Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

ΟΜΗΡΙΚΑ ΔΩΡΑ






 Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟΥΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΠΟΥ ΑΠΟΔΙΔΟΥΝ ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΗΝΕΛΟΠΗ LORDON Pierre Jérôme  19 AIVN  Sainte-Menehould ; musée d'Art et d'Histoire

Κοσμήματα «δώρα», «δαίδαλα», «κόσμος» και «αγάλματα», Ισθμιον ,  λέξεις που χρησιμοποιεί ο  Όμηρος  σε αρκετούς στίχους στην Ιλιάδα, την Οδύσσεια και στους Ύμνους και γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα είδη κοσμημάτων και στον λόγο για τον οποίο τα φορούσαν οι κάτοχοι τους .
ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΤΗΝ ΠΗΝΕΛΟΠΗ  
Στη ραψωδία ο της Οδύσσειας (στίχ. 459-463) ο Εύμαιος,  διηγείται στον «ξένο» Οδυσσέα πως έφτασε στην Ιθάκη, όταν  ένας Φοίνικας ήρθε στο σπίτι του. Ένας «πολύιδρις» άνδρας , περίτεχνος έμπειρος ,επισκέπτεται το σπίτι του Εύμαιου, και για να αποσπάσει την προσοχή των γυναικών του σπιτιού ,παρουσίασε ένα Όρμο (κολιέ), χρυσό  που είχε πάνω του κεχριμπάρια,για να τον πουλήσει. Ετσι βρήκε την ευκαιρία η Φοινικιώτισα να ξεφύγει παίρνοντας  μαζί και  τον μικρό Εύμαιο.

        ἢλυθ’ ἀνὴρ πολύϊδρις ἐμοῦ πρὸς δώματα πατρὸς

       χρύσεον ὅρμον ἔχων, μετὰ δ’ ἠλέκτροισιν ἔερτο.

        Τὸν μὲν ἄρ’ ἐν μεγάρῳ δμῳαὶ καὶ πότνια μήτηρ

        Χερσὶν τ’ ἀμφαφόωντο καὶ ὀφθαλμοῖσιν ὁρῶντο,

        ὦνον ὑπισχόμεναι.


Χρυσό στεφάνι χαρίζει και ο Διόνυσος στην Αριάδνη, έργο του Ηφαίστου. Άλλοι λένε πως ήταν δώρο της Αφροδίτης και των Ωρών στο γάμο του Διόνυσου με την Αριάδνη.

Στη ραψωδία Σ της Ιλιάδας, όπου γίνεται αναφορά στο χορό των παλικαριών και των παρθένων πριν τη θυσία τους στο Μινώταυρο, οι κοπέλες φορούσαν ωραία στεφάνια, ενώ οι νέοι είχαν μαχαίρια με χρυσούς και αργυρούς τελαμώνες (στίχ. 593-598).

 Οι περόνες, στα Ομηρικά έπη   αποτελούσαν  απαραίτητο συμπλήρωμα της ενδυμασίας, καθώς με αυτές έδεναν την  χλαίνη  , ωστόσο θεωρούνται κοσμήματα.

Χρυσή περόνη  φορούσε και ο Οδυσσέας, όταν έφυγε από την Ιθάκη.

Στη ραψωδία τ,  ο Οδυσσέας-ζητιάνος ακόμη συνομιλεί  με την γυναίκα του , που δεν τον αναγνωρίζει ακόμη, και της μιλά ότι είδε τον Οδυσσέα, περιγράφοντας της την φορεσιά του Κόκκινο χιτώνα που είχε καρφίτσα ολόχρυση με σκαλίσματα και δύο θηλυκωτήρια (τ,  225-227). Η Πηνελόπη αναγνωρίζει αυτό το στολισμό και λέει πως μόνη της την έραψε.

