγή είναι έλληνες, μικροί και ποταποί, ΕΦΙΑΛΤΕΣ πραγματικοί, προδότες του Εαυτού τους, της χώρας τους και του νησιού τους.
Αντί να πάνε πολεμήσουν για την τιμή της Ελλάδος, προτίμησαν να μείνουν στο νησί μαζί με τα γυναικόπαιδα, αξιοθρήνητοι δειλοί και να κυνηγούν τις δούλες στο κελάρι. Αντί να προστατεύσουν το νησί με την απουσία του Οδυσσέα , να στηρίξουν την Πηνελόπη, ( ούτε οι Τρώες δεν συμπεριφέρθηκαν έτσι σε μια γυναίκα και στην Ελένη ), να βοηθήσουν τον Τηλέμαχο, να εργαστούν κάνοντας παράγοντας κάτι ωφέλιμο για τον τόπο και καλό,, τι κάνουν αυτοί;;;
Τρώνε και πίνουν από το βράδυ ως το πρωί. Ξεκοκαλίζουν την περιουσία του Οδυσσέα και όλα τα ενεργειακά αποθέματα της ΙΘάκης.
Ούτε ένα τραπέζι με τα χέρια τους δεν έχουνε φτιάξει και δεν μπορούν να βιδώσουν μία βίδα και ένα καρφί. Ο Οδυσσέας έφτιαξε το κρεβάτι μόνος του , την σχεδία με τα χέρια του.
Τα σεξουαλικά τους όργια και τα μεροβίγγεια πάρτι με τις δούλες, ξεπουπουλιασμένες «κότες «αφήνουν εποχή σε Ντόλτσε Βίτα γλυκιά ζωή με τα Μάτια ερμητικά κλειστά.
Αυτοί είναι οι Μνηστήρες. Αυτά είναι τα χαρακτηριστικά τους και αυτή είναι η ζωή, ο βίος, οι ημέρες τους ή, αυτό που λένε “ζωή”.
Πιστεύει κανείς, ότι η ζωή είναι να ξυπνάς το πρωί και να τρέχεις από πάρτι σε πάρτι, από τραπέζι σε τραπέζι, από τηλεπαράθυρο σε τηλεπαράθυρο, από φαγητό σε φαγητό και από μία σελίδα πορνό σε άλλη;
Πιστεύει κανείς, ότι είναι ζωή να μην κάνεις ποτέ και τίποτα και κάτι καλό και δημιουργικό;
Πιστεύει κανείς, ότι είναι ζωή να κάνεις σεξ με μία γυναίκα να την οδηγείς στην πορνεία , να την εξαναγκάζεις, να τη βιάζεις, να την αναγκάζεις να σε ανεχτεί;
Πιστεύεις , ότι μπορεί να έχεις παιδί από αυτή τη γυναίκα που σε σιχαίνεται και σε περιφρονεί;
Ή πιστεύεις κανείς, ότι έτσι μπορεί να λύσεις το δημογραφικό πρόβλημα σε ένα νησί.
Οι Μνηστήρες δεν καταστρέφουν μόνο την περιουσία του Οδυσσέα, τη δημόσια περιουσία του νησιού, καταστρέφουν και το εθνικό τονάλ μαζί με το προσωπικό, γιατί αποτελούν το χειρότερο παράδειγμα για έναν παιδί και ένα νέο άνθρωπο, ένα νεαρό. Αυτό είναι το χειρότερο. Οικονομία, που βασίζεται στο σεξ των χοίρων, τα τραπέζια, το φαγητό, τα ναρκωτικά του κρασιού, την δουλεία και τα πορνό, δεν είναι ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, είναι οργανωμένη μαφία, εγκληματική οργάνωση με ένα διεφθαρμένο ΝΟΝΟ.
Τι βλέπει ένα παιδί και ένας νέος άνθρωπος , σε αυτή την διεφθαρμένη Αυλή των Αγήνορων Κυβερνητών του νησιού;, Μια ατέλειωτη διαφθορά των σκουπιδιών που καμία αξία δεν επικρατεί; Ποιο είναι το παράδειγμα των Κεφαλών ;
Τους Μνηστήρες να πίνουν και θα γλεντούν, τις δούλες να πηγαινοέρχονται για να τους εξυπηρετούν.
Ποιο είναι το μέλλον αυτού του νησιού; Ποιο είναι το μέλλον της Ιθάκης;
Ποιο είναι το μέλλον αυτού του παιδιού;
Οι Μνηστήρες, σκιές στον Άδη, σαν νυχτερίδες τσιρίζουν και παραπονιούνται στον Αγαμέμνονα πως τους σκότωσε ο Οδυσσέας, σε έναν ομηρικό υπερρεαλισμό σουρεαλισμό. Στην πραγματικότητα όμως, στο πραγματικό ρεαλισμό, αυτό που σκότωσε τους Μνηστήρες και τους σκοτώνει πάντα, είναι αυτή τους η επιλογή για τον διεφθαρμένο έκλυτο βίο που διάγουν και δεν είναι, ούτε λέγεται ΖΩΗ.
Στην πραγματικότητα οι Μνηστήρες είναι νεκροί, πριν τους σκοτώσει ο Οδυσσέας και άλλος «κανένας «. Ήταν περιπατώντες νεκροί και ….εξακολουθούν να είναι. Το έχουνε ξεχάσει, αλλά κάποιος πρέπει να τους το πει και να τους θυμίσει. Τους το θύμισε ο μεγάλος μας Ποιητής …με τον τρόπο του. Και το θυμίζει πάντα σε ευθυτενές βέλος στο διηνεκές της αιωνιότητας και μιας ημέρας.

"Η Odyssey Symphony είναι η δεύτερη συμφωνική συμφωνική μπάντα του Robert W. Smith .

Ο Smith χρησιμοποιεί ένα τύμπανο με ελατήριο, ραβδιά ανέμου και σφυρίχτρες ανέμου για να προσομοιώσει τον ήχο ενός τόξου που κορδώνεται και βελών που απελευθερώνονται, όλα ολοκληρώνονται από τις επαναλήψεις του "Theme Odysseus"

Ιθάκη"Ο Οδυσσέας και το βέλος"Για να παράγει τον ήχο των βελών που απελευθερώνονται/πετούν, το τμήμα κρουστών χτυπά ένα τύμπανο ελατηρίου με ένα μεγάλο τρίγωνο χτυπητήρι και λυγίζει μια πίσσα τιμπάνι προς τα πάνω καθώς το τόξο κορδώνεται. Όταν τα βέλη περνούν, οι σφυρίχτρες του ανέμου και τα ραβδιά του ανέμου παίζουν διαδοχικά, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση των βελών που σφυρίζουν με μεγάλες ταχύτητες."




Η οικονομία στο νησί της Ιθάκης την Εποχή των Μνηστήρων



Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΣΤΗΝ ΠΥΛΟ

ΤΑ ΕΝ ΠΥΛΩ   
Την όμορφη τη λίμνη αφήνοντας, στα ολόχαλκα τα ουράνια
πρόβαλε ο γήλιος, στους αθάνατους το φως του να χαρίσει
και στους θνητούς, στα πολυκάρπιστα της γης χωράφια απάνω·
και τούτοι έφταναν στην καλόχτιστη την Πύλο, του Νηλέα
το κάστρο· εκεί στην ώρα επρόσφερναν θυσίες στον Κοσμοσείστη
το γαλαζόχαιτο κατάμαυρους στο περιγιάλι ταύρους.
σ΄ εννιά σειρές κάθονταν όλοι τους — σειρά και πεντακόσιοι —
κι ομπρός στην καθεμιά τους κοίτουνταν εννιά σφαγμένοι ταύροι.

Κι απάνω που ΄χαν φάει τα σπλάχνα τους και τα μεριά θα καίγαν
στον Ποσειδώνα, εκείνοι ετράβηξαν γραμμή για το λιμάνι,
και τα πανιά μαΐναραν του άρμενου, το άραξαν κι όξω βγήκαν·
κι ως βγήκε απ΄ το άρμενο ο Τηλέμαχος, την Αθηνά ακλουθώντας,
πρώτη η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, το λόγο επήρε κι είπε:
«Τηλέμαχε, η ντροπή τον τόπο της δεν έχει εδώ καθόλου·
για τούτο και το πέλαο διάβηκες, τον κύρη σου να μάθεις
ποιο χώμα εβρέθη και τον σκέπασε και ποια τον βρήκε μοίρα.


Έτσι η θεά δεόταν, μόνη της τα τέλευε όμως όλα.
Κι ως στου Οδυσσέα το γιο παράδωκε τη δίγουβη ώρια κούπα,
με τη σειρά του κι ο Τηλέμαχος στον Ποσειδώνα ευκήθη.
 
 
 
Μα του Οδυσσέα του αρχοντογέννητου τον άξιο γιο κει πέρα
ο αλογατάς γερήνιος Νέστορας σε καλοτρυπημένη
κλίνη τον κοίμισε, στο αχόλαλο το σκεπαστό του μέσα·
κι έβαλε πλάι του τον Πεισίστρατο τον αντρειανό να πέσει,
που από τους γιους του ακόμα ανύπαντρος καθόταν στο παλάτι·
ατός του στου αψηλού κοιμήθηκε του παλατιού το βάθος,
εκεί που του᾿ στρωνε το ταίρι του και πλάγιαζε μαζί του.
 
 
 
 Ωστόσο τον Τηλέμαχο έλουζε του Νέστορα μια κόρη
όμορφη, κι ήταν η μικρότερη στα χρόνια, η Πολυκάστη.
Κι ως τον απόλουσε, τον άλειψε με μυρωμένο λάδι
κι όμορφή πέρασε στους ώμους του χλαμύδα και χιτώνα,
κι απ΄ το λουτρό θαρρείς αθάνατος επρόβαλε στην όψη,
και τράβηξε κοντά στο Νέστορα το ρήγα να καθίσει.
Κι η Αυγή σα φάνη η πουρνογέννητη και ροδοδαχτυλάτη,
ζέψαν τ΄ αλόγατα κι ανέβηκαν στο πλουμισμένο αμάξι,
και βγήκαν όξω απ΄ την αυλόπορτα και το βουερό χαγιάτι.
Δίνει βιτσιά να φύγουν τ΄ άλογα, κι αυτά, γοργά ως πετούσαν,
σε λίγο φτάσαν στον πολύσταρο τον κάμπο και τελεύαν
το δρόμο· μ΄ έτοια ορμή τ΄ αλόγατα τα γρήγορα τους σέρναν
και πήρε ο γήλιος και βασίλεψε κι ισκιώσαν όλοι οι δρόμοι.


Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ

Η ΑΜΑΞΑ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ by Peupin,  1814
"αὐτὰρ Τηλέμαχος προσέφη γλαυκῶπιν Ἀθήνην,ἄγχι σχὼν κεφαλήν, ἵνα μὴ πευθοίαθ᾽ οἱ ἄλλοι·"ξεῖνε φίλ᾽, ἦ καὶ μοι νεμεσήσεαι ὅττι κεν εἴπω;τούτοισιν μὲν ταῦτα μέλει, κίθαρις καὶ ἀοιδή,
ῥεῖ᾽, ἐπεὶ ἀλλότριον βίοτον νήποινον ἔδουσιν, ἀνέρος, οὗ δή που λεύκ᾽ ὀστέα πύθεται ὄμβρῳ
κείμεν᾽ ἐπ᾽ ἠπείρου, ἢ εἰν ἁλὶ κῦμα κυλίνδει. εἰ κεῖνόν γ᾽ Ἰθάκηνδε ἰδοίατο νοστήσαντα,
πάντες κ᾽ ἀρησαίατ᾽ ἐλαφρότεροι πόδας εἶναι ἢ ἀφνειότεροι χρυσοῖό τε ἐσθῆτός τε."

" Λέει τότε ὁ Τηλέμαχος τῆς γαλανοματούσας θεᾶς, κοντά της σκύβοντας, νὰ μὴν ἀκούσουν οἱ ἄλλοι·“Τάχα θὰ κρίνης ἄπρεπο τὸ τί θὰ πῶ, καλέ μου; Αὐτοὶ στὸ νοῦ τους ἔχουνε κιθάρες καὶ τραγούδια, καὶ τί τοὺς μέλει; ξένο βιὸς ἀπλέρωτα μασᾶνε, τοῦ ἀντροῦ ποὺ τ' ἄσπρα κόκκαλα μὲς στὶς βροχὲς σαπίζουν πὰς σὲ στεριὲς, ἢ στ' ἁρμυρὸ κυλιοῦνται ἴσως τὸ κῦμα.
Μιὰς νὰ τὸν ἔβλεπαν ἐκειὸν νὰ μπαίνη μὲς στὸ Θιάκι, καὶ θὰ παρακαλούσανε νά 'ναι ἀλαφροὶ στὰ πόδια κάλλιο, παρὰ στὶς φορεσὲς καὶ στὰ χρυσάφια πλούσιοι. "
Μετάφραση Ἀργύρη Ἐφταλιώτη
 

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ

"Η ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΤΟΥ ΜΕΝΤΟΡΑ-ΑΘΗΝΑ"
Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΑΚΟΥΕΙ ΤΙΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΤΟΥ ΜΕΝΤΟΡΑ   Charles – Joseph Natoire, 1740  Musée de Troyes  ΓΑΛΛΙΑ

"....Κι ἐσένα γνώμη φρόνιμη σοῦ δίνω, ἂν θὲς ν' ἀκούσης·
καράβι μὲ εἴκοσι κουπιά, καλό, σὰν πάρης, ἔβγα
νὰ μάθης γιὰ τὸν κύρη σου τὸν πολυπλανημένο·
ἢ κάποιος θὰ σοῦ πῆ θνητός, ἢ τὴ φωνὴ θ' ἀκούσης
ποὺ στέλνει ὁ Δίας, καὶ στὴ γῆς συχνὰ σκορπάει τὶς φῆμες.
Πρῶτα στὴν Πύλο, καὶ ρωτᾶς τὸ Νέστορα τὸ μέγα·
σύρε κατόπι στὸν ξανθὸ τῆς Σπάρτης τὸ Μενέλα,
τὸν πιὸ στερνὸ χαλκοάρματο Ἀχαιὸ ποὺ γύρσε πίσω.
Κι ἂ μάθης πὼς ὁ κύρης σου καὶ ζῆ καὶ θὰ γυρίση,
ἀπάντεξε, ὅσο κι ἂν πονῆς, ὡς ἕνα χρόνο ἀκόμα·
ἂν πάλε πὼς ἀπέθανε καὶ πὼς σοῦ χάθη ἀκούσης
γυρίζεις πίσω στὰ γλυκὰ λημέρια τῆς πατρίδας,
τοῦ στήνεις μνῆμα, νεκρικὰ πολλὰ τοῦ θέτεις δῶρα,
ὅσα τοῦ πρέπουν, κι ὕστερα παντρεύεις καὶ τή μάνα.
Καὶ σὰν τὰ πράξης ὅλ' αὐτὰ καὶ τὰ καλοτελειώσης,
μὲς στὸ μυαλό σου γύρισε καὶ μέσα στήν ψυχή σου
τὸ πῶς σ' αὐτοὺς τούς πύργους σου θὰ λυώσης τοὺς μνηστῆρες
εἴτε μὲ δόλο, ἢ φανερά· τὶ πιὰ δὲν σοῦ ταιριάζει
μωρὸ παιδὶ νὰ φαίνεσαι, μικρὸς ἀφοῦ δὲν εἶσαι."ΡΑΨ. α 284-296
Σὰν εἶπε αὐτὰ ξεκίνησε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα,
κι ἔγιν' ἀϊτὸς καὶ πέταξε· μὲς στὴν καρδιά του ὡς τόσο
ἀφῆκε θαρρεσιὰ κι ἀντρειά, καὶ τοῦ γονιοῦ του ἡ μνήμη
πιὸ ζωντανὴ ξανάρχουνταν· ξιππάστηκε ἡ ψυχή του,
καὶ θάμασε, γιατὶ θεὸς κατάλαβε πὼς ἦταν.

