Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΝΗΣΤΗΡΟΦΟΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΝΗΣΤΗΡΟΦΟΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

ΡΑΨ. χ  MNΗΣΤΗΡΟΦΟΝΙΑ

ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ  Gustave MOREAU 1852 ΜΟΥΣΕΙΟ Gustave MOREAU  ΠΑΡΙΣΙ


Τότε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος γυμνώθη απ᾿ τα κουρέλια και στο κατώφλι απάνω πήδηξε, κρατώντας το δοξάρι  και το γεμάτο σαϊτολόγο του, και τις γοργές σαγίτες αυτοί, μπροστά στα πόδια του, άδειασε, και στους μνηστήρες είπε:  «Πια τέλος πήρε αυτό το αλύπητο δοκίμι μας, και τώρα
διαλέγω άλλο σημάδι, που άνθρωπος κανείς δε βρήκε ακόμα,  να ιδώ αν πετύχω κι αν ο Απόλλωνας μου δώσει αυτή τη δόξα.»


Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΟ ΤΟΞΟ  Derain André 1938
Paris, musée national d'Art moderne - Centre Georges Pompidou
Έτσι σα μίλησε, σημάδεψε και στον Αντίνοο ρίχνει πικρή σαγίτα. Εκείνος άπλωνε μια κούπα να σηκώσει, μαλαματένια, δίχερη, όμορφη᾿ την έπαιζε στα χέρια  κιόλας, κρασί να πιεί, το θάνατο χωρίς να βάζει ο νους του᾿  ήτανε τόσοι δα οι συντράπεζοι — και ποιος το φανταζόταν πως ένας σε πολλούς ανάμεσα, με όσην αντρεία κι αν είχε, άσκημο θάνατο θα του 'δινε κι ασβρλωμένη μοίρα!
Μα ως σημαδεύοντας τον πέτυχε πα στο λαιμό ο Οδυσσέας,  απαντικρύ ο χαλκός επρόβαλε στον τρυφερό του σβέρκο᾿  και χτυπημένος πίσω ανάγειρε και του 'φυγε απ᾿ το χέρι η κούπα, και κρουνός ξεχύθηκε μεμιάς απ᾿ τα ρουθούνια το αίμα το ανθρώπινο, και πέταξε μακριά του το τραπέζι κλωτσώντας το, και χάμω σκόρπισαν τα κρέατα τα ψημένα  και τα ψωμιά, και στο αίμα βάφτηκαν. Κι ασκώσαν οι μνηστήρες βουή τρανή, σαν είδαν άνθρωπος να πέφτει σκοτωμένος᾿  κι απ᾿ τα θρονιά σκιαγμένοι επήδηξαν και τρέχαν δώθε κείθε, κατά τους τοίχους τους καλόχτιστους κοιτάζοντας ολούθε' μα ουδέ σκουτάρι βρίσκαν γύρα τους ουδέ βαρύ κοντάρι.
Και πήραν όλοι με πικρόλογα τον Οδυσσέα να βρίζουν: «Σε άνθρωπο πάνω, ξένε, δόξεψες, κι είναι βαρύ᾿ δοκίμι πια άλλο δε βλέπεις᾿ άωρα αξέφευγο καρτερά το χαμό σου!