Διπλὴ χλαίνη μαλλινη καὶ πορφυρένια φορούσε

ὁ θεῖος Δυσσέας καὶ μὲ χρυσὴ κόπτσα ποὺ εἶχε θηλύκι
διπλότρυπο, κι ἀπὸ μπροστὰ λαμπρῆς δουλειᾶς στολίδι·
σκύλος ζαρκάδι παρδαλὸ στὰ μπροστινά του κράτα,
καὶ κοίτα το ποὺ σπάραζε· κι αὐτὸ θαμάζαν ὅλοι,
πώς, ὄντας ἀπὸ μάλαμα, κοιτάει καὶ πνίγει ὁ σκύλος

τὸ ζῶ, ποὺ μὲ πόδια του σπαράζει νὰ ξεφύγη.
Θυμᾶμαι καὶ φανταχτερὸ χιτώνα στὸ κορμί του,
ποὺ σὰν τὴ φλούδα γυάλιζε ποὺ ἔχει ξερὸ κρομμύδι·
τόσο ἤτανε ψιλόφτιαστος καὶ λιόλαμπρος συνάμα.»


Δώρα προσφέρουν, όμως και οι μνηστήρες στην Πηνελόπη για να την κάνουν να διαλέξει τον καλύτερο, Δώρα πανάκριβα και εντυπωσιακά , προηγμένης τεχνολογίας και αισθητικής


Έτσι ο Αντίνοος προσφέρει ένα πέπλο με δώδεκα χρυσές περόνες,( Περικαλλέα πέπλον) εδώ ο ποιητής αφιερώνει τρείς στίχους για να το περιγράψει

 ο Ευρύμαχος έναν χρυσό όρμο με κεχριμπάρια, (Πολυδαίδαλον  όρμον  ηέλιον)

 ο Ευρυδάμαντας δύο ενώτια-σκουλαρίκια, τρίπετρα    (χάρις απελάμπετο πολλή από τα ενώτια),

 ο Πείσανδρος ένα περιδέραιο,( περικαλλές άγαλμα) .

Για τα τρία τελευταία δώρα ο Ομηρος αφιερώνει δύο στίχους

(σ, 292-300).

 Ο στόχος βέβαια της  Πηνελόπης ήταν να μαζέψει δώρα από τους μνηστήρες, για  όλα αυτά που έφαγαν και λεηλάτησαν όλα αυτά τα χρόνια στο παλάτι, και ο Οδυσσέας που παρακολουθούσε αναγνώρισε την πρόθεση της .

Ὦ Πηνελόπη φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου θυγατέρα,
ὅποιος ἐδῶ ἀπ' τοὺς Ἀχαιοὺς θέλει νὰ φέρνη δῶρα,
δέχου τα· δὲν εἶναι καλὸ χαρίσματα ν' ἀρνιέσαι·
μὰ ἐμεῖς, μήτε στὰ χτήματα, μήτε κι ἀλλοῦ δὲν πᾶμε,
πρὶ νὰ διαλέξης ἄντρα σου τῶν Ἀχαιῶν τὸν πρῶτο. ”

Αὐτά 'πε ὁ Ἀντίνος, κι ἄρεσαν τὰ λόγια του στοὺς ἄλλους,
κι ἔστειλαν ὅλοι κήρυκα τὰ δῶρα νὰ τοὺς φέρη.
Τοῦ Ἀντίνου πέπλο φέρανε πανώριο καὶ μεγάλο,
καὶ πλουμιστό, μὲ δώδεκα μαλαματένιες κόπτσες
ποὺ στὰ θηλύκια ταίριαζαν τὰ ὀμορφολυγισμένα.

Τοῦ Εὐρύμαχου περίτεχνη τοῦ φέραν ἁλυσίδα,
κεχριμπαρένια καὶ χρυσή, ποὺ ἔφεγγε σὰν τὸν ἥλιο.
Οἱ δοῦλοι τοῦ Εὐρυδάμαντα δυὸ σκουλαρίκια φέραν,
μὲ τρία σὰ μοῦρα, ὁλόλαμπρα, πετράδια τὸ καθένα.
Κι ὁ βασιλέας ὁ Πείσαντρος, ὁ γιὸς τοῦ Πολυχτόρου,

δῶρο ἔστειλε πανόμορφο σφανταχτερὸ γιορντάνι.
Ὅμοια κι οἱ ἄλλοι οἱ Ἀχαιοὶ προσφέρνανε στολίδια.