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

ΡΑΨ. χ  MNΗΣΤΗΡΟΦΟΝΙΑ

ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ  Gustave MOREAU 1852 ΜΟΥΣΕΙΟ Gustave MOREAU  ΠΑΡΙΣΙ


Τότε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος γυμνώθη απ᾿ τα κουρέλια και στο κατώφλι απάνω πήδηξε, κρατώντας το δοξάρι  και το γεμάτο σαϊτολόγο του, και τις γοργές σαγίτες αυτοί, μπροστά στα πόδια του, άδειασε, και στους μνηστήρες είπε:  «Πια τέλος πήρε αυτό το αλύπητο δοκίμι μας, και τώρα
διαλέγω άλλο σημάδι, που άνθρωπος κανείς δε βρήκε ακόμα,  να ιδώ αν πετύχω κι αν ο Απόλλωνας μου δώσει αυτή τη δόξα.»


Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΟ ΤΟΞΟ  Derain André 1938
Paris, musée national d'Art moderne - Centre Georges Pompidou
Έτσι σα μίλησε, σημάδεψε και στον Αντίνοο ρίχνει πικρή σαγίτα. Εκείνος άπλωνε μια κούπα να σηκώσει, μαλαματένια, δίχερη, όμορφη᾿ την έπαιζε στα χέρια  κιόλας, κρασί να πιεί, το θάνατο χωρίς να βάζει ο νους του᾿  ήτανε τόσοι δα οι συντράπεζοι — και ποιος το φανταζόταν πως ένας σε πολλούς ανάμεσα, με όσην αντρεία κι αν είχε, άσκημο θάνατο θα του 'δινε κι ασβρλωμένη μοίρα!
Μα ως σημαδεύοντας τον πέτυχε πα στο λαιμό ο Οδυσσέας,  απαντικρύ ο χαλκός επρόβαλε στον τρυφερό του σβέρκο᾿  και χτυπημένος πίσω ανάγειρε και του 'φυγε απ᾿ το χέρι η κούπα, και κρουνός ξεχύθηκε μεμιάς απ᾿ τα ρουθούνια το αίμα το ανθρώπινο, και πέταξε μακριά του το τραπέζι κλωτσώντας το, και χάμω σκόρπισαν τα κρέατα τα ψημένα  και τα ψωμιά, και στο αίμα βάφτηκαν. Κι ασκώσαν οι μνηστήρες βουή τρανή, σαν είδαν άνθρωπος να πέφτει σκοτωμένος᾿  κι απ᾿ τα θρονιά σκιαγμένοι επήδηξαν και τρέχαν δώθε κείθε, κατά τους τοίχους τους καλόχτιστους κοιτάζοντας ολούθε' μα ουδέ σκουτάρι βρίσκαν γύρα τους ουδέ βαρύ κοντάρι.
Και πήραν όλοι με πικρόλογα τον Οδυσσέα να βρίζουν: «Σε άνθρωπο πάνω, ξένε, δόξεψες, κι είναι βαρύ᾿ δοκίμι πια άλλο δε βλέπεις᾿ άωρα αξέφευγο καρτερά το χαμό σου!

Κι είπε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος ταυροκοιτάζοντάς τους: «Σκυλιά, που ελέγατε στο σπίτι μου πως δε γυρίζω πίσω  πια από την Τροία, γι᾿ αυτό μου τρώγατε το βιος στο αρχοντικό μου,
και στανικώς με τις γυναίκες μου πλαγιάζατε τις σκλάβες,  κι ακόμα ζώντας μου το ταίρι μου γυρεύατε σε γάμο, και μήτε τους θεούς φοβόσαστε που ζουν στα ουράνια πλάτη,  μηδέ κι ανθρώπου οργή, πως θα 'ρχουνταν να γδικιωθεί μια μέρα!
Μα τώρα πια πιαστήκατε όλοι σας στου χαλασμού τα δίχτυα!» Αυτά είπε, κι εκείνους ολόχλωμη τους έπιασε τρομάρα, κι ο καθανείς τρογύρα εκοίταζε, του Χάρου να ξεφύγει.
Μόνος απ᾿ όλους τότε ο Ευρύμαχος του απηλογήθη κι είπε: Αν είσαι εσύ ο Οδυσσέας και διάγειρες, ο ρήγας της Ιθάκης,  σωστά μας τα 'πες, τόσα που 'καναν οι Αργίτες κάθε μέρα, ένα σωρό αδικίες στα ξώμερα κι ένα σωρό εδώ μέσα.
Η ΜΝΗΣΤΗΡΟΦΟΝΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΘΕΩΝ LUCA CAMBIASO PALAZZO ROSSO  ΓΕΝΟΒΑ 1545

Μα ο πρώτος φταίχτης σ᾿ όλα κοίτεται τώρα νεκρός, το βλέπεις, ο Αντίνοος᾿ όσα μας μαρτύρησες είναι δουλειές δικές του' κι όχι μαθές γιατί τον έσπρωχνε του γάμου ανάγκη ή πόθος,
μον᾿ άλλα μες στο νου του εδούλευε, που ο γιος του Κρόνου ωστόσο δεν του τα τέλεψε: σκοτώνοντας το γιο σου με καρτέρι να γίνει ατός του της καλόχτιστης Ιθάκης ο ρηγάρχης.
Αυτός σκοτώθηκε, ως του ταίριαζε, μα εσύ λυπήσου τώρα δικούς σου ανθρώπους! Κι όσα φάγαμε κι ήπιαμε εδώ στο σπίτι  θα στα πλερώσουμε συνάζοντας απ᾿ το λαό᾿ θα πάρεις κι απανωτίμι απ᾿ τον καθένα μας, είκοσι βόδια ακέρια ν᾿ αξίζει, και χαλκό και μάλαμα, που πια να μαλακώσει μέσα η καρδιά σου᾿ ως τότε χόλιαζε, και μ᾿ όλο σου το δίκιο!»

Κι είπε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος ταυροκοιτάζοντάς τον:
«Κι αν όλα σας ακόμα, Ευρύμαχε, τα πατρικά μου δώστε, όσο βιος έχετε, και βάλετε κι άλλα από πάνω αλλούθε, μηδ᾿ έτσι εγώ ποτέ τα χέρια μου θα μάκραινα απ᾿ το φόνο, πριχού οι μνηστήρες μου πλερώσετε τις ανομίες σας όλες.

Τα λόγια αυτά σαν είπε ο Ευρύμαχος, το χάλκινο σπαθί του το δίκοπο ξεθηκαρώνοντας απάνω του χιμίζει  με άγριες φωνές. Μα κι ο αρχοντόγεννος ίδια στιγμή Οδυσσέας σαγίτα ρίχνοντας κατάστηθα, πλάι στο βυζί, τον βρήκε᾿  κι ως μες στο σκώτι εχώθη η γρήγορη σαγίτα, από το χέρι του φεύγει το σπαθί, και τρίκλισε και πέφτει, στο τραπέζι  αναδιπλώνοντας, και σκόρπισαν τα φαγητά στο χώμα
και το διπλόγουβο ποτήρι του κι αυτός ψυχομαχώντας πάνω στη γη το μέτωπο έκρουγε, και με τα δυο του πόδια κλωτσούσε το θρονί, και χύθηκε στα μάτια του σκοτάδι.
Ευτύς ο Αμφίνομος ανάσυρε το κοφτερό σπαθί του  κι απαντικρύ πηδώντας χύθηκε στον ξακουστό Οδυσσέα,  την πόρτα μπας κι αφήσει λεύτερη᾿ μα πρόφτασε από πίσω και με το χάλκινο ο Τηλέμαχος τον κάρφωσε κοντάρι μεσοπλατίς, κι αυτό του διάβηκε το στήθος πέρα ως πέρα.
Πέφτει με βρόντο, καταπρόσωπα στη γη χτυπώντας πάνω.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΗΜΙΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΕΔΟΝΤΑ  1812 Thomas Degeorge Musée Roger Quilliot 
Στο γιο του εστράφη κι ανεμάρπαστα κινούσε λόγια τότε:
«Κάποια απ᾿ τις σκλάβες λέω, Τηλέμαχε, του αρχοντικού μας τώρα βαρύ μας ξεσηκώνει πόλεμο, μπορεί κι ο Μελανθέας.»
Και τότε ο γνωστικός Τηλέμαχος του απηλογήθη κι είπε:
«Κύρη, δικό μου είναι το φταίξιμο, δε φταίει κανένας άλλος, που αφήκα ορθάνοιχτη της κάμαρας τη σφιχταρμοδεμένη  πόρτα πριν λίγο, και το πρόσεξαν αυτοί καλύτερα μας.
Τρέξε, Εύμαιε, τώρα, αρχοντογέννητε, την πόρτα να σφαλίσεις,  και ιδές αν είναι, κάποια δούλα μας σε τούτα εδώ μπλεγμένη, για ο Μελανθέας — αυτός φαντάζουμαι πως θα 'ναι, ο γιος του Δόλιου.»

Αυτά είπε, κι όμως δεν του χάριζε τη νίκη ακέρια ακόμα,  τι γύρευε ξανά τη δύναμη και την αντρεία η Παλλάδα και του Οδυσσέα και του περίλαμπρου να δοκιμάσει γιου του.
Γι αυτό με χελιδόνα μοιάζοντας στο μαυροκαπνισμένο Δοκάρι της στέγης πετάχτηκε και κάθισε κει πάνω.
H ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ JOHN RUSH ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ"
Και τους μνηστήρες όμως γκάρδιωναν ο γιος του Δαμαστόρου κι ο Ευρύνομος κι ο Δημοπτόλεμος κι ο Πείσαντρος, το τέκνο του Πολυχτόρου, κι ο Αμφιμέδοντας κι ο Πόλυβος ο γαύρος᾿ τι αυτοί στην αντριγιά ξεχώριζαν απ᾿ τους μνηστήρες όλους, Οι άλλοι νεκροί απ᾿ το τόξο εκοίτουνταν και τις πολλές σαγίτες.
Και τότε ο Αγέλαος πήρε κι έλεγε, ν᾿ ακούσουν όλοι γύρα:
«Φίλοι, τα χέρια του τ᾿ ανίκητα γοργά θα παραλύσουν του 'φυγε ο Μέντορας᾿ παινέματα μονάχα κούφια του 'πε, κι αυτοί ξανά απόμειναν έρημοι στης πόρτας το κατώφλι.
Ωστόσο τα μακριά κοντάρια σας μη ρίχνετε όλοι αντάμα' σεις οι έξι τώρα κονταρέψετε, μονάχα ο Δίας να δώσει τον Οδυσσέα νεκρό να ρίξετε, να σας δοξάσει ο κόσμος' για τους επίλοιπους μη γνοιάζεστε, να πέσει τούτος μόνο!» Αυτά είπε, κι όλοι τους κοντάρεψαν, καθώς τους είχε ορίσει,
με λύσσα, μα η Παλλάδα βίγλιζε και ξεστράτισαν όλα'

Μα ο γιός του Τέρπιου τότε γλίτωσε του Χάρου, ο τραγουδάρης  ο Φήμιος, στους μνηστήρες που 'ψαλλε συχνά, μα αθέλητα του.
Ορθός, κρατώντας την ψιλόφωνη κιθάρα του στα χέρια στο παραπόρτι εβρέθη᾿ δίγνωμη βουλή τον κυβερνούσε: να βγει να κάτσει ικέτης στο βωμό του Δία του τρισμεγάλου,

...κι ο Μέδοντας τον άκουσεν ο μυαλωμένος, τι είχε ζαρώσει κάτω από 'να κάθισμα και κοίτουνταν χωμένος  σε νιόγδαρτο αγελαδοτόμαρο, του Χάρου να γλιτώσει.
Μεμιάς ξεπρόβαλε απ᾿ το κάθισμα κι εγδύθη το τομάρι...


Σήκω, πολύχρονη γερόντισσα, που πιστατείς τις σκλάβες  γυναίκες μέσα στο παλάτι μας, καιρός πια να 'ρθεις μέσα' σε φώναξε μαθές ο κύρης μου, να σου μιλήσει κάτι.» 
Κι αυτή, τους σκοτωμένους βλέποντας και ποταμό το γαίμα,  τρανό θωρώντας έργο, κίνησε στριγγιά φωνή να σύρει  από χαρά, μα αυτός την κράτησε, τη φόρα κόβοντας της, Χάρου από μέσα σου, γερόντισσα, και βάστα, μη φωνάζεις' δε θέλει ο θεός χαρά να δείχνουμε μπροστά σε σκοτωμένους!
Τούτους η μοίρα των αθάνατων και τ᾿ άνομά τους έργα  τους δάμασαν, τι δε λογάριαζαν στον κόσμο απ᾿ τους ανθρώπους  τρανό, αχαμνό — κανένα, αν λάχαινε να τους συντύχει κάποιος,
κι άσκημα τέλη τώρα απόλαψαν από τις αδικίες τους.
Μον᾿ έλα τώρα εσύ, μαρτύρα μου για του σπιτιού τις δούλες.  ποιές απόμειναν ακριμάτιστες και ποιες με ξεψηφούσαν.»
Κι η βάγια Ευρύκλεια τότε μίλησε κι απηλογήθη κι είπε: Για τούτα, γιε μου, που με ρώτησες θα πω την πάσα αλήθεια:
Έχεις πενήντα στο παλάτι σου γυναίκες όλες όλες σκλάβες᾿ αυτές δουλειές τις μάθαμε σιγά σιγά να κάνουν, να ξαίνουν το μαλλί κι υπόμονα να στρέγουν τη σκλαβιά τους.
Μα οι δώδεκα από τούτες, πέφτοντας σε αδιαντροπιά μεγάλη, μήτε και μένα πια λογάριαζαν μηδέ και την κυρά τους  την Πηνελόπη. Κι ο Τηλέμαχος πριν λίγο εγίνηκε άντρας, και δεν τον άφηνε η μητέρα του τις σκλάβες ν᾿ αφεντεύει.