Κι είπε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος ταυροκοιτάζοντάς τους: «Σκυλιά, που ελέγατε στο σπίτι μου πως δε γυρίζω πίσω  πια από την Τροία, γι᾿ αυτό μου τρώγατε το βιος στο αρχοντικό μου,
και στανικώς με τις γυναίκες μου πλαγιάζατε τις σκλάβες,  κι ακόμα ζώντας μου το ταίρι μου γυρεύατε σε γάμο, και μήτε τους θεούς φοβόσαστε που ζουν στα ουράνια πλάτη,  μηδέ κι ανθρώπου οργή, πως θα 'ρχουνταν να γδικιωθεί μια μέρα!
Μα τώρα πια πιαστήκατε όλοι σας στου χαλασμού τα δίχτυα!» Αυτά είπε, κι εκείνους ολόχλωμη τους έπιασε τρομάρα, κι ο καθανείς τρογύρα εκοίταζε, του Χάρου να ξεφύγει.
Μόνος απ᾿ όλους τότε ο Ευρύμαχος του απηλογήθη κι είπε: Αν είσαι εσύ ο Οδυσσέας και διάγειρες, ο ρήγας της Ιθάκης,  σωστά μας τα 'πες, τόσα που 'καναν οι Αργίτες κάθε μέρα, ένα σωρό αδικίες στα ξώμερα κι ένα σωρό εδώ μέσα.
Η ΜΝΗΣΤΗΡΟΦΟΝΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΘΕΩΝ LUCA CAMBIASO PALAZZO ROSSO  ΓΕΝΟΒΑ 1545

Μα ο πρώτος φταίχτης σ᾿ όλα κοίτεται τώρα νεκρός, το βλέπεις, ο Αντίνοος᾿ όσα μας μαρτύρησες είναι δουλειές δικές του' κι όχι μαθές γιατί τον έσπρωχνε του γάμου ανάγκη ή πόθος,
μον᾿ άλλα μες στο νου του εδούλευε, που ο γιος του Κρόνου ωστόσο δεν του τα τέλεψε: σκοτώνοντας το γιο σου με καρτέρι να γίνει ατός του της καλόχτιστης Ιθάκης ο ρηγάρχης.
Αυτός σκοτώθηκε, ως του ταίριαζε, μα εσύ λυπήσου τώρα δικούς σου ανθρώπους! Κι όσα φάγαμε κι ήπιαμε εδώ στο σπίτι  θα στα πλερώσουμε συνάζοντας απ᾿ το λαό᾿ θα πάρεις κι απανωτίμι απ᾿ τον καθένα μας, είκοσι βόδια ακέρια ν᾿ αξίζει, και χαλκό και μάλαμα, που πια να μαλακώσει μέσα η καρδιά σου᾿ ως τότε χόλιαζε, και μ᾿ όλο σου το δίκιο!»

Κι είπε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος ταυροκοιτάζοντάς τον:
«Κι αν όλα σας ακόμα, Ευρύμαχε, τα πατρικά μου δώστε, όσο βιος έχετε, και βάλετε κι άλλα από πάνω αλλούθε, μηδ᾿ έτσι εγώ ποτέ τα χέρια μου θα μάκραινα απ᾿ το φόνο, πριχού οι μνηστήρες μου πλερώσετε τις ανομίες σας όλες.

Τα λόγια αυτά σαν είπε ο Ευρύμαχος, το χάλκινο σπαθί του το δίκοπο ξεθηκαρώνοντας απάνω του χιμίζει  με άγριες φωνές. Μα κι ο αρχοντόγεννος ίδια στιγμή Οδυσσέας σαγίτα ρίχνοντας κατάστηθα, πλάι στο βυζί, τον βρήκε᾿  κι ως μες στο σκώτι εχώθη η γρήγορη σαγίτα, από το χέρι του φεύγει το σπαθί, και τρίκλισε και πέφτει, στο τραπέζι  αναδιπλώνοντας, και σκόρπισαν τα φαγητά στο χώμα
και το διπλόγουβο ποτήρι του κι αυτός ψυχομαχώντας πάνω στη γη το μέτωπο έκρουγε, και με τα δυο του πόδια κλωτσούσε το θρονί, και χύθηκε στα μάτια του σκοτάδι.
Ευτύς ο Αμφίνομος ανάσυρε το κοφτερό σπαθί του  κι απαντικρύ πηδώντας χύθηκε στον ξακουστό Οδυσσέα,  την πόρτα μπας κι αφήσει λεύτερη᾿ μα πρόφτασε από πίσω και με το χάλκινο ο Τηλέμαχος τον κάρφωσε κοντάρι μεσοπλατίς, κι αυτό του διάβηκε το στήθος πέρα ως πέρα.
Πέφτει με βρόντο, καταπρόσωπα στη γη χτυπώντας πάνω.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΗΜΙΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΕΔΟΝΤΑ  1812 Thomas Degeorge Musée Roger Quilliot 
Στο γιο του εστράφη κι ανεμάρπαστα κινούσε λόγια τότε:
«Κάποια απ᾿ τις σκλάβες λέω, Τηλέμαχε, του αρχοντικού μας τώρα βαρύ μας ξεσηκώνει πόλεμο, μπορεί κι ο Μελανθέας.»
Και τότε ο γνωστικός Τηλέμαχος του απηλογήθη κι είπε:
«Κύρη, δικό μου είναι το φταίξιμο, δε φταίει κανένας άλλος, που αφήκα ορθάνοιχτη της κάμαρας τη σφιχταρμοδεμένη  πόρτα πριν λίγο, και το πρόσεξαν αυτοί καλύτερα μας.
Τρέξε, Εύμαιε, τώρα, αρχοντογέννητε, την πόρτα να σφαλίσεις,  και ιδές αν είναι, κάποια δούλα μας σε τούτα εδώ μπλεγμένη, για ο Μελανθέας — αυτός φαντάζουμαι πως θα 'ναι, ο γιος του Δόλιου.»