Κοσμήματα όμως φορούσαν και οι θεές, όπως μας περιγράφει ο Ομηρος.

Στον Ύμνο εις την  Αφροδίτη, όταν η θεά θαμπωμένη από την ομορφιά  του Αγχίση θέλοντας να προκαλέσει την ερωτική επιθυμία του ντύνεται και στολίζεται σαν νύφη:

 στιχ. 87-90

                          Εἶχε δ’ ἐπιγναμπτάς ἕλικας κάλυκάς τε φαεινὰς,

                        ὅρμοι δ’ ἀμφ’ ἁπαλῇ δειρῇ περικαλλέες ἦσαν

                        καλοὶ χρύσειοι παμποίκιλοι ὡς δὲ σελήνη

                        στήθεσιν ἀμφ’ ἁπαλοῖσιν ἐλάμπετο, θαῦμα ἰδέσθαι.

Πρόκειται για ελικοειδή κοσμήματα κατασκευασμένα από μέταλλο, όπως δηλώνει και το επίθετο «φαεινάς».Γύρω από το λαιμό της η Αφροδίτη φόρεσε «όρμους», που ο ποιητής χαρακτηρίζει με τέσσερα επίθετα: περικαλλέες, καλοί, χρύσειοι και παμποίκιλοι, και τελειώνει με την φράση « θαῦμα ἰδέσθαι».



Στην Ιλιάδα η Αφροδίτη θέλοντας να προστατέψει το γιο της Αινεία τραυματίζεται από το γιο του Τυδέα. Η Αθηνά, που δεν θεωρεί άξια την Αφροδίτη στα πολεμικά έργα, βρίσκει την ευκαιρία να την ειρωνευτεί μπροστά στο Δία λέγοντας πως η Αφροδίτη τραυμάτισε το «λεπτό» της χέρι σε χρυσή περόνη, καθώς έσπρωχνε τις Αχαιές να πάνε με τους Τρώες (Ε στίχ. 422-425):

            ἦ μάλα δὴ τινα Κύπρις Ἀχαιϊάδων ἀνιεῖσα

          Τρωσὶν ἅμα σπέσθαι, τοὺς νῦν ἔκπαγλα φίλησε,

          Τῶν τινα καρρέζουσα Ἀχαιϊάδων ἐϋπέπλων

           Πρὸς χρυσῇ περόνῃ καταμύξατο χεῖρα ἀραιὴν.

Οι Αχαιές φορούν ωραία πέπλα που στερεώνονται με περίτεχνη περόνη, όπως μας μαρτυρούν τα ευρήματα από τους μυκηναϊκούς τάφους .  Σπειροειδή κοσμήματα, όπως περιβραχιόνια, σφηκωτήρες και πόρπες .



 Έτσι η Ήρα στολίζεται με ενώτια, περόνες και με μια ζώνη από την οποία κρέμονται εκατό φούντες  για να παρουσιαστεί μπροστά στο Δία.



Στην Ιλιάδα η Ήρα προσπαθεί να προκαλέσει την ερωτική επιθυμία του άνδρα της ώστε να πλαγιάσει μαζί της , για να μπορέσουν   οι Αχαιοί να νικήσουν τους Τρώες.

 Έτσι λοιπόν για να τον ξεγελάσει στολίζεται με χρυσές καρφίτσες, φορά μια ζώνη με εκατό φούντες και περνά στα αυτιά της σκουλαρίκια με τρία πετράδια σφιγμένα σαν φραγκοστάφυλα (Ιλιάδα Ξ, 180-182). Επιλέγει χρυσές ενετές, ένα είδος πόρπης που συγκρατούσε το πέπλο .