Τώρα στο ανώι γοργά το λιόφωτο, στο ταίρι σου θ᾿ ανέβω, να της τα πω, τι ένας αθάνατος την έχει σ᾿ ύπνο ρίξει.»

Κι ως θα 'χετε όλη πια την κάμαρα τρογύρα συμμαζέψει,  τις δούλες έξω απ᾿ το καλόχτιστο να βγάλτε αρχονταρίκι, και στην αυλή, στο θόλο ανάμεσα και στον πανώριο φράχτη τα κοφτερά σπαθιά ανασέρνοντας χτυπάτε τις και σ᾿ όλες να δώστε θάνατο, τον έρωτα για πάντα να ξεχάσουν,   που εχαίρουνταν ως τώρα σμίγοντας κρυφά με τους μνηστήρες.»
Έτσι όρισε, κι οι δούλες έφτασαν όλες μαζί και μπήκαν πικρά θρηνολογώντας, κι έτρεχε το δάκρυ τους ποτάμι.
Των σκοτωμένων πρώτα σήκωναν και βγάζαν τα κουφάρια, και στης αυλής της καλοτείχιστης το σκεπαστό από κάτω.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΝΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗ ΝΑ ΜΑΖΕΨΟΥΝ ΤΑ ΑΨΥΧΑ ΣΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΝΗΣΤΗΡΩΝ
Nicolas-André Monsiau 1791


Και τότε ο γνωστικός Τηλέμαχος το λόγο επήρε κι είπε:
«Όχι, σ᾿ αυτές δε θέλω θάνατο να δώσω τιμημένο—  που στο κεφάλι της μητέρας μου κι εμένα καταφρόνια σκορπούσαν και ντροπή, και πλάγιαζαν μαζί με τους μνηστήρες!»

ΟΙ ΑΠΙΣΤΟΙ ΔΟΥΛΟΙ (ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ "ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ" ΤΟΥ GUSTAVE MOREAU


Τότε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος απηλογήθη κι είπε:
«Φωτιά πιο πρώτα να μου ανάψουνε στον αντρωνίτη θέλω!»
Είπε, κι η βάγια Ευρύκλεια σύγκλινε στου αφέντη της το λόγο' φωτιά και θειάφι αμέσως έφερε, και θειάφιζε ο Οδυσσέας, το αρχονταρίκι πρώτα κι έπειτα κι αυλή και τ᾿ άλλο σπίτι.
Κι εδιάβη η Ευρύκλεια μέσα απ᾿ τ όμορφο παλάτι του Οδυσσέα,
στις σκλάβες για να πάει το μήνυμα και να τις σπρώξει να 'ρθουν.
Κι αυτές, ως βγήκαν απ᾿ την κάμαρα με τα δαδιά στα χέρια, στον Οδυσσέα τρογύρα εχύθηκαν καλωσορίζοντας τον᾿  κι όπως φιλούσαν το κεφάλι του με αγάπη και τους ώμους, τα χέρια σφίγγοντας του, ολόγλυκος τον πήρε εκείνον πόθος  για κλάματα και βόγγους, τι όλες τους τις γναφιζε η καρδιά του.
 

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Ραψωδία φ Τόξου θέσις.


Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΣΤΑ ΥΨΗΛΑ ΔΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ  1764
by Angelica Kauffman

Τότες στὸ νοῦ της ἔβαλε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα τῆς Πηνελόπης, τῆς καλῆς τοῦ Ἰκάριου θυγατέρας,
τόξο καὶ σίδερα σταχτιὰ νὰ βάλη στοὺς μνηστῆρες ἀγώνα καὶ σφαγῆς ἀρχὴ μὲς στοῦ Ὀδυσσέα τοὺς πύργους. Τὴ σκάλα τοῦ θαλάμου της τὴν ἁψηλὴ κατέβη,πῆρε ὥριο γυριστὸ κλειδὶ στὸ μαλακό της χέρι, χαλκένιο καὶ μὲ φιλντισὶ χερούλι ταιριασμένο.
Ὡς στὸ στερνὸ τὸ θάλαμο πηγαίνει μὲ τὶς βάγιες, ποὺ κοίτουνταν οἱ θησαυροὶ τοῦ βασιλέα κρυμμένοι, χαλκός, χρυσάφι, σίδερο περίτεχνα ἐργασμένο.
Εἶχε καὶ πισοτέντωτο δοξάρι καὶ φαρέτρα, ποὺ μέσα της ἦταν πολλὲς στεναχτερὲς σαγίτες.
Ἀπὸ τή Λακεδαίμονα τά 'χε ὁ Δυσσέας φερμένα, τοῦ ὁμοιόθεου τοῦ Ἴφιτου, γόνου τοῦ Εὐρύτου δῶρα.
Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΘΡΗΝΕΊ ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΤΟΞΟ Angelica Kauffmann 1779 Wolverhampton Art Gallery Birmingham

Καθίζει, καὶ περίλυπη στὰ γόνατα τό παίρνει, βγάζει τὸ τόξο, κι ἀρχινάει τὸ κλάμα βλέποντάς το.
Καὶ σάνε καλοχόρτασε τὰ δάκρυα καὶ τὸ θρῆνο, ξεκίνησε στὸ μέγαρο πρὸς τοὺς λαμπροὺς μνηστῆρες, κι ἦρθε τὸ πισοτέντωτο κρατώντας τό δοξάρι, καὶ τὴ φαρέτρα μὲ πολλὲς στεναχτερὲς σαγίττες.
Φέρναν κι οἱ παρακόρες της κασέλα γεμισμένη μὲ σίδερο καὶ μὲ χαλκό, τὰ σύνεργα τοῦ ἀφέντη.
Κι ἡ ζουλεμένη ἀρχόντισσα σὰν πῆγε στοὺς μνηστῆρες, σιμὰ στὸ στύλο στάθηκε τῆς δουλεμένης στέγης, σηκώνοντας στὴν ὄψη της τό λιόλαμπρο φακιόλι,
[ μὲ τὶς παραστεκάμενες δεξιὰ κι ἀριστερά της ].

Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΦΕΡΝΕΙ ΤΟ ΤΟΞΟ ΣΤΟΥΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ G. FEXIS

 καὶ στοὺς μνηστῆρες μίλησε κι αὐτὰ τοὺς εἶπε τότες· “Ἀκοῦστε με, ὦ θεότολμοι μνηστῆρες, ποὺ σ' ἐτοῦτον τὸν πύργο πέσατε ὅλοι σας, νὰ πίνετε, νὰ τρῶτε, ὅσον καιρὸ ὁ ἀφέντης μου στὴν ξενιτειὰ γυρίζει, καὶ πρόφαση καλύτερη δὲ δύνεστε νὰ βρῆτε, μόν' πὼς ἐμένα νά 'χετε γυναίκα λαχταρᾶτε.
Μὰ ἐλᾶτε, παλληκάρια μου, καὶ νά, βραβεῖο ὀμπρός σας. Τὸ μέγα τόξο θέτω σας τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα, κι ἐκεῖνον ποὺ εὐκολώτερα στὰ χέρια τὸ τεντώση, κι ἀξίνια δώδεκα μὲ μιὰ σαΐτα του περάση, θ' ἀκολουθήσω ἀφήνοντας τὸν πύργο αὐτόνε, ποὺ ἦρθα νιόπαντρη ἐγώ, καὶ βρῆκα τον ὥριο καὶ βιὸς γεμάτο, ποὺ πάντα θὰ θυμᾶμαι τον καὶ μέσα στ' ὄνειρό μου.”
Αὐτὰ σὰν εἶπε, πρόσταξε τὸν ἄξιο χοιροτρόφο τὸ τόξο καὶ τὰ σίδερα νὰ θέση στοὺς μνηστῆρες.
Δάκρυσε ὁ Εὔμαιος, τά 'πιασε, καὶ χάμου ἀράδιασέ τα.
Ο ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ Padovanino 1620 
 
 
Θρηνοῦσε κι ὁ βοδοβοσκός, ἀλλοῦ καθὼς τὸ τόξο τ' ἀφέντη του εἶδε.
Κι ὀρθὸς πετάχτηκε, ἔβγαλε τὴν πορφυρένια χλαίνα ἀπὸ τοὺς ὤμους, καὶ μαζὶ τὸ κοφτερὸ σπαθί του.
Χαντάκι σκάβει ὁλόμακρο, καὶ τὰ πελέκια ἀράδα στήνει μὲ στάφνη ἰσιώνοντας, τὸ χῶμα στρώνει γύρω· κι ὄλοι θαμάζαν βλέποντας τὴν τόση τάξη τοῦ ἔργου, ἂν καὶ ποτὲς πρωτύτερα δὲν τό 'χε δῆ καὶ μάθει.
Καὶ στὸ κατώφλι στέκοντας δοκίμαζε τὸ τόξο, Καὶ τρεῖς φορὲς τὸ τράνταξε μὲ βία νὰ τὸ τεντώση,
καὶ τρεῖς τοῦ 'λειψε ἡ δύναμη, κι ἂς τό 'λπιζε τὴν κόρδα πὼς θὰ τεντώση, μὲ σαϊτιὰ τ' ἀξίνια νὰ περάση.
Στὴν τέταρτη τραβώντας το μ' ὁρμὴ τὸ τέντωνε, ὅμως ὄχι ὁ Ὀδυσσέας τοῦ 'γνεψε καὶ τοῦ ἔκοψε τὴ φόρα.


Καὶ κράταε ὁ Εὐρύμαχος στὰ χέρια τὸ δοξάρι, ζεσταίνοντάς το στῆς φωτιᾶς τὴ λάμψη ἀποπαντοῦθε·
μὰ νὰ τεντώση τὴ χορδὴ δὲν μπόρειε, κι ἡ μεγάλη καρδιά του βαριοστέναζε, καὶ φώναξέ τους κι εἶπε·
Πόσο βαθὺς ὁ πόνος μου γιὰ μένα καὶ τοὺς ἄλλους. Μὰ γιὰ τὸ γάμο, ἂν καὶ πονῶ, δὲ θλίβουμαι καὶ τόσο.
Ἀχαιοποῦλες βρίσκουνται πολλὲς καὶ στ' ὥριο Θιάκι, καὶ σ' ἄλλες χῶρες· θλίβουμαι ποὺ τόσο πιὸ μικροί του θένα φαινόμαστε ὅλοι ἐμεῖς στὸ τέντωμα τοῦ τόξου, καὶ ποὺ οἱ κατοπινὲς γενιὲς θ' ἀκοῦνε τὴν ντροπή μας.”
Κι ὁ Ἀντίνος, τοῦ Εὐπείθη ὁ γιὸς γύρισε τότες κι εἶπε·
“Αὐτὸ ποτὲς δὲ θὰ γενῆ, ὦ Εὐρύμαχε, τὸ ξέρεις. Σήμερα ὁ τόπος τὸ θεὸ τὸν τοξευτὴ γιορτάζει·
ποιός νὰ τεντώνη τόξα ἐδῶ; τὰ τόξα ἂς μείνουν τώρα·

Καὶ σάνε στάξαν κι ἤπιανε ὅσο ἤθελε ἡ καρδιά τους, μὲ πονηριὰ ὁ πολύβουλος τοὺς εἶπε ὁ Ὀδυσσέας· Ἀκοῦτε με, τῆς δοξαστῆς βασίλισσας μνηστῆρες, τὰ ὅσα μέσα λέει ὁ νοῦς νὰ σᾶς τὰ φανερώσω.
Ξέχωρα τὸν Εὐρύμαχο καὶ τὸ λαμπρὸν Ἀντίνο παρακαλῶ, ποὺ εἶπε κι αὐτὰ τὰ στοχασμένα λόγια,
τὰ τόξα στῶν ἀθανάτων τὴν ἔννοια νὰ τ' ἀφῆστε, καὶ νίκη ὁ Φοῖβος τὸ ταχὺ θὰ δώση σ' ὅποιον θέλει.
Ὅμως ἐμένα δῶστε μου τ' ὡριόξεστο δοξάρι, τὰ χέρια καὶ τὴ δύναμη νὰ δοκιμάσω ὀμπρός σας,
νὰ δῶ ἂ βαστοῦν τὰ λυγερὰ τὰ μέλη μου σαν πρῶτα, ἢ τ' ἀφανίσαν οἱ πολλοὶ παραδαρμοὶ κι οἱ κόποι.” Αὐτὰ εἶπε, καὶ βαρὺς θυμὸς τοὺς πῆρε τότες ὅλους, τὶ μὴν τεντώση τρόμαξαν τ' ὡριόξεστο δοξάρι.

Καὶ πέρασ' ὁ χοιροβοσκὸς κρατώντας τὸ δοξάρι, καὶ στὸ Δυσσέα ζυγώνοντας, τοῦ τό βαλε στὸ χέρι,
καὶ τὴν Εὐρύκλεια φώναξε τὴν παραμάνα κι εἶπε· Προστάζει σε ὁ Τηλέμαχος ὁ φρόνιμος, Εὐρύκλεια, τὶς στέριες νὰ σφαλήξετε τῶν παλατιῶνε θύρες, κι ἂν κάποια ἀκούση βογγητὰ καὶ χτύπους ἀπ' τοὺς ἄντρες ἐδῶ ποὺ θά 'μαστε κλειστοί, νὰ μὴν προβάλουν ὄξω, παρὰ κοιτώντας καθεμιὰ τὸ ἔργο της νὰ συχάζη.”