Αυτά είπε, κι όμως δεν του χάριζε τη νίκη ακέρια ακόμα,  τι γύρευε ξανά τη δύναμη και την αντρεία η Παλλάδα και του Οδυσσέα και του περίλαμπρου να δοκιμάσει γιου του.
Γι αυτό με χελιδόνα μοιάζοντας στο μαυροκαπνισμένο Δοκάρι της στέγης πετάχτηκε και κάθισε κει πάνω.
H ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ JOHN RUSH ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ"
Και τους μνηστήρες όμως γκάρδιωναν ο γιος του Δαμαστόρου κι ο Ευρύνομος κι ο Δημοπτόλεμος κι ο Πείσαντρος, το τέκνο του Πολυχτόρου, κι ο Αμφιμέδοντας κι ο Πόλυβος ο γαύρος᾿ τι αυτοί στην αντριγιά ξεχώριζαν απ᾿ τους μνηστήρες όλους, Οι άλλοι νεκροί απ᾿ το τόξο εκοίτουνταν και τις πολλές σαγίτες.
Και τότε ο Αγέλαος πήρε κι έλεγε, ν᾿ ακούσουν όλοι γύρα:
«Φίλοι, τα χέρια του τ᾿ ανίκητα γοργά θα παραλύσουν του 'φυγε ο Μέντορας᾿ παινέματα μονάχα κούφια του 'πε, κι αυτοί ξανά απόμειναν έρημοι στης πόρτας το κατώφλι.
Ωστόσο τα μακριά κοντάρια σας μη ρίχνετε όλοι αντάμα' σεις οι έξι τώρα κονταρέψετε, μονάχα ο Δίας να δώσει τον Οδυσσέα νεκρό να ρίξετε, να σας δοξάσει ο κόσμος' για τους επίλοιπους μη γνοιάζεστε, να πέσει τούτος μόνο!» Αυτά είπε, κι όλοι τους κοντάρεψαν, καθώς τους είχε ορίσει,
με λύσσα, μα η Παλλάδα βίγλιζε και ξεστράτισαν όλα'

Μα ο γιός του Τέρπιου τότε γλίτωσε του Χάρου, ο τραγουδάρης  ο Φήμιος, στους μνηστήρες που 'ψαλλε συχνά, μα αθέλητα του.
Ορθός, κρατώντας την ψιλόφωνη κιθάρα του στα χέρια στο παραπόρτι εβρέθη᾿ δίγνωμη βουλή τον κυβερνούσε: να βγει να κάτσει ικέτης στο βωμό του Δία του τρισμεγάλου,

...κι ο Μέδοντας τον άκουσεν ο μυαλωμένος, τι είχε ζαρώσει κάτω από 'να κάθισμα και κοίτουνταν χωμένος  σε νιόγδαρτο αγελαδοτόμαρο, του Χάρου να γλιτώσει.
Μεμιάς ξεπρόβαλε απ᾿ το κάθισμα κι εγδύθη το τομάρι...