  Κοσμήματα «δαίδαλα πολλά»,  προσφέρει  ο Ήφαιστος στη Θέτιδα και την Ευρυνόμη ως αντάλλαγμα για να τις ευχαριστήσει που τον έσωσαν όταν εκδιώχτηκε από τον Όλυμπο (Ιλιάδα Σ 400-402).

Ένας όρμος ως γυναικείο δώρο  αναφέρεται και στον Υμνο εις τον Απόλλωνα. Όταν η Λητώ γεννούσε τον Απόλλωνα οι θεές αποφασίζουν να στείλουν την Ίριδα στον Όλυμπο να μηνύσει την Ειλείθυια να έρθει. Για να μην καταλάβει η Ήρα και για να καλοπιάσουν την Ειλείθυια της υπόσχονται έναν όρμο εννέα πήχεις μακρύ, πλεγμένο με χρυσά νήματα, αρκεί μόνο να πάει γρήγορα κοντά στη Λητώ.

              Στίχ. 101   Αἱ δ’ ἶριν προὔπεμψαν ἐϋκτιμένης ἀπὸ νήσου

                          ἀξέμεν Εἰλείθυιαν, ὑποσχόμεναι μέγαν ὅρμον

                          χρυσείοισι λίνοισιν ἐερμένον ἐννεάπηχυν.



Χρυσό όμως είναι και το στεφάνι που φορά η Σελήνη στον Ύμνο εις Σελήνην όπου εμφανίζεται καταστόλιστη και με μια λαμπρότητα εκτυφλωτική λόγω των κοσμημάτων της αλλά κυρίως εξαιτίας της χρυσής στεφάνης που φορεί.


 (στίχ. 4-6):

                          ..      πολὺς δ’ ὑπὸ κόσμος ὄρωρεν

                          Αἴγλης λαμπούσης στίλβει δὲ τ’ ἀλάμπετος ἀὴρ

                           Χρυσέου ἀπὸ στεφάνου.




ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ
500 B.C-401B.C. Louvre Museum





ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΠΟΥ ΤΕΝΤΩΝΕΙ ΤΟ ΤΟΞΟ


ΔΑΙΔΑΛΟΝ Ποίκιλμα ενδύματος, κόσμημα όπως η πόρπη, ο όρμος, το ίσθμιον  Ξ178, τ227, Σ400

Ε60 ο λογος περι τεχνης τεκτονος.


ΑΓΑΛΜΑ , το κόσμημα, το καλλώπισμα Δ144, γ274, μ347, τ257

ΔΩΡΟΝ Α390, Γ65, Ι576, Ω425, α316,η132,ω74.