Ὡς τόσο ὁ Ὀδυσσέας  τ' ὅπλο σὰν πῆρε τὸ τρανὸ κι ἀπὸ παντοῦθε τὸ εἶδε, σὰν ἔμπειρος τραγουδιστὴς στὴ φόρμιγγα τεχνίτης, ποὺ εὔκολα κόρδα μὲ γερὸ στριφτάρι σοῦ τεντώνει,
στὶς δυὸ ἄκρες δένοντας τοῦ ἀρνιοῦ τ' ἄντερο τὸ στριμμένο, ἔτσι ὁ Δυσσέας εὔκολα τέντωσε τὸ δοξάρι,  καὶ μὲ τὸ χέρι τὸ δεξὶ δοκίμασε τὴν κόρδα· κι ἐκείνη γλυκολάλησε, λὲς κι ἦταν χελιδόνι.
Τότ' οἱ μνηστῆρες τρόμαξαν, κι ὄψην ἀλλάξαν ὅλοι· κι ὁ Δίας βρόντηξε βαριὰ γιὰ φανερὸ σημάδι·
καὶ χάρηκε ὁ πολύπαθος καὶ θεϊκὸς Δυσσέας, ποὺ ὁ γόνος τοῦ πολύβουλου Κρόνου ἔστειλε σημάδι.
Καὶ πλάϊ ἀπ' τὸ τραπέζι ἐκεῖ πῆρε γοργὴ σαγίτα, ἕτοιμη· οἱ ἄλλες ἔμνησκαν μὲς στὴ βαθειὰ φαρέτρα,
αὐτὲς ποὺ ἔμελλαν γλήγορα οἱ μνηστῆρες νὰ τὶς νιώσουν.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΤΕΝΤΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΤΟΞΟ J.-Baptiste Deschamps  1864 musée de Tournus

Στοῦ δοξαριοῦ τὸ δέσιμο ἀκουμπώντας τὴ σαγίτα καὶ στό θρονί του καθιστός, κόκκα τραβάει καὶ κόρδα, κι ὀμπρός του σημαδεύοντας ρίχνει· καὶ τὰ πελέκια τὸ βέλος τὸ χαλκόδετο περνάει μὲς ἀπ' τὶς τρύπες, ἀράδα ἀπ' τὸ στειλιάρι τους τὸ πρῶτο, κι ὄξω βγαίνει.

Καὶ μὲ τὰ φρύδια του ἔγνεψε· κι ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ θείου Δυσσέα τότες ζώστηκε τὸ κοφτερὸ σπαθί του, καὶ τὸ κοντάρι σφίγγοντας στὸ χέρι, στὸ πλευρό του στάθηκε δίπλα στὸ θρονὶ, καὶ στ' ἄρματα ἄστραφτε ὅλος.
ΟΠΛΙΣΜΕΝΟΣ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ  Luigi Bienaimé, 1835



 

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Ραψωδία υ Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.




Κι ὁ Ὀδυσσέας ὁ θεϊκὸς στὸ πρόσπιτο πλαγιάζει, σὲ ἀδούλευτο βοδόπετσο, μὲ ἀπάνω του στρωμένες
προβιὲς περίσσιες τῶν ἀρνιῶν ποὺ σφάζαν οἱ μνηστῆρες. Σκέπασμα τότες τοῦ 'ριξε φλοκάτα ἡ Εὐρυνόμη. Ἐκεῖ ἀγρυπνοῦσε, κι ὄλεθρο κρυφομελέτα ὁ νοῦς του γιὰ τοὺς μνηστῆρες. Σύγκαιρα τοῦ παλατιοῦ οἱ κοπέλες, ὅσες ἀγκαλιαζόντουσαν μ' ἐκείνους, βγαῖναν τώρα, κι ἡ μιὰ τῆς ἄλλης μὲ χαρὲς καὶ γέλια συντυχαῖναν.
Ὅμως ἐκείνου λύσσαζε στὰ σωθικὰ ἡ καρδιά του, κι ὅλο τὸ γύρναε μὲς στὸ νοῦ καὶ μέσα στὴν ψυχή του, νὰ ὁρμήση, καὶ μὲ θάνατο τὴν καθεμιὰ νὰ σβήση, ἢ στὸ στερνό τους φίλημα ν' ἀφήση τοὺς μνηστῆρες· κι ὁλοένα βόγγαε μέσαθε κι ἀλύχταε ἡ καρδιά του.
Η ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ JOHN RUSH ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ"


Καὶ τότες ἀπ' τὸν οὐρανὸ κατέβηκε ἡ Παλλάδα ὀμπρός του, κι ἔμοιαζε θνητῆς γυναίκας τὸ κορμί της· καὶ στάθηκε ἀπεπάνω του, καὶ τοῦ εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια·  “Πάλε ἀγρυπνᾶς, ποὺ πιὸ ἄμοιρος δὲ βρέθη στὴ γῆς ἄλλος ; Νὰ δά, τὸ σπίτι σου, καὶ νά, τὸ ταίρι σου ἐκεῖ μέσα, καὶ τὸ παιδί σου, ποὺ ὅμοιο του ποιός δὲν ποθεῖ πατέρας ;”
Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τῆς εἶπε·
“Ὅλα σωστὰ κι ἀληθινά, θεά μου, ὅσα μοῦ εἶπες· μὰ ἐμένα τοῦτο μέσα μου μεταγυρνάει ὁ νοῦς μου,
τὸ πῶς τοὺς παραδιάντροπους αὐτοὺς ν' ἀγγίξω μόνος, ποὺ αὐτοί 'ναι πάντα μαζωχτοὶ μὲς στὰ παλάτια ἐδαῦτα.
Κι ἕν' ἄλλο μεγαλύτερο στὰ φρένα μου ἀναδεύω, τὸ Δία ἂν ἔχοντας βοηθὸ κι ἐσένανε τοὺς σβήσω,
ποῦ θένα βρῶ καταφυγή ; Στοχάσου το κι ἐτοῦτο”.

Κι ὁ ὕπνος ἐκεῖνον ἔπιανε καὶ τοῦ 'παιρνε τὶς ἔνννιες· μὰ ἡ πολυστοχαζούμενη γυναίκα του ξυπνοῦσε, καὶ κάθιζε στὸ μαλακὸ κλινάρι καὶ θρηνοῦσε.
Κι ἀφοῦ ἡ καρδιά της χόρτασε τὰ δάκρυα καὶ τὸ κλάμα, πρῶτα στὴν Ἄρτεμη ἡ λαμπρὴ γυναίκα προσευκιέται·  “Χαριτωμένη μου Ἄρτεμη, κόρη τοῦ Δία, μακάρι νὰ μ' ἔτρωγε ἡ σαΐτα σου χτυπώντας μου τὰ στήθη, γιά ἂς μ' ἅρπαζε ὁλοάξαφνα κι ἂς μ' ἔφερνε ἀνεμούρα στ' ἀχνὰ περάσματα, ἀπ' ἐκεῖ στὸ ρέμα νὰ μὲ ρίξη ποὺ καταπίσω τρέχοντας ὁ Ὠκεανὸς προβάλλει. Καὶ σὰν ποὺ ἄνεμοι πήρανε τὶς κόρες τοῦ Παντάρου, ποὺ τὶς ἀφῆκαν οἱ θεοὶ πεντάρφανες, πανέρμες, κι ἡ Ἀφροδίτη πῆρε τις καὶ γλυκανάθρεψέ τις μὲ τὸ κρασὶ, μὲ τὸ τυρὶ, μὲ τὸ γλυκὸ τὸ μέλι, κι ἡ Ἥρα γνώση κι ὀμορφιὰ τὶς χάρισε περίσσια, ἡ Ἄρτεμη τ' ἀνάστημα, κι ἡ Ἀθηνᾶ τὴν τέχνη τὶς ἔμαθε νὰ φτιάνουνε κάθε δουλειὰ πιδέξια, κι ἡ Ἀφροδίτη στὶς κορφὲς ὡς ν' ἀνεβῆ τοῦ Ὀλύμπου, τὸ Δία τὸ βροντόχαρο γιὰ νὰ παρακαλέση,—


Αὐτὰ εἶπε, κι ἡ χρυσόθρονη φάνη στὴ γῆς Αὐγούλα.
Ἀγρίκησε τὸ θρῆνο της ὁ θεϊκὸς Δυσσέας, καὶ συλλογιόταν κι ἔλεγε στὸ νοῦ του πὼς ἐκείνη
τὸν ἔνιωσε, καὶ πὼς σιμὰ στὴν κεφαλή του στάθη.
Καὶ τὴ φλοκάτα ἁρπάζοντας καὶ τὶς προβιές, ποὺ μέσα κοιμότανε, τ' ἀπίθωσε πὰς σὲ θρονὶ τοῦ πύργου· καὶ στὴν αὐλὴ τὸ βοδινὸ σὰν ἔθεσε τομάρι, στὸ Δία προσευκήθηκε μὲ χέρια σηκωμένα·
“Πατέρα Δία, ἂν στέργετε στὸν τόπο μου νὰ φτάσω ἀπὸ στεριὲς καὶ θάλασσες, κατόπι τόσα πάθια,
ἀπ' ὅσους μέσα ἐκεῖ ξυπνοῦν, φωνὴ ἂς σηκώση κάποιος, κι ἄλλο σημάδι ἂς μοῦ φανῆ ἀπ' ἔξωθε τοῦ Δία.” Αὐτὰ εἶπε, καὶ συνάκουσε τὴν προσευκή του ὁ Δίας, κι ἀπὸ τὰ νέφια τ' ἁψηλὰ τοῦ λαμπεροῦ τοῦ Ὀλύμπου, βρόντηξ' εὐτύς, καὶ χάρηκε ὁ μέγας Ὀδυσσέας.


Μὰ ἡ Ἀθηνᾶ δὲν ἄφηνε τοὺς θεότολμους μνηστῆρες  νὰ παύουν τὴν κακολογιά, γιὰ νὰ πηγαίνη ὁ πόνος βαθύτερα μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα.


Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Η ΑΘΗΝΑ Jan Both and Cornelis van Poelenbergh 16 αι

Κι ἀνάμεσό τους βρίσκουνταν ἀδικογνώστης ἄντρας, ποὺ τ' ὄνομά του Χτήσιππος, καὶ κατοικιά του ἡ Σάμη· στὰ πλούτια του τ' ἀρίθμητα πιστεύοντας, ζητοῦσε τοῦ Ὀδυσσέα τὴ σύγκλινη, τοῦ ξενοπλανημένου.
Εἶπε, καὶ πόδι βοδινὸ τραβάει ἀπ' τὸ πανέρι, καὶ τὸ πετάει ἀπάνω του. Μὰ ξέφυγε ὁ Δυσσέας
γυρνώντας τὸ κεφάλι του, καὶ μέσα του μὲ πίκρα γελώντας, καὶ τὸ κόκκαλο στὸ στέριον τοῖχο πέφτει. Τότες μ' ὀργή ὁ Τηλέμαχος τοῦ Χτήσιππου φωνάζει.

Καὶ τότες ὁ θεόμορφος Θεοκλύμενος τοὺς εἶπε· Ἄχ, τί μεγάλο, ὦ δύστυχοι, κακὸ μαθὲς σᾶς βρίσκει.
Νύχτα σᾶς ζώνει κεφαλὴ καὶ πρόσωπο καὶ γόνα· ἄναψ' ὁ θρῆνος, βρέχουνται τὰ μάγουλα μὲ δάκρυα,
κι οἱ τοῖχοι μ' αἷμα βρέχουνται καὶ τὰ ὥρια μεσοδόκια· γέμισαν πρόθυρα κι αὐλὲς μὲ ἴσκιους νεκρῶν ποὺ τρέχουν μέσα στὰ σκότη, στὸ Ἔρεβος· καὶ χάθηκε στὰ οὐράνια· ὁ ἥλιος καὶ γύρω ἁπλώθηκε στὸν κόσμο μαύρη ἀντάρα.”


TO ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ΚΑΙ Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ GIANI FELICE , 1814,Palazzo Guarini, Forlì ,Region Emilia-Romagna


 Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου ἡ θυγατέρα ἀντίκρυ τους σὰν ἔστησε τὸ λαμπερὸ θρονί της,
ὅ,τι ὁ καθένας ἔλεγε στὰ μέγαρα ἀγρικοῦσε, μὲ γέλια καθὼς τοίμαζαν τὸ γέμα τους ἐκεῖνοι,
τὸ πλούσιο, τὸ χαρούμενο, μὲ τὰ πολλὰ σφαχτά του.
Μὰ ἄλλο τραπέζι πιὸ ἄχαρο δὲ γίνη, σὰν τὸ δεῖπνο ποὺ ἔμελλε γλήγορα ἡ θεὰ κι ὁ μέγας Ὀδυσσέας
νὰ τοὺς ἁπλώση· γιατὶ αὐτοὶ πρωτόκαμαν τὸ κρῖμα.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟΥ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ Ο ΑΡΓΟΣ ΤΟ ΠΙΣΤΟ ΤΟΥ ΣΚΥΛΙ. Illustrations by Flaxman ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ 1905

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Ραψωδία ρ Τηλεμάχου ἐπάνοδος πρὸς Ἰθάκην.


Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, κι ὁ πολυαγαπημένος γιὸς τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα
τὰ θεόμορφά του σάνταλα στὰ πόδια του ἀποδένει, καὶ στὴν παλάμη παίρνοντας τὸ δυνατὸ κοντάρι στὴ χώρα γιὰ νὰ κατεβῆ, λέει τοῦ χοιροβοσκοῦ του·
Καὶ τράβηξε ὁ Τηλέμαχος ὁλόγοργ' ἀπ' τὴ στάνη, γιὰ τοὺς μνηστῆρες χαλασμὸ στὸ νοῦ του μελετώντας.
Καὶ κάτου στὸ λαμπρόχτιστο σὰν ἔφτασε παλάτι, στὸ μακρὺ στύλο ἀκούμπησε τὸ σουβλερὸ κοντάρι,καὶ μπῆκε, τὸ κατώφλι του τὸ πέτρινο περνώντας. Τὸν εἶδε πρώτη καὶ καλὴ ἡ Εὐρύκλεια ἡ παραμάνα, καθὼς ἀπίθωνε προβιὲς πὰς στὰ θρονιὰ τοῦ πύργου, καὶ δακρυσμένη ζύγωσε· ὁλόγυρά του κι οἱ ἄλλες οἱ δοῦλες μαζωχτήκανε τοῦ ἀδάμαστου Ὀδυσσέα,  καὶ τὸν γλυκοφιλούσανε στὴν κεφαλή, στοὺς ὤμους. Κι ἡ φρόνιμη ἀπ' τὸ θάλαμο προβάλλει ἡ Πηνελόπη, σὰν Ἄρτεμη πανόμορφη, καὶ σὰ χρυσή Ἀφροδίτη· μὲ δάκρυα τὸ μονάκριβο παιδί της ἀγκαλιάζει, φιλώντας τὸ κεφάλι του καὶ τὰ λαμπρά του μάτια,  καὶ μὲ κλαψιάρικη φωνὴ τοῦ μίλησε καῖ τοῦ εἶπε·  “Τηλέμαχε, γλυκό μου φῶς, ἦρθες, κι ἐγὼ δὲ θάρρουν πὼς θὰ σὲ δῶ σὰν πρύμισες κρυφά μου κι ἄθελά μου στὴν Πύλο, τοῦ πατέρα σου μαντάτα γιὰ ν' ἀκούσης.
Ὡς τόσο τώρα ὅσ' ἄκουσες κι ὅσα εἶδες, ἔλα πές μου.”
 Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπάντησέ της κι εἶπε
“Μὴφέρνης πόνου βούρκωμα μὲς στὴ καρδιά μου, ὦ μάνα, τώρα ποὺ μόλις ξέφυγα κακὸ καὶ μαῦρο τέλος· μόνε σὰ λούσης τὸ κορμί, καὶ καθαρὰ τὸ ντύσης, ἀνέβαινε στ' ἀνώγι σου μὲ τὶς καλές σου βάγιες, καὶ σ' ὅλους ἑκατοβοδιὲς τοὺς ἀθανάτους τάξε, ἴσως κι ὁ Δίας γδίκιωση γιὰ χάρη μας τελέση.
Ἐγὼ θὰ πάω στὴν ἀγορά, τὸν ξένο νὰ καλέσω, ποὺ ἦρθε ἀπ' τὴν Πύλο ἀντάμα μου, γιὰ ἐδῶ σὰν ξεκινοῦσα, καὶ ποὺ μὲ τοὺς ὁμοιόθεους τὸν ἔστειλα συντρόφους στὸν Πείραιο, παραγγέλνοντας περίσσια νὰ τοῦ δείξη τιμὴ μέσα στὸ σπίτι του κι ἀγάπη ὥσπου νὰ φτάσω.”
Βγῆκε ὕστερα ὁ Τηλέμαχος κρατώντας τὸ κοντάρι, καὶ δυὸ γοργόποδα σκυλιὰ κατόπι ἀκολουθοῦσαν.
Μὲ χάρη τότε ἡ Ἀθηνᾶ θεϊκὴ τὸν περεχοῦσε, κι ὅλος ὁ κόσμος θάμαζε θωρώντας του τὰ κάλλη.
Τριγύρω του οἱ θεότολμοι μαζεύτηκαν μνηστῆρες, μὲ ὄμορφα λόγια, καὶ κακοὺς σκοποὺς στὸ λογισμό τους.
Ὅμως αὐτὸς ἀπόφυγε τὸ πλῆθος τους, καὶ πῆγε κάθισ' ἐκεῖ ποὺ ὁ Μέντορας, ὁ Ἄντιφος κι ὁ Ἀλιθέρσης· παλιοί του φίλοι πατρικοὶ καθόντουσαν κι ἐκεῖνοι.

Εἶπε, καὶ τὸν πολύπαθο ξένο ἔφερε στὸ σπίτι. Καὶ μέσα στὸ λαμπρόχτιστο σὰν ἔφτασαν παλάτι,
ἀπάνω σ' ἕδρες καὶ θρονιὰ τὶς χλαῖνες ἀποθέσαν, καὶ μὲς σὲ γοῦρνες σκαλιστὲς καθίσαν καὶ λουστῆκαν.
Κι οἱ δοῦλες σὰν τοὺς ἔλουσαν κι ἀλεῖψαν τους μὲ λάδι, καὶ τοὺς φορέσανε κρουστὲς χλαμύδες καὶ χιτῶνες, Καὶ μέσα στὸ λαμπρόχτιστο σὰν ἔφτασαν παλάτι, ἀπάνω σ' ἕδρες καὶ θρονιὰ τὶς χλαῖνες ἀποθέσαν, καὶ μὲς σὲ γοῦρνες σκαλιστὲς καθίσαν καὶ λουστῆκαν.
Κι οἱ δοῦλες σὰν τοὺς ἔλουσαν κι ἀλεῖψαν τους μὲ λάδι, καὶ τοὺς φορέσανε κρουστὲς χλαμύδες καὶ χιτῶνες,
“Τηλέμαχε, στ' ἀνώγι ἐγὼ θ' ἀνέβω νὰ πλαγιάσω στὴν κλίνη ποὺ μὲ στεναγμοὺς καὶ δάκρυα τὴ ραντίζω, ἀφότου στὸ Ἵλιο κίνησε ὁ Δυσσέας μὲ τοὺς Ἀτρεῖδες· κι ὅμως ἐσυ δὲ θὲς νὰ 'ρθῆς καὶ νὰ μοῦ πῆς καθάρια, μέσα στὸν πύργο πρὶ νὰ μποῦν οἱ θεότολμοι μνηστῆρες, γιὰ τοῦ γονιοῦ σου ἂν ἔμαθες τὸ γυρισμὸ στὰ ξένα.”


Καὶ τότες ὁ θεόμοιαστος Θεοκλύμενος τοὺς εἶπε· “Γυναίκα πολυσέβαστη τοῦ δοξαστοῦ Ὀδυσσέα,
δὲν τὰ γνωρίζει αὐτὸς σωστά, καὶ κάλλιο ἐμένανε ἄκου, ποὺ σοῦ μαντεύω ἀλάθευτα, καὶ τίποτις δὲν κρύβω. Ὁ Δίας νά 'ναι μάρτυρας, τὸ ξενικὸ τραπέζι, κι ἐτούτη ἡ στιὰ τοῦ θεόλαμπρου Ὀδυσσέα ποὺ μὲ δέχτη, ἐδῶ 'ναι στὴν πατρίδα του ὁ Δυσσέας, κι ἢ γυρίζει ἢ κάθεται, καὶ τὶς κακὲς αὐτὲς δουλειὲς μαθαίνει, καὶ σ' ὅλους φοβερὰ δεινὰ σκαρώνει τοὺς μνηστῆρες· εἶδα πουλὶ προφητικὸ στὸ πλοῖο σὰν καθόμουν, καὶ τότες τοῦ Τηλέμαχου τὰ λάλησα καὶ τὰ εἶπα.”

Τέτοια λαλοῦσαν κι ἔλεγαν ἐκεῖνοι ἀνάμεσό τους· καὶ στοῦ Ὀδυσσέα κατάμπροστα οἱ μνηστῆρες τἁ παλάτια δισκοβολώντας γλέντιζαν καὶ ρίχνοντας κοντάρια σὲ γῆς στρωτή, ποὺ ἀδιάντροπα ἐκεῖ πάντα μαζευόνταν.


Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος ἀπάντησέ του κι εἶπε·
“Ξέρω, καὶ νιώθω· τό 'χα ἐγὼ στὸ νοῦ μου αὐτὸ ποὺ μοῦ 'πες.
Μὰ ἂς πᾶμε, κι ἐσὺ δεῖχνε μου τὸ δρόμο πέρα ὡς πέρα, καὶ δῶσ' μου, ἂν ἔχης πουθενά, κουτσόραβδο κομμένο, γιὰ ν' ἀκουμπῶ, τὶ δύσκολος εἶναι μοῦ λέτε, ὁ δρόμος.”
Πῆραν τὸ πετρωτὸ στρατὶ καὶ ζύγωσαν τὴ χώρα, καὶ σάνε φτάσανε σιμὰ στὴν κρουσταλλένια βρύσηποὺ ὁ κόσμος ἔπαιρνε νερό, κι ὁ Νήριτος τὴν εἶχε, κι ὁ Ἴθακος κι ὁ Πολύχτορας, χτισμένη, κι ἦταν λεῦκες δάσος ἐκεῖ νερόθρεφτες ποὺ ὁλοῦθε τὴν κυκλῶναν, καὶ κατρακύλα κρυὸ νερὸ ψηλάθε ἀπὸ τὸ βράχο, κι ἦταν βωμὸς ἀπάνωθε χτισμένος, ποὺ θυσιάζαν , τοὺς βλέπει τοῦ Δολίου ὁ γιός, μὲ δυὸ βοσκοὺς κατόπι, ποὺ φέρναν τὰ πιὸ διαλεχτὰ τῶν κοπαδιῶνε γίδια γιὰ τῶ μνηστήρων τὸ φαγί· κι ἅμα τοὺς εἶδε ἐκεῖνος πειραχτικὰ τοὺς μίλησε καὶ μὲ μεγάλη κάκια, καὶ τὸ Δυσσέα πληγώνανε τ' ἀδιάντροπά του λόγια·“Ἕνας ἀχρεῖος τὸν ἄλλονε μὰ τὴν ἀλήθεια σέρνει κι ἔτσι παντοτινὰ ὁ θεὸς ὅμοιο στὸν ὅμοιον φέρνει.
Ποῦ τάχα, ὦ βρώμικε βοσκέ, τὸν πᾶς αὐτὸν τὸν χάφτη τὸν παλιοζήτουλα, μωρέ, τῶν τραπεζιῶν τὴ λώβα; Σὲ πόσες πόρτες θὰ σταθῆ τὴ ράχη του νὰ τρίβη, ὄχι λεβέτια καὶ σπαθιά, παρὰ βουκιὲς ζητώντας.
Δῶσ' τον ἐμένα, φύλακα τῆς στάνης νὰ τὸν ἔχω, νὰ μοῦ σαρώνη τὸ μαντρί, χλωρόκλαδα νὰ φέρνη
στὰ γίδια, καὶ νὰ πίνη ὀρό, παχιὰ μεριὰ νὰ κάνη. Τώρα ὅμως ποὺ κακόμαθε, δὲ θέ' δουλειὰ νὰ πιάση
μόνε τοῦ ἀρέσει σὲ χωριὰ νὰ σέρνεται καὶ χῶρες, νὰ θρέφη μὲ τὴ διακονιὰ τὴ λαίμαργη κοιλιά του.
Μὰ ἔχω δυὸ λόγια νὰ σοῦ πῶ, κι ὅ,τι σοῦ λέω θὰ γίνη· ἂν τύχη κι ἔρθη στοῦ θεϊκοῦ τοῦ Ὀδυσσέα τοὺς πύργους. τριγύρω στὴν κεφάλα του πολλὰ σκαμνιὰ ριγμένα ἀπὸ τὰ χέρια τῶν ἀντρῶν θὰ σπάσουν τὰ πλευρά του.” Καὶ καθὼς πέρναε, τοῦ 'δωσε κλωτσιὰ ὁ χαζὸς στὸ γόφο·
μὰ ἐκεῖνος δὲν ξεστράτισε, παρὰ ἔμεινε στὸ δρόμο·

 Κι ὁ Μελανθέας ἀπάντησε καὶ τοῦ 'πε· “Ὠχοῦ, τί κρένει, ὁ σκύλος ὁ παμπόνηρος, ποὺ ἐγὼ θὰ τὸν περάσω μακριὰ ἀπ' τὸ Θιάκι κάποτες μὲ μελανὸ καράβι κέρδος νὰ βγάλω περισσό. Ὅμως μακάρι τώρα τοῦ Φοίβoυ τοῦ ἀργυρότοξου οἱ σα.ί,τες νὰ σκοτώσουν στὸν πύργο τὸν Τηλέμαχο, γιὰ κονταριὲς μνηστήρων, σὰν ποὺ ὁ γονιός του χάθηκε στὰ μακρινὰ καὶ ξένα.”

Εὔμαιε αὐτά 'ναι τὰ λαμπρὰ παλάτια τοῦ Ὀδυσσέα· Ἀπ' τό 'να στὸ ἄλλο μέσα πᾶς, κι ἔχουν αὐλὴ κλεισμένη μὲ τείχισμα στεφανωτὸ καὶ στεριωμένες πόρτες δικάνατες καὶ ποιός μπορεῖ νὰ τὰ καταφρονέση; Βλέπω καὶ μέσα περισσοὶ πίνουν καὶ τρῶνε ἀνθρῶπο καπνοῦ προβάλλει μυρουδιά, κι ἀκούγουνται τῆς λύρας οἱ κόρδες ποὺ οἱ ἀθάνατοι γιὰ τὰ τραπέζια ὁρίσαν.”