Σήκω, πολύχρονη γερόντισσα, που πιστατείς τις σκλάβες  γυναίκες μέσα στο παλάτι μας, καιρός πια να 'ρθεις μέσα' σε φώναξε μαθές ο κύρης μου, να σου μιλήσει κάτι.» 
Κι αυτή, τους σκοτωμένους βλέποντας και ποταμό το γαίμα,  τρανό θωρώντας έργο, κίνησε στριγγιά φωνή να σύρει  από χαρά, μα αυτός την κράτησε, τη φόρα κόβοντας της, Χάρου από μέσα σου, γερόντισσα, και βάστα, μη φωνάζεις' δε θέλει ο θεός χαρά να δείχνουμε μπροστά σε σκοτωμένους!
Τούτους η μοίρα των αθάνατων και τ᾿ άνομά τους έργα  τους δάμασαν, τι δε λογάριαζαν στον κόσμο απ᾿ τους ανθρώπους  τρανό, αχαμνό — κανένα, αν λάχαινε να τους συντύχει κάποιος,
κι άσκημα τέλη τώρα απόλαψαν από τις αδικίες τους.
Μον᾿ έλα τώρα εσύ, μαρτύρα μου για του σπιτιού τις δούλες.  ποιές απόμειναν ακριμάτιστες και ποιες με ξεψηφούσαν.»
Κι η βάγια Ευρύκλεια τότε μίλησε κι απηλογήθη κι είπε: Για τούτα, γιε μου, που με ρώτησες θα πω την πάσα αλήθεια:
Έχεις πενήντα στο παλάτι σου γυναίκες όλες όλες σκλάβες᾿ αυτές δουλειές τις μάθαμε σιγά σιγά να κάνουν, να ξαίνουν το μαλλί κι υπόμονα να στρέγουν τη σκλαβιά τους.
Μα οι δώδεκα από τούτες, πέφτοντας σε αδιαντροπιά μεγάλη, μήτε και μένα πια λογάριαζαν μηδέ και την κυρά τους  την Πηνελόπη. Κι ο Τηλέμαχος πριν λίγο εγίνηκε άντρας, και δεν τον άφηνε η μητέρα του τις σκλάβες ν᾿ αφεντεύει.

Τώρα στο ανώι γοργά το λιόφωτο, στο ταίρι σου θ᾿ ανέβω, να της τα πω, τι ένας αθάνατος την έχει σ᾿ ύπνο ρίξει.»

Κι ως θα 'χετε όλη πια την κάμαρα τρογύρα συμμαζέψει,  τις δούλες έξω απ᾿ το καλόχτιστο να βγάλτε αρχονταρίκι, και στην αυλή, στο θόλο ανάμεσα και στον πανώριο φράχτη τα κοφτερά σπαθιά ανασέρνοντας χτυπάτε τις και σ᾿ όλες να δώστε θάνατο, τον έρωτα για πάντα να ξεχάσουν,   που εχαίρουνταν ως τώρα σμίγοντας κρυφά με τους μνηστήρες.»
Έτσι όρισε, κι οι δούλες έφτασαν όλες μαζί και μπήκαν πικρά θρηνολογώντας, κι έτρεχε το δάκρυ τους ποτάμι.
Των σκοτωμένων πρώτα σήκωναν και βγάζαν τα κουφάρια, και στης αυλής της καλοτείχιστης το σκεπαστό από κάτω.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΝΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗ ΝΑ ΜΑΖΕΨΟΥΝ ΤΑ ΑΨΥΧΑ ΣΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΝΗΣΤΗΡΩΝ
Nicolas-André Monsiau 1791


Και τότε ο γνωστικός Τηλέμαχος το λόγο επήρε κι είπε:
«Όχι, σ᾿ αυτές δε θέλω θάνατο να δώσω τιμημένο—  που στο κεφάλι της μητέρας μου κι εμένα καταφρόνια σκορπούσαν και ντροπή, και πλάγιαζαν μαζί με τους μνηστήρες!»