ΔΩΤΗΡ χορηγός θ325

ΚΟΣΜΟΣ στολίδι, Δ145, Ξ187

ΟΡΜΟΣ περιδεραιο Σ402, ο460,σ295

ΙΣΘΜΙΟΝ  περιλαιμιο σ 300




Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

ΣΤΗΝ ΡΩΓΜΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ






ΠΑΡΑΘΥΡΑ TOY ΧΡΟΝΟY  BY ANUBIS


ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΡΑΨ.Ρ 492-552
"Μα εμένα ο Αντίνος χτύπησε για την κοιλιά την έρμη,
που στους θνητούς πολλά δεινά φέρνει η καταραμένη.
Όμως κατάρες και θεούς για τους φτωχούς αν έχει,
πριν απ’ το γάμο ο θάνατος ας πάρει τον Αντίνο».
Τότε έτσι και του Ευπείθη ο γιος τ’ απάντησε ο Αντίνος·
«Ήσυχα, ξένε, κάθισε να τρως ή σ’ άλλους πάνε,
μήπως οι νιοι μ’ αυτά που λες σε σύρουν απ’ τα πόδια,
κι όξω βρεθείς κατάδρομα και το κορμί σου γδάρουν».
Έτσι είπε κι όλοι θύμωσαν βαριά με τον Αντίνο,
κι έτσι ένας φαντασμένος νιος το λόγο πήρε κι είπε·
«Καλό δεν ήταν το φτωχό ζητιάνο να χτυπήσεις.
Γιατί μπορεί κάποιος θεός απ’ τους ουράνιους να ᾽ναι.
Συχνά οι αθάνατοι θεοί μ’ ανθρώπους ξένους μοιάζουν,
κι αλλάζουν άπειρες μορφές και τριγυρνούν τις χώρες
και βλέπουν όλα τ’ άδικα και τους καλούς τους νόμους».
Έτσι είπαν, μα δεν πρόσεχε στα λόγια των μνηστήρων.
Το χτύπημα ο Τηλέμαχος κατάκαρδα το πήρε,
όμως δεν έσταξε στη γης το δάκρυ του απ’ τα μάτια
κι άλαλος, μέσα βράζοντας, κουνούσε το κεφάλι.
Κι η Πηνελόπη η φρόνιμη, σαν έφτασε στ’ αυτιά της
πως το ζητιάνο χτύπησαν, έτσι στις δούλες είπε·
«Έτσι κι εσένα, ο λαμπερός να σε χτυπήσει ο Φοίβος».
Τότε έτσι κι η κελάρισσα της είπε η Ευρυνόμη·
«Αν πιάσουν οι κατάρες μας, τότε απ’ αυτούς κανένας
να ιδεί τη ροδοδάχτυλη Αυγή δε θα προφτάσει».
Κι η Πηνελόπη η φρόνιμη της μίλησε έτσι πάλε·
«Όλοι είναι οχτροί, γερόντισσα, αφού κακό μας θέλουν,
μα κι ο Αντίνος πιο πολύ που μαύρο χάρο μοιάζει.
Ήρθε ένας ξένος δύστυχος στο σπίτι, κι απ’ ανάγκη
γυρίζει και ψωμοζητεί, κι όλοι οι λοιποί του δώσαν,
κι αυτός στην άκρη με σκαμνί τον χτύπησε στον ώμο».

Αυτά μιλούσε ανάμεσα στις δούλες καθισμένη
μες στον οντά της. Κι έτρωγε ο θεϊκός Δυσσέας.
Κοντά της το χοιροβοσκό προσκάλεσε και του ‘πε˙
«Καλέ μου Εύμαιε, πήγαινε τον ξένο να μου φέρεις
εδώ να τον καλοδεχτώ και να τον αρωτήσω,
κάπου για τον αδάμαστο Δυσσέα αν έχει μάθει
ή κι αν τον είδε. Μ’ άνθρωπο κοσμοφερμένο μοιάζει».
Τότε, Εύμαιε χοιροβοσκέ, της είπε με δυο λόγια·
«Να σώπαιναν προς χάρη σου, βασίλισσα, οι μνηστήρες
θα σου αναγάλλιαζε η καρδιά όσα μιλά ν’ ακούσεις.
Τον είχα στο καλύβι μου τρεις μέρες και τρεις νύχτες.
Σε μένα πρώτο πρόσπεσε φευγάτος απ’ το πλοίο,
μα δεν τα πρόφτασε να πει τα πάθια που τον βρήκαν.
Κι ως βλέπεις τον τραγουδιστή, που απ’ το θεό έχει χάρη
να τραγουδά τα ποθητά τραγούδια στους ανθρώπους,
κι όλοι όσοι ακούν που τραγουδά, στα μάτια τον κοιτάζουν,
έτσι κι αυτός με λίγωνε σαν ήταν στο καλύβι.
Κι έλεγε φίλος πατρικός πως ήταν του Δυσσέα
και πως στην Κρήτη κατοικεί του Μίνου την πατρίδα,
κι έφτασε εκείθε τώρα εδώ με βάσανα κυλώντας
και λέει κοντά πως άκουσε για το θεϊκό Δυσσέα,
σαν έφτασε στων Θεσπρωτών την καρπερή πατρίδα,
πως ζει και φέρνει θησαυρούς στο σπίτι του μεγάλους».
Κι η Πηνελόπη η φρόνιμη τ’ απάντησε έτσι κι είπε·
«Πήγαινε πες του να’ ρθει εδώ για να τα πει μπροστά μου.
Κι εκείνοι ας παίζουν ή μπροστά στις πόρτες καθισμένοι
ή μες στο σπίτι αφού καημούς δεν έχουν μες στα στήθια.
Γιατί όλο μένει απείραχτο στο σπίτι τους το βιος τους,
το στάρι, το γλυκό κρασί, να τα ᾽χουν οι δικοί τους,
κι εδώ όλη μέρα κάθονται στο σπίτι μου και τρώνε
δαμάλια σφάζοντας κι αρνιά και γίδες όλο πάχος
και πίνουν το λαμπρό κρασί χωρίς να το χορταίνουν,
κι έτσι όλα σβήνουν άπονα, γιατί δε βρίσκεται άντρας
σαν το Δυσσέα την οργή να διώξει αυτή απ’ το σπίτι.
Κι αν έρθει εκείνος μια φορά στην πατρική του χώρα,
θα τους πλερώσει τ’ άδικα στην ώρα με το γιο του».
Έτσι είπε, κι ο Τηλέμαχος φτερνίστηκε με κρότο
που όλο το σπίτι αντήχησε. Γέλασε η Πηνελόπη,
κι έτσι είπε ευτύς στον Εύμαιο με πεταχτά της λόγια·