Αὐτὰ καθὼς λαλούσανε κι ἀνάμεσό τους λέγαν, σκυλὶ ποὺ κοίτουνταν, τ' αὐτιὰ καὶ τὸ κεφάλι ὀρθώνει, ὁ Ἄργος, ποὺ ὁ ἀντρόψυχος Δυσσέας τὸν εἶχε θρέψει, ὅμως δὲν τόνε χάρηκε, γιατ' εἶχε φύγει ἐκεῖνος στὴ Τροία τότες τὴν ἱερή· σ' ἄλλους καιρούς οἱ νέοι τὸν παίρνανε, νὰ κυνηγοῦν λαγούς, ζαρκάδια, γίδια.
Τώρα, π' ὁ ἀφέντης ἔλειπε, τὸν ἄφηναν πεσμένο στὴν σωριασμένη τὴν κοπριὰ βοδιῶν καὶ μουλαριῶνε, ποὺ ὀμπρὸς στὴ θύρα ἁπλώνονταν, κι οἱ παραγιοὶ ἀποκεῖθε τὴν σήκωναν καὶ κόπριζαν τοὺς κήπους τοῦ Ὀδυσσέα. Ἀπάνω αὐτοῦ κοιτότανε τσιμπουριασμένος ὁ Ἄργος.
Καὶ τώρα, ἅμα μυρίστηκε σιμὰ τὸν Ὀδυσσέα, γοργοσαλεύει τὴν οὐρά, τ' αὐτιά του κατεβάζει,
μὰ πιὸ κοντὰ τοῦ ἀφέντη του δὲν μπόρειε νὰ ζυγώση. Γύρισ' αὐτὸς τὴν ὄψη του καὶ σφούγγισ' ἕνα δάκρυο κρυφὸ μὲ τρόπο, κι ὕστερα τὸν πιστικὸ ρωτοῦσε·
“Μεγάλο θάμα, στὴν κοπριὰ νὰ μνήσκη τέτοιος σκύλος· ὄμορφος σκύλος, μὰ ἇραγες νά 'ναι καὶ γοργοπόδης κοντὰ στὴν τόση του ὀμορφιά, γιά νά 'ναι δὰ ἀπὸ κείνους ποὺ στὰ τραπέζια στολισμὸ τοὺς ἔχουν οἱ ἀφεντάδες;”
Αὐτὰ σὰν εἶπε, στὰ λαμπρὰ παλάτια μέσα μπηκε, καὶ πηγε τοὺς καμαρωτοὺς μνηστῆρες ν' ἀνταμώση. Ὅμως τὸν Ἄργο θάνατος μαῦρος κι ἀχνὸς τὸν πῆρε, σὰν εἶδε τὸν ἀφέντη του, στὰ εἴκοσι χρόνια ἀπάνω.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΙΣΤΟ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟ ΑΡΓΟΣ 1854 JEAN AUGUSTE BARRE CHATEAU COMPIEGNE

 Κι ὁ θεόμοιαστος Τηλέμαχος πρῶτος ἀπ' ὅλους εἶδε μὲς στὰ παλάτια τὸ βοσκό νὰ μπαίνη καὶ τοῦ γνέφει νὰ πάη σιμά του· γύρω του τηράει αὐτός, καὶ παίρνει σκαμνὶ ποὺ τό 'χε ὁ μοιραστὴς ποὺ μοίραζε τὸ κρέας στοὺς ἥρωες ποὺ τρωγόπιναν μὲς στὰ λαμπρὰ παλάτια.
Ἀγνάντια στοῦ Τηλέμαχου ζυγώνει τὸ τραπέζι, κι ἐκεῖ καθίζει· ὁ κήρυκας τοῦ παραθέτει τότες
μερίδα ὀμπρός του, καὶ ψωμὶ τοῦ δίνει ἀπ' τὸ πανέρι.
 Εὐτὺς κατόπι του ἔφτασε στοὺς πύργους κι ὁ Ὀδυσσέας, ὅμοιος μὲ κακορίζικο καὶ γέρο ψωμοζήτη,
ἀκουμπισμένος σὲ ραβδί, καὶ κουρελοντυμένος  Ἄρχισ' αὐτὸς ἀπὸ δεξὰ καὶ καθενὸς ζητοῦσε
τὸ χέρι ἁπλώνοντας, παλιὸς σὰ νά 'τανε ζητιάνος.
Κι αὐτοὶ πονώντας τοῦ 'διναν, ὅμως πολὺ ἀποροῦσαν, κι ἕνας τὸν ἄλλον ρώταγε ποιός ἦταν κι ἀποποῦθε.
Κι ὁ Ἀντίνος τὸ χοιροβοσκὸ μάλωσε τότες κι εἶπε· “Τί μᾶς τὸν ἔφερες, κι ἐσὺ χοιροβοσκέ, στὴ χώρα;
Λὲς τάχα δὲ μᾶς ἔφταναν τόσοι ἄλλοι γυρολόγοι παλιοζητιάνοι βαρετοί, τῶν τραπεζιῶνε λῶβες;
Ἢ λίγοι ἐδῶ μαζώχτηκαν καὶ τρῶν τὸ βιὸς τοῦ ἀφέντη, καὶ πῆγες καὶ προσκάλεσες κι ἐτοῦτον ἐδῶ τώρα;”
Κι ὁ Ἀντίνος τότες φώναξε· “Μὰ ποιός θεὸς μᾶς φέρνει αὐτὸ τὸ μέγα βάσανο, τῶν τραπεζῶν τὴ λώβα;
Μακριὰ ἀπὸ τὸ τραπέζι μου, στὴ μέση ποὺ εἶσαι, στάσου, σὲ πιὸ πικρὴ νὰ μὴ βρεθῆς ἄλλη Αἴγυπτο καὶ Κύπρο, ἀδιάντροπος κι ἀπόκοτος σὰν πού 'σαι διακονιάρης.

Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος τραβήχτηκε καὶ τοῦ 'πε·
“Κρῖμας ποὺ σὰν τὰ κάλλη σου κι ἡ γνώση σου δὲν εἶναι· μήτ' ἅλας ἀπ' τὸ σπίτι σου δὲ θά 'δινες ποτές σου, ἀφοῦ σὲ ξένο κάθεσαι τραπέζι, καὶ νὰ δώσης βουκιὰ ψωμὶ δὲ βάσταξες, ποὺ τά 'χεις τόσα ὀμπρός σου.”

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΜΕΓΑΛΑ ΕΘΝΗ, ΕΛΛΑΔΑ"
 Εἶπε, κι ὁ Ἀντίνος πιὸ βαριὰ τότες χολώνει ἀκόμα, κι ἀγριοκοιτώντας τον, μ' αὐτὰ τοῦ μίλησε τὰ λόγια· “Τώρα δὲν ἔχει πιὰ, γερὸς ἀπ' τὸ παλάτι ἐτοῦτο πίσω θαρρῶ πὼς δὲ γυρνᾶς, ἀφοῦ μᾶς βρίζεις κιόλας.”
 Εἶπε, κι ἁρπώντας τὸ σκαμνί, τοῦ τὸ πετάει στὴν ἄκρη τοῦ ὤμου τοῦ δεξοῦ· μὰ αὐτός, ἀσάλευτος σὰ βράχος, δὲ λύγισε ἀπ' τὸ χτύπημα τοῦ Ἀντίνου, μόν' σωπώντας τὴν κεφαλή του κούνησε, τ' εἶχε κακὸ στὸ νοῦ του.
Καὶ στὸ κατώφλι γύρισε, καὶ κάθισε, καὶ χάμου τ' ὁλόγεμό του βάζοντας σακί, στοὺς ἄλλους εἶπε·
 “Ἀκοῦτε με, τῆς δοξαστῆς βασίλισσας μνηστῆρες, ὅσα ἐγὼ μέσα μου ἀγρικῶ θὰ σᾶς τὰ φανερώσω.
Κανέναν πόνο ὁ ἄνθρωπος δὲν ξέρει, μήτε λύπη σὰ χτυπηθῆ παλεύοντας νὰ σώση τὸ δικό του,
ἂς εἶναι βόδια ἢ ἄσπρα ἀρνιά· μὰ ἐμένανε ὁ Ἀντίνος μὲ βάρεσε γιὰ τὴν κοιλιὰ τὴ σιχαμένη κι ἔρμη,
καὶ ποὺ μ' ἀρίθμητα δεινὰ τὸν κόσμο βασανίζει. Ὅμως κι οἱ ζήτουλοι θεοὺς ἂν ἔχουν κι Ἐρινύες,
πρὶν ἔρθη ὁ γάμος, θάνατος θὰ σβήση τὸν Ἀντίνο.”
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ,Ο ΕΥΜΑΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ PALAZZO MILZETTI GIANI FELICE

Αὐτὰ οἱ μνηστῆρες λέγανε, μὰ ἐκεῖνος τ' ἀψηφοῦσε.
Πικράθηκε ὁ Τηλέμαχος τὸ βάρεμα τηρώντας, μὰ δάκρυο ἀπὸ τὸ μάτι του δὲ χύθη, μόν' σωπώντας
τὴν κεφαλή του κούνησε, τ' εἶχε κακὸ στὸ νοῦ του.
Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη σὰν ἔμαθε τοῦ Ἀντίνου τὸ κάμωμα, εἶπε στὶς καλὲς ἀγνάντια παρακόρες·
“Κι αὐτὸν ὁ χρυσοδόξαρος ἔτσι ἂς χτυπήση ὁ Φοῖβος.”
Καὶ τότες ἡ κελάρισσα τῆς κάνει ἡ Εὐρυνόμη·
“Ἂν πιάσουν οἱ κατάρες μας, ἀπ' αὐτονοὺς κανέναςνὰ ζήση ὡς τὴ χρυσόθρονη δὲ σώνει τὴν Αὐγούλα.”

“Καλὰ στοχάζεται, ὦ κερά, κι ἔτσι θὰ κάναν ἄλλοι, τῶν ἔρμων τὴν ἀποκοτιὰ μνηστήρω νὰ ξεφύγουν·
καὶ νὰ προσμείνης σοῦ μηνάει ὥσπου νὰ γείρη ὁ ἥλιος.
Καλύτερο, ὦ βασίλισσα, θαρρῶ 'ναι καὶ γιὰ σένα, μονάχη σου νὰ τοῦ μιλᾶς, νὰ τὸν ἀκοῦς μονάχη.”
 Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη γυρίζει καὶ τοῦ κρένει·
“Ὁ ξένος δὲν εἶν' ἄμυαλος· σωστὰ τὰ βλέπει ὁ νοῦς του· τὶ ἄλλους δὲν ἔχει ἐδῶ θνητοὺς ἀνθρώπους σὰν ἐτούτους, νὰ συλλογιένται τὸ κακό, καὶ ν' ἀδικοῦν τὸν κόσμο.”
Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΑΚΡΥΣΜΕΝΗ N.C WYETH (ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ 1929)
 

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

ΡΑΨ.π Τηλεμάχου ἀναγνωρισμὸς Ὀδυσσέως
 
 
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ PALAZZO MILZETTI FAENZA GIANNI FELICE 1802

Καὶ στὸ καλύβι ὁ πάγκαλος βοσκὸς μὲ τὸ Δυσσέα, ἀνάψαν τὴν αὐγὴ φωτιὰ καὶ τὸ φαῒ τοιμάζαν,
καὶ στεῖλαν ὄξω τοὺς πιστοὺς μαζὶ μὲ τὰ κοπάδια.
Κι οἱ σκύλοι στὸν Τηλέμαχο ποὺ ἐρχόταν, τὴν οὐρά τους σαλεῦαν καὶ δὲ γαύγιζαν· τοὺς νιώθει ὁ Ὀδυσσέας, ἀκούει τὸ ποδοβολητό, καὶ λέει εὐτὺς τοῦ γέρου· “Κάποιος ἐδῶ θὰ σοῦ 'ρχεται, καλέ μου, σύντροφός σου, ἢ κι ἄλλος γνώριμος, ἀφοῦ δὲν ἀλυχτοῦνε οἱ σκύλοι, μόν' ὅλο σειοῦνε τὴν οὐρὰ· καὶ πόδια ἀνθρώπου ἀκούγω
Tὸ λόγο δὲν ἀπόσωσε, κι ὁ ἀκριβογιός του φάνη, καὶ στάθηκε στὰ ξώθυρα· ξαφνίζεται ὁ γερούλης,
ἀναπηδάει, καὶ τοῦ 'πεσαν ἀπὸ τὰ χέρια οἱ κοῦπες, ποὺ τὸ φλογάτο μέσα τους καλόσμιγε κρασί του·
κι ἔτρεξε, βρέθηκε ὀμπροστὰ στὸν ἀκριβό του ἀφέντη, τοῦ φίλησε τὴν κεφαλή, τὰ δυὸ λαμπρά του μάτια, τὰ δυό του χέρια, κι ἔχυσε δάκρυο μαργαριτάρι.
Καὶ σὰν ποὺ τρυφερόκαρδος γονιὸς παιδὶ ἀγκαλιάζει, σὰν ἔρχετ' ἀπ' τᾶ μακρινά, ποὺ ἔλειπε χρόνους δέκα, κι ἦταν στερνὸ καὶ μοναχό, καὶ τοῦ 'καιγε τὰ σπλάχνα, ἔτσι ὁ καλὸς χοιροβοσκὸς τὸ θεόμοιαστό του ἀφέντη στὴν ἀγκαλιά του σφίγγοντας, γλυκὰ τόνε φιλοῦσε, τὸ χάρο σὰ νὰ ξέφυγε, καὶ τοῦ 'λεγε θρηνώντας·

 
Ο ΕΥΜΑΙΟΣ  ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ The Odyssey of Homer (1929) - as illustrated by Wyeth


Κι ἐσύ, Εὔμαιε χοιροβοσκέ, τοῦ ἀπολογήθης κι εἶπες·
“Τὴν πᾶσα ἀλήθεια, τέκνο μου, θ' ἀκούσης ἀπὸ μένα· ἀπ' τὴν πλατύχωρη κρατάει ἡ φύτρα του τὴν Κρήτη, καὶ λέει πὼς σὲ πολλὲς θνητῶν πλανήθηκε αὐτὸς χῶρες γυρνώντας· ἔτσι ἡ μοῖρα του τὸ θέλησε· καὶ τώρα ἀπὸ καράβι Θεσπρωτῶν πάλε ἔφυγε, καὶ φάνη μὲς στὸ καλύβι μου· κι ἐγὼ τὸν παραδίνω ἐσένα. Πρᾶξε ὅπως βούλεσαι καὶ θές· ἱκέτη σου τὸν ἔχεις.”
 Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Ἀλλοίς, καὶ τί καρδιόπονο μοῦ φέρνει αὐτός σου ὁ λόγος·καὶ πῶς νὰ τὸν ἀποδεχτῶ τὸν ξένο ἐγὼ στὸ σπίτι, ποὺ νέος ὄντας δύναμη στὸ χέρι μου δὲ νιώθω, μπρὸς σ' ἄντρα νὰ διαφεντευτῶ ποὺ θἀ μὲ βρίση πρῶτος· τῆς μάνας πάλε, μέσα της ὁ νοῦς της ἀναδεύει, τάχα τὴν κλίνη νὰ ντραπῆ τοῦ ἀντρός της καὶ τὸν κόσμο, κι ἔτσι μαζί μου μνήσκοντας νὰ κυβερνάη τὸ σπίτι, γιά ἀπ' τοὺς μνηστῆρες Ἀχαιοὺς ν' ἀκολουθήση ἐκεῖνον, ποὺ τῆς φανῆ ὁ καλύτερος, καὶ φέρη πλέρια δῶρα.
Ὅμως τὸν ξένο τώρα αὐτόν, στὸ σπίτι σου μιὰς κι ἦρθε, θὰ τόνε ντύσω μὲ λαμπρὸ χιτώνα καὶ χλαμύδα, σπαθί μου θά 'χη δίκοπο, καὶ σάνταλα στὰ πόδια, θὰ τόνε στείλω ὅπου ἡ καρδιὰ κι ὁ νοῦς του ἀποθυμήση.
Κάλλιο ἐσὺ κράτα τον ἂν θὲς ἐδῶ, καὶ φίλεψέ τον, κι ἐγὼ σοῦ στέλνω τὰ σκουτια καὶ τὶς προμήθειες ὅλες, νὰ μὴ σᾶς γίνεται ζημιὰ κι ἐσένα καὶ τῶν ἄλλων. Δὲν τὸν ἀφήνω ἐγὼ νὰ ρθῆ κειπέρα στοὺς μνηστῆρες, πὄχουνε τόση ἀποκοτιὰ κι ἀδιαντροπιὰ καὶ κάκια· μὴν τὸν πειράξουν, κι ὕστερα καημὸ πολὺ θὰ τό 'χω.
Στὸν ἄντρα ποὺ χτυπάει πολλούς, μὰ ἂς εἶν' κι ἀντρειωμένος, δύσκολη ἡ νίκη, τὶ πολὺ πιὸ δυνατοί 'ναι ἐκεῖνοι.”

Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Γι' αὐτὰ ὅλα ἐγὼ ξάστερα θὰ σοῦ μιλήσω, ὦ ξένε· μήτ' ὁ λαὸς γιὰ μένανε δὲν ἔχει μῖσος κι ἔχτρα, καὶ μήτ' ἀδέρφια δὲ μοῦ φταῖν, ποὺ αὐτοὶ σὰ σηκωθοῦνε, καὶ μάχη ἂ γίνη φοβερή, μᾶς φέρνουν πάντα θάρρος.
Νά, πῶς ὁ Δίας μᾶς ἔκαμε μονόκληρο τὸ γένος· μοναχογιὸ τὸν γέννησε ὁ Ἀρκείσιος τὸ Λαέρτη·
τὸν Ὀδυσσέα μοναχογιὸ τὸν εἶχε κι ὁ Λαέρτης· καὶ πάλε ὁ Ὀδυσσέας ἐμὲ μοναχοπαίδι μὲ εἶχε,
καὶ στὸ παλάτι μ' ἄφησε, καὶ δὲ μὲ καλοχάρη.  Καὶ τώρα ὀχτροὶ κακόβουλοι μᾶς γέμισαν τὸ σπίτι·
γιατὶ ὅσοι γύρω στὰ νησιὰ πρωτοστατοῦν ἀρχόντοι, Δουλίχι, Σάμη, Ζάκυθο μὲ τὰ δασὰ τὰ δέντρα,
κι ὅσοι στὸ βραχορίζωτο τὸ Θιάκι ἐδῶ ἀρχοντεύουν, ὅλοι ζητοῦν τὴν μάνα μου καὶ μοῦ χαλνοῦν τὸ βιός μου.
Κι ἐκείνη μήτε ἀρνιέται τους γάμο φριχτό, καὶ μήτε τέλος νὰ δώση δύνεται· κι ὁλοένα αὐτοὶ τὸ σπίτι
μοῦ καταλοῦνε· γλήγορα κι ἐμένα θὰ μὲ φᾶνε.
Στὰ χέρια ὡς τόσο τῶν θεῶν ἂς μείνουν ὅλα ἐτοῦτα· τρέξε, κυρούλη, τώρα ἐσύ, καὶ πὲς τῆς Πηνελόπης τῆς φρόνιμης, πὼς ἔφτασα γερὸς ἀπὸ τήν Πύλο.
Ἐγὼ θὰ μείνω ἐδῶ, κι ἐσὺ τὸ μήνυμα σὰ δώσης μόνο σ' αὐτή, γύρισε ἐδῶ· ὅμως Ἀχαιὸς κανένας
νὰ μὴν τὸ μάθη, τὶ πολλοὶ γυρεύουν τὸ κακό μου.”

Τῆς Ἀθηνᾶς δὲν ξέφυγεν ὁ πηγαιμός του ὡς τόσο, μόνε κατέβη ἡ θέαινα, πῆρε μορφὴ γυναίκας
ὥριας καὶ μεγαλόκορμης, σ' ἔργα λαμπρὰ τεχνίτρας, ἔξω ἀπ' τὴ θύρα στάθηκε, καὶ φάνη τοῦ Ὀδυσσέα. Δὲν ἔνιωσε ὁ Τηλέμαχος μήτε εἶδε τὴν Παλλάδα,
τὶ θεὸς δὲ φανερώνεται καθάρια στὸν καθένα· μὰ ὁ Δυσσέας τὴν ξάνοιξε καὶ τὰ σκυλιὰ τὴν εἶδαν,
καὶ δίχως γαύγισμα ἔφυγαν βογγώντας μὲς στὰ βάθια τῆς στάνης. Τοῦ 'γνεψε ἡ θεά, κι ἔνιωσ' αὐτὸς καὶ βγῆκε δίπλα στὸν τοῖχο τῆς αὐλῆς, καὶ στάθηκε ὀμπροστά της· κι ἡ Ἀθηνᾶ κοιτώντας τον τοῦ μίλησε καὶ του εἶπε·  “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, ὅλα πιὰ τώρα ξήγα τα τοῦ γιοῦ σου, μὴν τὰ κρύβης· κι ἅμα τοιμάσετε μαζὶ τὸ φόνο τῶ μνηστήρων, στὴ χώρα τὴν περίλαμπρη νὰ πᾶτε· δὲ θ' ἀργήσω κι ἐγὼ νὰ ἐρθῶ, ποὺ λαχταρῶ ν' ἀγωνιστῶ κοντά σας”.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΘΗΝΑ by John Rush

Εἶπε, καὶ μὲ χρυσὸ ραβδὶ τὸν ἄγγιξε ἡ Παλλάδα καὶ φόρεμα σὰν τοῦ 'βαλε καθάριο καὶ χιτώνα,
τοῦ λάμπρυνε ὅλο τὸ κορμὶ μὲ τὸν ἀνθὸ τῆς νιότης.
Μελαχρινὸς ξανάγινε μὲ πιὸ γεμάτην ὄψη, καὶ μὲ τὰ γένια ὁλόμαυρα τριγύρω στὸ πηγούνι.
Αὐτὰ σὰν τοῦ 'καμε ἡ θεά, τὸν ἄφησε· κι ἐκεῖνος μὲς στὴν καλύβα γύρισε· κι ὁ γιός του σαστισμένος, γύρναε τὰ μάτια κατ' ἀλλοῦ, θεὸς μὴν τύχη κι ἦταν.
Καὶ φώναξέ τον, κι εἶπε του με λόγια φτερωμένα·  “Ἀλλιώτικος μοῦ φάνηκες, ὦ ξένε, ἀπὸ τὰ πρῶτα·
ἄλλα φορεῖς κι ἡ ὄψη σου κι αὐτὴ ἀλλαγμένη τώρα.
Ἕνας θένα 'σαι ἀπ' τοὺς θεοὺς ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια. Ἐλέησέ μας, σοῦ τάζουμε καλόδεχτες θυσίες, καὶ δῶρα χρυσοδούλευτα· προσπέφτω σου, λυπήσου”.
Τότες τοῦ ἀπάντησε ὁ τρανός, πολύπαθος Δυσσέας·
“Θεὸς δὲν εἶμ' ἐγώ· γιατὶ μὲ θεοὺς μὲ παρομοιάζεις; παρὰ εἶμ' ἐγὼ πατέρας σου, ποὺ ἐσὺ γι' αὐτὸν πονώντας τόσα τραβᾶς ἀπὸ κακοὺς καὶ δύστροπους ἀνθρώπους.”
Μ' αὐτὰ τὰ λόγια φίλησε τὸ γιό του, καὶ τὰ δάκρυα τοῦ τρέξαν ἀπ' τὰ μάγουλα, ποὺ ὡς τότες τὰ κρατοῦσε.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΓΚΑΛΙΑΖΕΙ ΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ ,ΠΙΣΩ ΤΟΥΣ Η ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ "Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ" Henri-Lucien Doucet  Ecole nationale supérieure des beaux-arts ΠΑΡΙΣΙ

Δὲν ἤθελε ὁ Τηλέμαχος νὰ τὸ πιστέψη ἀκόμα πὼς ἦταν ὁ πατέρας του, κι αὐτὰ τοῦ ἀπολογήθη·
“Δὲν εἶσ' ἐσὺ ὁ πατέρας μου ὁ Ὀδυσσέας, μόν' εἶσαι κάποιος θεὸς καὶ μὲ πλανᾶς, γιὰ νὰ τραβήξω κι ἄλλα·
τὶ δὲ θὰ μπόρειε αὐτὰ θνητὸς νὰ πλάση μοναχός του, δίχως νὰ ἐρθῆ κάποιος θεὸς σιμά, κι ὅπως τοῦ ἀρέσει, τὸν κάμη γέρο ἔτσι εὔκολα, κι ἄξαφνα πάλε νέο.
Τὶ ὡς τώρα γέρος ἤσουνα καὶ φτωχικὰ ντυμένος, καὶ τώρα μοιάζεις τοὺς θεοὺς ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια.”  Τότε ὁ Δυσσέας ὁ τρίξυπνος ἀπάντησέ του κι εἶπε·
“Κι ἂν τάχα ξαναφάνηκε, Τηλέμαχε, ὁ γονιός σου, δὲ σοῦ ταιριάζει ν' ἀπορῆς καὶ νὰ θαμάζης τόσο·
ἄλλος πιὰ ἐδῶ κατόπι μου δὲν ἔρχεται Ὀδυσσέας· ἐγώ 'μαι αὐτός, κι ἀφοῦ πολὺ πλανήθηκα στὰ ξένα, τώρα στὰ χρόνια τὰ εἴκοσι γυρίζω στὴν πατρίδα.
Εἶναι κι αὐτὸ τῆς Ἀθηνᾶς τῆς νικηφόρας ἔργο, ποὺ ὅπως θελήση δύνεται νὰ κάνη με νὰ μοιάζω,
πότε φτωχὸς καὶ ταπεινός, καὶ πότε πάλε νέος, μὲ τὸ κορμί μου ἀρχοντικὰ φορέματα ντυμένο.
Κι εἶν' εὔκολο γιὰ τοὺς θεοὺς ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια, ἢ νὰ δοξάσουν ἄνθρωπο θνητό, ἢ νὰ ταπεινώσουν.”  Εἶπε, καὶ κάθισε· κι ὁ γιὸς στὴν ἀγκαλιά του πῆρε τὸ δοξαστὸ πατέρα του μὲ θρήνους καὶ μὲ δάκρυα. Τότες κι οἱ δυὸ ξεβούρκωσαν, καὶ δυνατὰ στριγγλίζαν,
κι ἀπ' ὄρνια ξεφωνίζοντας πιὸ ἁψὰ κι ἀπὸ σπαράχτες ἀγιοῦπες ἢ θαλασσαϊτούς, ποὺ πῆραν τὰ μικρά τους, ἀκόμα πρὶ φτερώσουνε, τῆς ἐξοχῆς οἱ ἀργάτες· τόσο πικρὰ ἀπ' τὰ βλέφαρα τὰ δάκρυα τους χυνόνταν. Κι ὁ γήλιος θὰ βασίλευε, κι ἀκόμα αὐτοὶ θὰ κλαῖγαν, ἂν ἄξαφνα ὁ Τηλέμαχος τὸν Ὀδυσσέα δὲ ρώτα· “Μὲ τί καράβι φάνηκες ὡς τόσο ἐδῶ, πατέρα; κι οἱ ναῦτες ποὺ σὲ φέρανε ποιοί λέγανε πὼς ἦταν ; Γιατὶ πεζὸς ἐσὺ θαρρῶ δὲν ἦρθες ὡς τὸ Θιάκι.”
Κι ἀπολογήθη του ὁ τρανός, πολύπαθος Δυσσέας· “Ὅλη ἀπ' ἐμένα, τέκνο μου, θ' ἀκούσης τὴν ἀλήθεια. Μὲ φέραν ἐδῶ Φαίακες θαλασσοξακουσμένοι, ποὺ κάθε ξένον προβοδοῦν ποὺ φτάση στὸ νησί τους· μὲ τὸ γοργὸ καράβι τους, καθὼς γλυκοκοιμόμουν, ἦρθαν στὸ Θιάκι, μ' ἔβγαλαν, καὶ μὲ λαμπρὰ μ' ἀφῆκαν δῶρα, χρυσὰ καὶ χάλκινα, καὶ μὲ φαντὰ περίσσια· ὅλα κρυμμένα σὲ σπηλιὰ μὲ θεϊκιὰ βοήθεια.
Τώρα ἦρθα ἐδῶ, τῆς Ἀθηνᾶς τὰ λόγια ἀκολουθώντας, μαζὶ νὰ κανονίσουμε τὸ φόνο τῶν ὀχτρῶ μας.
Καὶ τοὺς μνηστῆρας ἔλα ἐσὺ, κι ἕνα πρὸς ἕνα πές μου, νὰ μάθω πόσοι εἶν' ὅλοι τους, καὶ ποιός εἶν' ὁ καθένας· καὶ μέσα στὸν ἀλάθευτο θὰ μελετήσω νοῦ μου, ἂν ἐμεῖς σώνουμε μαζὶ μ' ἐκείνους νὰ πιαστοῦμε δίχως βοηθοὺς καὶ μοναχοί, γιά κι ἄλλους θὰ χρειαστοῦμε.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπάντησε καὶ του εἶπε·
“Πατέρα, πάντα τ' ἄκουγα τὸ δοξαστὸ ὄνομά σου, πόσο στὸ χέρι μαχητής, στὸ νοῦ μεγάλος ἤσουν·
ὅμως αὐτὸς ὁ λόγος σου τὰ φρένα μου σαστίζει· πῶς δυὸ νομάτοι θὰ πιαστοῦν μὲ τόσους ἀντρειωμένους ;
Κι αὐτοὶ δὲν εἶναι μήτε μιὰ μήτε καὶ δυὸ δεκάδες, μόνε πολὺ περσότεροι· θὰ μάθης τώρα πόσοι.
Ἀπὸ Δουλίχι πρόβαλαν πενήντα δυὸ μνηστῆρες, νέοι ἕνας κι ἕνας, καὶ μ' αὐτοὺς δοῦλοι ἕξ ἀκολουθᾶνε· ἔχουμ' εἰκοσιτέσσερεις λεβέντες ἀπὸ Σάμη. Ἀπὸ τή Ζάκυθο εἴκοσι παιδιὰ Ἀχαιῶν μᾶς ἦρθαν, κι ἀπὸ τὸ Θιάκι δώδεκα μετροῦμε παλληκάρια.
Εἶναι μ' αὐτοὺς κι ὁ Μέδοντας, ὁ κήρυκας καὶ θεῖος τραγουδιστής, μὲ δυὸ μαζὶ παράξιους μοιραστάδες.
Σ' ὅλους αὐτοὺς ἂν πέσουμε σὰ βρίσκουνται ἐκεῖ μέσα, φοβᾶμαι, μὴ μᾶς βγῆ πικρὴ καὶ μαύρη ἡ γδίκιωσή μας.
Μόνε στοχάσου ἂ δύνεσαι νὰ βρῆς στὸ νοῦ σου μέσα διαφεντευτὴ ποὺ πρόθυμα βοήθεια θὰ μᾶς φέρη.”