ΟΙ ΑΠΙΣΤΟΙ ΔΟΥΛΟΙ (ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ "ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ" ΤΟΥ GUSTAVE MOREAU


Τότε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος απηλογήθη κι είπε:
«Φωτιά πιο πρώτα να μου ανάψουνε στον αντρωνίτη θέλω!»
Είπε, κι η βάγια Ευρύκλεια σύγκλινε στου αφέντη της το λόγο' φωτιά και θειάφι αμέσως έφερε, και θειάφιζε ο Οδυσσέας, το αρχονταρίκι πρώτα κι έπειτα κι αυλή και τ᾿ άλλο σπίτι.
Κι εδιάβη η Ευρύκλεια μέσα απ᾿ τ όμορφο παλάτι του Οδυσσέα,
στις σκλάβες για να πάει το μήνυμα και να τις σπρώξει να 'ρθουν.
Κι αυτές, ως βγήκαν απ᾿ την κάμαρα με τα δαδιά στα χέρια, στον Οδυσσέα τρογύρα εχύθηκαν καλωσορίζοντας τον᾿  κι όπως φιλούσαν το κεφάλι του με αγάπη και τους ώμους, τα χέρια σφίγγοντας του, ολόγλυκος τον πήρε εκείνον πόθος  για κλάματα και βόγγους, τι όλες τους τις γναφιζε η καρδιά του.
 

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Ραψωδία υ Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.




Κι ὁ Ὀδυσσέας ὁ θεϊκὸς στὸ πρόσπιτο πλαγιάζει, σὲ ἀδούλευτο βοδόπετσο, μὲ ἀπάνω του στρωμένες
προβιὲς περίσσιες τῶν ἀρνιῶν ποὺ σφάζαν οἱ μνηστῆρες. Σκέπασμα τότες τοῦ 'ριξε φλοκάτα ἡ Εὐρυνόμη. Ἐκεῖ ἀγρυπνοῦσε, κι ὄλεθρο κρυφομελέτα ὁ νοῦς του γιὰ τοὺς μνηστῆρες. Σύγκαιρα τοῦ παλατιοῦ οἱ κοπέλες, ὅσες ἀγκαλιαζόντουσαν μ' ἐκείνους, βγαῖναν τώρα, κι ἡ μιὰ τῆς ἄλλης μὲ χαρὲς καὶ γέλια συντυχαῖναν.
Ὅμως ἐκείνου λύσσαζε στὰ σωθικὰ ἡ καρδιά του, κι ὅλο τὸ γύρναε μὲς στὸ νοῦ καὶ μέσα στὴν ψυχή του, νὰ ὁρμήση, καὶ μὲ θάνατο τὴν καθεμιὰ νὰ σβήση, ἢ στὸ στερνό τους φίλημα ν' ἀφήση τοὺς μνηστῆρες· κι ὁλοένα βόγγαε μέσαθε κι ἀλύχταε ἡ καρδιά του.
Η ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ JOHN RUSH ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ"


Καὶ τότες ἀπ' τὸν οὐρανὸ κατέβηκε ἡ Παλλάδα ὀμπρός του, κι ἔμοιαζε θνητῆς γυναίκας τὸ κορμί της· καὶ στάθηκε ἀπεπάνω του, καὶ τοῦ εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια·  “Πάλε ἀγρυπνᾶς, ποὺ πιὸ ἄμοιρος δὲ βρέθη στὴ γῆς ἄλλος ; Νὰ δά, τὸ σπίτι σου, καὶ νά, τὸ ταίρι σου ἐκεῖ μέσα, καὶ τὸ παιδί σου, ποὺ ὅμοιο του ποιός δὲν ποθεῖ πατέρας ;”
Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τῆς εἶπε·
“Ὅλα σωστὰ κι ἀληθινά, θεά μου, ὅσα μοῦ εἶπες· μὰ ἐμένα τοῦτο μέσα μου μεταγυρνάει ὁ νοῦς μου,
τὸ πῶς τοὺς παραδιάντροπους αὐτοὺς ν' ἀγγίξω μόνος, ποὺ αὐτοί 'ναι πάντα μαζωχτοὶ μὲς στὰ παλάτια ἐδαῦτα.
Κι ἕν' ἄλλο μεγαλύτερο στὰ φρένα μου ἀναδεύω, τὸ Δία ἂν ἔχοντας βοηθὸ κι ἐσένανε τοὺς σβήσω,
ποῦ θένα βρῶ καταφυγή ; Στοχάσου το κι ἐτοῦτο”.