«Τρέχα, τον ξένο φώναξε και φέρ’ τόνε μπροστά μου.
Δεν είδες πως φτερνίστηκε στα λόγια που είπα ο γιος μου;
Δηλοί πως χάρος άσφαλτος θα λάχει τους μνηστήρες,
όλους σειρά κι απ’ το γραφτό κανείς δε θα γλιτώσει.
Κι ένα άλλο τώρα θα σου πω και να μου το θυμάσαι·
Αν καταλάβω πως αυτός όλα τα λέει αλήθεια,
θα τόνε ντύσω μ’ όμορφη χλαμύδα και χιτώνα».
Έτσι είπε, κι ο χοιροβοσκός έτρεξε ευτύς και πήγε
κι εκεί μπροστά του στάθηκε κι έτσι δυο λόγια του ‘πε·
«Ξένε πατέρα, η φρόνιμη σε θέλει η Πηνελόπη."
ΜΕΤ/ΣΗ ΣΙΔΕΡΗ

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

"ΟΜΗΡΕΙΟΝ"



Ο ΜΕΛΗΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ΕΊΝΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ, ΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΠΛΑΙΣΙΩΝΕΙ Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΩΝ ΚΑΡΑΒΑΝΙΩΝ.

Ο ποταμός Μέλης είναι συνδεδεμένος με τον Ομηρο και μάλιστα λέγεται ότι υπήρχε στις όχθες του ένας ναός αφιερωμένος το "ΟΜΗΡΕΙΟΝ"

Η ακριβής τοποθεσία γέννησης του ποιητή δεν είναι σίγουρη αφού εφτά ελληνικές πόλεις διεκδικούν τον Όμηρο ως δικό τους παιδί. . «Επτά πόλεις μάρνανται σοφήν δια ρίζαν Ομήρου, Κύμη, Χίος, Κολοφών, Σμύρνη, Πύλος, Άργος, Αθήνη». Πιο πιθανή πατρίδα του όμως θεωρείται η Σμύρνη, Αιολική αποικία, που αργότερα προστέθηκε στην ιωνική συμπολιτεία. Σύμφωνα με τον Πρόκλο στο "Χρηστομαθεία" επειδή κάθε πόλη θα ήθελε να είναι πατρίδα του, εύλογα θα μπορούσε να ονομαστεί κοσμοπολίτης. Αβεβαιη είναι επίσης και η ημερομηνία γέννησης του, ενώ ο Ηρόδοτος (484-425 π.Χ.), τοποθετεί τον Όμηρο γύρω στο 850 π.Χ.