Ὡς τόσο ἐσύ, καθὼς γλυκοχαράξη, τρέξε, καὶ τοὺς περήφανους ζύγωσ' ἐκεῖ μνηστῆρες·
κατόπι ἐμένανε ὁ βοσκὸς στὴ χώρα θὰ μὲ φέρη, μὲ κακορίζικου μορφὴ καὶ γέρου διακονιάρη.
Κι ἀνίσως μοῦ κακοφερθοῦν ἐκεῖνοι στὸ παλάτι, κράτα τὸν πόνο μέσα σου τὰ πάθια μου θωρώντας·
μὰ κι ἂ μὲ ποδοσέρνουνε στὴ θύρα, καὶ σαγίτες μοῦ ρίχτουν, στέκου ἀτάραγος ἐσὺ κι ἀπόμενέ τα·
καὶ μόνε λέγε τους γλυκὰ τὴν τρέλλα τους νὰ πάψουν· ἀγκαλὰ αὐτοὶ δὲ θὰ σ' ἀκοῦν, τὶ ἡ ὥρα τους ἀγγίζει.

Μὰ κι ἄλλο τώρα θὰ σοῦ πῶ κι ἐσὺ ἔχε το στὸ νοῦ σου·παιδί μου ἀλήθεια ἂν εἶσαι ἐσύ, κι ἀπὸ δικό μας αἶμα, κανένας νὰ μὴ μάθη ἐκεῖ πὼς ἦρθε ὁ Ὀδυσσέας.
Λαέρτης καὶ χοιροβοσκὸς μὴν τύχη καὶ τ' ἀκούσουν· μήτε κανένας τοῦ σπιτιοῦ, καὶ μήτε ἡ Πηνελόπη, παρὰ μονάχοι ἐμεῖς οἱ δυὸ νὰ μάθουμε τὶς γνῶμες  τῶ γυναικῶν, καὶ δοκιμὴ νὰ κάνουμε στοὺς ἄντρες, ποιός ἀπ' τοὺς δούλους μᾶς τιμάει, κι ἀκόμα μᾶς φοβᾶται, καὶ ποιὸς ξεχνᾶ μας κι ἀψηφάει λεβέντη σὰν κι ἐσένα.”
Καὶ τότες ὁ μυριόχαρος τοῦ ἀπολογήθη γιός του·
“Πατέρα, ἀργότερα θαρρῶ θὰ νιώσης τὴν ψυχή μου, καὶ πὼς δὲν ἔχω θένα βρῆς τὰ λογικά μου κούφια· μὰ αὐτὸ ποὺ τώρα μελετᾶς δὲν τό 'χω γιὰ καλό μας.
Στοχάσου το· πολὺν καιρὸ θὰ χάσης ἂν καθέναν νὰ δοκιμάσης ξέχωρα στὰ χτήματα γυρίζης·
κι αὐτοὶ στὸ μεταξὺ θὰ τρῶν τὸ βιὸς μὲς στὰ παλάτια, ἀναπαμένοι, ἀδιάντροποι, καὶ δίχως νὰ λυποῦνται.
Καλό 'ναι ἀλήθεια νὰ κοιτᾶς νὰ μάθης τὶς γυναῖκες, ποιές ἄτιμα σοῦ φέρνουνται καὶ ποιές δὲν ἔχουν κρῖμα· μὰ νὰ γυρνοῦμε τὶς αὐλὲς νὰ δοκιμάζουμε ἄντρες, αὐτὸ δὲν τό 'θελα· στερνὰ νὰ γίνουν κάλλιο ἐτοῦτα, σημάδι ἂν ἔχης φανερὸ τοῦ αἰγιδοφόρου Δία.”



Καὶ στὸ λαμπρὸ σὰν μπήκανε τοῦ Ὀδυσσέα παλάτι, ὁ κήρυκας ἀνάμεσα στὶς παρακόρες εἶπε·
“Ἦρθε ὁ μονάκριβός σου γιός, βασίλισσα, ἀπ' τὴν Πύλο.”
Ζυγώνει κι ὁ χοιροβοσκὸς καὶ λέει τῆς Πηνελόπης ὅλα ὅσα τοῦ παράγγειλε τ' ἀγαπητὸ παιδί της.
Καὶ τοὺς μνηστῆρες ἔπιασε βαρειὰ καρδιὰ καὶ λύπη· καὶ βγῆκαν δίπλα ἀπ' τῆς αὐλῆς τὸν τοῖχο τὸ μεγάλο, καὶ πήγανε, κι ὁλόμπροστα καθίσανε τῆς θύρας.
 Καὶ τότες τοῦ Πολύβου ὁ γιὸς ὁ Εὐρύμαχος τοὺς εἶπε·
“Ἔργο τρανὸ ὁ Τηλέμαχος κατόρθωσε μὲ τόλμη, τέτοιο ταξίδι,— κι εἴπαμε πὼς δὲ θὰ τὸ τελέση·
τώρα καράβι διαλεχτὸ μὲ λαμνοκόπους ἄξιους ἂς ρίξουμε, ποὺ ὁλόταχα τὸ μήνυμα νὰ φέρουν στοὺς φίλους, νὰ γυρίσουνε γοργὰ στὸ Θιάκι πίσω.”
Καὶ τότες τοῦ Εὐπείθη ὁ γιός ὁ Ἀντίνος, σ' αὐτοὺς εἶπε· Ὠχοῦ, πῶς ἀπ' τὸν ὅλεθρο οἱ θεοὶ τόνε γλυτωσαν; Στὰ βράχια τ' ἀνεμόδαρτα σκοποὶ καθόνταν πάντα,
κι ἀπανωτὰ ξαλλάζανε· καὶ σὰ βουτοῦσε ὁ ἥλιος, δὲν ξενυχτούσαμε στὴ γῆς, παρὰ μὲ τό καράβι
γυρνούσαμε ὡς τὸ χάραμα, φυλάγοντας καρτέρι θάνατο στὸν Τηλέμαχο, νὰ πᾶμε πιάνοντάς τον.Κι ὡς τόσο θεὸς τὸ θέλησε, καὶ γύρισε στὸ Θιάκι.
Μὰ ἐμεῖς ἐδῶ ἂς κοιτάξουμε τὸ τέλος του τό μαῦρο, μὴ μᾶς ξεφύγη· τὶ θαρρῶ πὼς ὅσο ζῆ δὲ βγαίνει
πέρα ἡ δουλειά μας, τὶ καὶ νοῦ καὶ γνώση ἐκεῖνος ἔχει, κι ἐμᾶς ἀγάπη ὁ λαὸς σὰν πρῶτα δὲ μᾶς ἔχει.
Μὰ ἀπάνω ἐκεῖ ὁ Ἀμφίνομος ξαγόρεψέ τους κι εἶπε, ὁ γιόκας ὁ μυριόχαρος τοῦ ρήγα Νίσου, γόνου
τοῦ Ἀρήτου, ποὺ ἦρθεν ἀρχηγὸς καὶ κάλλιος τῶ μνηστήρων ἀπ' τὸ Δουλίχι τὸ χλωρό, τὸ σιταροσπαρμένο, καὶ ποὺ τὰ λόγια του ἄρεσαν τῆς ὥριας Πηνελόπης, γιατ' εἶχε πάντα στὴν καρδιὰ περίσσια καλωσύνη.
Αὐτὸς λοιπὸν καλόγνωμα ξαγόρεψέ τους κι εἶπε· Ὦ φίλοι, τὸν Τηλέμαχο ποτὲς δὲ θὰ χαλνοῦσα·
κακό, βασιλικὴ γενιὰ μὲ φονικὸ νὰ σβήσης· τὴ γνώμη κάλλιο ἂς μάθουμε τῶν ἀθανάτων πρῶτα.
Ἂν εἶναι μὲ τὸ θέλημα τοῦ Δία τοῦ βροντορίχτη, κι ἴδιος ἐγὼ τόνε χαλνῶ, κι ὅλους τοὺς ἄλλους σπρώχνω· Μὰ ἂν τὸ μποδίζουνε οἱ θεοί, νὰ πάψετε σᾶς λέγω.”
Εἶπε, καὶ σ' ὅλους ἄρεσαν τοῦ Ἀμφίνομου τὰ λόγια. Κι ἀμέσως σηκωθήκανε καὶ στοῦ Ὀδυσσέα πῆγαν τὸν πύργο, καὶ καθίσανε πὰς στὰ λαμπρὰ θρονιά του.

Τότες στὸ νοῦ τῆς φρόνιμης τῆς Πηνελόπης ἦρθε ὀμπρὸς στοὺς παραδιάντροπους νὰ κατεβῆ μνηστῆρες, γιατὶ ἔμαθε πὼς γύρευαν τὸ τέλος τοῦ παιδιοῦ της, τὶ ὁ κήρυκας ὁ Μέδοντας ποὺ τ' ἄκουσε τῆς τό 'πε. Καὶ μὲ τὶς βάγιες συντροφιὰ μὲς στὰ παλάτια μπῆκε. Κι ἡ ζουλεμένη ἀρχόντισσα σὰν πῆγε στοὺς μνηστῆρες, σιμὰ στὸ στύλο στάθηκε τῆς δουλεμένης στέγης, σηκώνοντας στὴν ὄψη της τὸ λιόλαμπρο φακιόλι, καὶ τὸν Ἀντίνο μάλωσε καὶ μίλησέ του κι εἶπε· “Ἀντίνο, ἀδιάντροπε, κακέ, ποὺ μὲς στὸ Θιάκι σ' ἔχουν γιὰ πρῶτο ἀπ' τοὺς ὁμήλικους στὴ γνώση καὶ στὰ λόγια·μὰ τέτοιος δὲν ἤσουν ἐσύ. Ζουρλέ, πῶς πᾶς καὶ πλέχνεις τοῦ γιοῦ μου μαῦρο θάνατο, καὶ μήτε καὶ σὲ μέλει
γιὰ τοὺς ἱκέτες πὄχουνε τὸ Δία γιὰ μάρτυρά τους;
Μεγάλο κρῖμα εἶναι κακὸ νὰ πλέχνη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου. Ξεχνᾶς πὼς ὁ πατέρας σου μᾶς ἦρθε ἐδῶ ἱκέτης,  σὰν ἔφευγε ἀπὸ τὸ λαὸ ποὺ χόλιασε μαζί του, γιατ' εἶχε πάρει συντροφιὰ ληστὲς ἀπὸ τὴν Τάφο, καὶ χάλασε τοὺς Θεσπρωτοὺς πού 'ταν δικοί μας φίλοι.
Καὶ νὰ τοῦ πάρουν τὴ γλυκειὰ ζωὴ γυρεῦαν τότες, κι ὅλο τ' ἀρίθμητό του βιὸς ν' ἁρπάξουν καὶ νὰ φᾶνε·  μὰ ὅσο αὐτοὶ κι ἂ μάνιαζαν, τοὺς μπόδισ' ὁ Δυσσέας.
Καὶ τώρα, χωρὶς δίκιο ἐσὺ τοῦ καταλεῖς τὸ σπίτι, γυρεύεις τὴ γυναίκα του, σκοτώνεις τὸ παιδί του,
κι ἐμένα μὲ λυπεῖς πικρά. Μὰ ἐγὼ σοῦ λέω νὰ πάψης, νὰ πῆς καὶ τῶ συντρόφω σου νὰ πάψουνε κι ἐκεῖνοι.”
ΠΗΝΕΛΟΠΗ  1843 Jens Adolph Jerichaü  Carlsberg Glyptotek, Copenhagen.

Κι ὁ Εὐρύμαχος τῆς ἀπαντάει, ὁ γόνος τοῦ Πολύβου·  Ὦ Πηνελόπη γνωστικιά, τοῦ Ἰκάριου θυγατέρα, θάρρος, κι ἂς μὴν τὰ νοιάζεται καθόλου ἐδαῦτα ὁ νοῦς σου.
Δὲν ἦρθε ἀκόμα ἐδῶ στὴ γῆς καὶ μήτε θά 'ρθη ἐκεῖνος ποὺ χέρι στὸν Τηλέμαχο τὸ γιό σου θένα βάλη, ὅσο ἐγὼ ζῶ, καὶ βλέπουνε τὰ μάτια μου στὸν κόσμο. Γιατὶ ἕνα λόγο θὰ σοῦ πῶ, κι ὁ λόγος μου θὰ γίνη· θὰ τρέξη στὸ κοντάρι μου εὐτὺς τὸ μαῦρο του αἷμα, τὶ ὁ πολεμόχαρος συχνὰ κι ἐμένανε Ὀδυσσέας στὰ γόνατά του μ' ἔπαιρνε, καὶ μοῦ 'βαζε στὰ χέρια κρέας ψημένο καὶ κρασὶ στὰ χείλη πορφυρένιο.Γι' αὐτὸ καὶ τοῦ Τηλέμαχου περίσσια τοῦ 'χω ἀγάπη, κι ἀπ' τοὺς μνηστῆρες θάνατο νὰ μὴ φοβᾶται ἐκεῖνος· μὰ ἂν εἶναι νά 'ρθη ἀπ' τοὺς θεούς, πῶς νὰ σωθῆ δὲν ἔχει.”
 Μὲ τέτοια τήνε θάρρευε, μὰ φόνο μελετοῦσε. Κι ἐκείνη μὲς στ' ἀνώγια της τὰ θεόλαμπρα ἀνεβαίνει, καὶ κλαίει τὸν Ὀδυσσέα της, ὥσπου ἡ γαλανομάτα θεὰ κατέβασε γλυκὸ στὰ βλέφαρά της ὕπνο.
Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΚΑΙ ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ John Waterhouse 1912 ABERDEEN ART GALLERY & MUSEUMS  Guestrow , Aberdeen - Scotland


Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ Τηλέμαχος χαμογελώντας ρίχτει ματιὰ πρὸς τὸν πατέρα του, κρυφὰ ἀπ' τὸ χοιροτρόφο. Καὶ τὶς δουλειὲς σὰν τέλειωσαν καὶ τοίμασαν τὸ δεῖπνο, καθίσανε κι ἀπόλαψαν τοῦ τραπεζιοῦ τὰ δῶρα. Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, τὴν κλίνη θυμηθήκανε, καὶ χάρηκαν τὸν ὕπνο.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ  Angelica Kauffmann 1770