Κι ὁ ὕπνος ἐκεῖνον ἔπιανε καὶ τοῦ 'παιρνε τὶς ἔνννιες· μὰ ἡ πολυστοχαζούμενη γυναίκα του ξυπνοῦσε, καὶ κάθιζε στὸ μαλακὸ κλινάρι καὶ θρηνοῦσε.
Κι ἀφοῦ ἡ καρδιά της χόρτασε τὰ δάκρυα καὶ τὸ κλάμα, πρῶτα στὴν Ἄρτεμη ἡ λαμπρὴ γυναίκα προσευκιέται·  “Χαριτωμένη μου Ἄρτεμη, κόρη τοῦ Δία, μακάρι νὰ μ' ἔτρωγε ἡ σαΐτα σου χτυπώντας μου τὰ στήθη, γιά ἂς μ' ἅρπαζε ὁλοάξαφνα κι ἂς μ' ἔφερνε ἀνεμούρα στ' ἀχνὰ περάσματα, ἀπ' ἐκεῖ στὸ ρέμα νὰ μὲ ρίξη ποὺ καταπίσω τρέχοντας ὁ Ὠκεανὸς προβάλλει. Καὶ σὰν ποὺ ἄνεμοι πήρανε τὶς κόρες τοῦ Παντάρου, ποὺ τὶς ἀφῆκαν οἱ θεοὶ πεντάρφανες, πανέρμες, κι ἡ Ἀφροδίτη πῆρε τις καὶ γλυκανάθρεψέ τις μὲ τὸ κρασὶ, μὲ τὸ τυρὶ, μὲ τὸ γλυκὸ τὸ μέλι, κι ἡ Ἥρα γνώση κι ὀμορφιὰ τὶς χάρισε περίσσια, ἡ Ἄρτεμη τ' ἀνάστημα, κι ἡ Ἀθηνᾶ τὴν τέχνη τὶς ἔμαθε νὰ φτιάνουνε κάθε δουλειὰ πιδέξια, κι ἡ Ἀφροδίτη στὶς κορφὲς ὡς ν' ἀνεβῆ τοῦ Ὀλύμπου, τὸ Δία τὸ βροντόχαρο γιὰ νὰ παρακαλέση,—


Αὐτὰ εἶπε, κι ἡ χρυσόθρονη φάνη στὴ γῆς Αὐγούλα.
Ἀγρίκησε τὸ θρῆνο της ὁ θεϊκὸς Δυσσέας, καὶ συλλογιόταν κι ἔλεγε στὸ νοῦ του πὼς ἐκείνη
τὸν ἔνιωσε, καὶ πὼς σιμὰ στὴν κεφαλή του στάθη.
Καὶ τὴ φλοκάτα ἁρπάζοντας καὶ τὶς προβιές, ποὺ μέσα κοιμότανε, τ' ἀπίθωσε πὰς σὲ θρονὶ τοῦ πύργου· καὶ στὴν αὐλὴ τὸ βοδινὸ σὰν ἔθεσε τομάρι, στὸ Δία προσευκήθηκε μὲ χέρια σηκωμένα·
“Πατέρα Δία, ἂν στέργετε στὸν τόπο μου νὰ φτάσω ἀπὸ στεριὲς καὶ θάλασσες, κατόπι τόσα πάθια,
ἀπ' ὅσους μέσα ἐκεῖ ξυπνοῦν, φωνὴ ἂς σηκώση κάποιος, κι ἄλλο σημάδι ἂς μοῦ φανῆ ἀπ' ἔξωθε τοῦ Δία.” Αὐτὰ εἶπε, καὶ συνάκουσε τὴν προσευκή του ὁ Δίας, κι ἀπὸ τὰ νέφια τ' ἁψηλὰ τοῦ λαμπεροῦ τοῦ Ὀλύμπου, βρόντηξ' εὐτύς, καὶ χάρηκε ὁ μέγας Ὀδυσσέας.


Μὰ ἡ Ἀθηνᾶ δὲν ἄφηνε τοὺς θεότολμους μνηστῆρες  νὰ παύουν τὴν κακολογιά, γιὰ νὰ πηγαίνη ὁ πόνος βαθύτερα μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα.


Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Η ΑΘΗΝΑ Jan Both and Cornelis van Poelenbergh 16 αι

Κι ἀνάμεσό τους βρίσκουνταν ἀδικογνώστης ἄντρας, ποὺ τ' ὄνομά του Χτήσιππος, καὶ κατοικιά του ἡ Σάμη· στὰ πλούτια του τ' ἀρίθμητα πιστεύοντας, ζητοῦσε τοῦ Ὀδυσσέα τὴ σύγκλινη, τοῦ ξενοπλανημένου.
Εἶπε, καὶ πόδι βοδινὸ τραβάει ἀπ' τὸ πανέρι, καὶ τὸ πετάει ἀπάνω του. Μὰ ξέφυγε ὁ Δυσσέας
γυρνώντας τὸ κεφάλι του, καὶ μέσα του μὲ πίκρα γελώντας, καὶ τὸ κόκκαλο στὸ στέριον τοῖχο πέφτει. Τότες μ' ὀργή ὁ Τηλέμαχος τοῦ Χτήσιππου φωνάζει.

Καὶ τότες ὁ θεόμορφος Θεοκλύμενος τοὺς εἶπε· Ἄχ, τί μεγάλο, ὦ δύστυχοι, κακὸ μαθὲς σᾶς βρίσκει.
Νύχτα σᾶς ζώνει κεφαλὴ καὶ πρόσωπο καὶ γόνα· ἄναψ' ὁ θρῆνος, βρέχουνται τὰ μάγουλα μὲ δάκρυα,
κι οἱ τοῖχοι μ' αἷμα βρέχουνται καὶ τὰ ὥρια μεσοδόκια· γέμισαν πρόθυρα κι αὐλὲς μὲ ἴσκιους νεκρῶν ποὺ τρέχουν μέσα στὰ σκότη, στὸ Ἔρεβος· καὶ χάθηκε στὰ οὐράνια· ὁ ἥλιος καὶ γύρω ἁπλώθηκε στὸν κόσμο μαύρη ἀντάρα.”


TO ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ΚΑΙ Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ GIANI FELICE , 1814,Palazzo Guarini, Forlì ,Region Emilia-Romagna


 Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου ἡ θυγατέρα ἀντίκρυ τους σὰν ἔστησε τὸ λαμπερὸ θρονί της,
ὅ,τι ὁ καθένας ἔλεγε στὰ μέγαρα ἀγρικοῦσε, μὲ γέλια καθὼς τοίμαζαν τὸ γέμα τους ἐκεῖνοι,
τὸ πλούσιο, τὸ χαρούμενο, μὲ τὰ πολλὰ σφαχτά του.
Μὰ ἄλλο τραπέζι πιὸ ἄχαρο δὲ γίνη, σὰν τὸ δεῖπνο ποὺ ἔμελλε γλήγορα ἡ θεὰ κι ὁ μέγας Ὀδυσσέας
νὰ τοὺς ἁπλώση· γιατὶ αὐτοὶ πρωτόκαμαν τὸ κρῖμα.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟΥ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ Ο ΑΡΓΟΣ ΤΟ ΠΙΣΤΟ ΤΟΥ ΣΚΥΛΙ. Illustrations by Flaxman ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ 1905