Η ιδιαίτερη διάλεκτος των ομηρικών επών μας οδηγεί στην Μικρά Ασία και ειδικότερα στην Ιωνία

"Άφησε την Χίο και πήγε στην Σάμο και όταν ήλθε η άνοιξη, πήρε ένα όμιλο παιδιών που τον ακολουθούσε από πόρτα σε πόρτα στα σπίτια των πλουσίων και τραγουδούσε μ...αζί τους την Ειρεσιώνη. Αργότερα πήρε το καράβι για την Αθήνα. Στην διάρκεια αρρώστησε και αναγκάστηκε να αποβιβαστεί στην Ίο, όπου πέθανε σε προχωρημένη ηλικία.
Οι σύντροφοι του τον θάψανε στο ακρογιάλι και χαράξανε στο μνήμα του αυτούς τους δύο στίχους:
Ετούτη η γη, την κεφαλή την ιερή
σκεπάζει του θείου Ομήρου
που έψαλλε τις δόξες των ηρώων.

Αυτό είναι το παραμύθι για τον Όμηρο, όπως το διηγόταν στην αρχαιότητα.

Πρόλογος από το βιβλίο "ΟΜΗΡΟΣ" Γιάννης Οικονομίδης






ΜΩΣΑΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΜΥΡΝΗ (ΔΥΤΙΚΗ ΖΕΥΓΜΑ)


Η Σμύρνη υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές πόλεις της Μικράς Ασίας από την αρχαιότητα μέχρι τους νεώτερους χρόνους.
Οι παραδόσεις αναφέρουν ότι η πόλη ιδρύθηκε από την αμαζόνα Σμύρνα ή Σμύρνη ή από τον Θησέα.  Η πρώτη αυτή εποίκηση χρονολογείται το 3000π.Χ. και πιθανολογείται ότι έγινε από Κάρες και Λέλεγες. Γύρω στο 1000π.Χ. οι Αιολείς έφτασαν στην περιοχή, έδιωξαν τους παλιούς κατοίκους και εγκαταστάθηκαν στον παλιό οικισμό τον οποίο περιτοίχισαν. Σώζονται μέχρι σήμερα κατοικίες ελειψοειδούς μορφής κατασκευασμένες με πλίνθους και λίθινα θεμέλια. Τον 8ο αι. Ίωνες από την Κολοφώνα,  εγκαταστάθηκαν στην Σμύρνη και την έκαναν μέρος της Ιωνικής Δωδεκάπολης.

Μεγάλη ακμή , γνώρισε η πόλη και το λιμάνι της, το Ναύλοχον, κατά τους αρχαϊκούς χρόνους.
Την εποχή αυτή κόπηκαν τα πρώτα νομίσματα από ήλεκτρο, τα οποία κοσμήθηκαν με το
έμβλημα της πόλης , ένα κεφάλι λιονταριού.
 Το σημαντικότερο μνημείο που σώζεται από αυτήν την εποχή, είναι το ιερό της Αθηνάς που χρονολογείται τον 7ο αι. και είναι ένα από τα ωραιότερα.
 Ο ναός αυτός καταστράφηκε όταν ο Γύγης, βασιλιάς της Λυδίας, επιτέθηκε για να καταλάβει την πόλη το 600π.Χ. Οι Σμυρναίοι τον επισκεύασαν και επεξέτειναν το ιερό, το οποίο όμως καταστράφηκε οριστικά, όταν ο Αλυάτης επιτέθηκε εκ νέου στην πόλη, η οποία και υπέκυψε.


ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΟΡΟΣ ΠΑΓΟΣ
BOISSONNAS, Frédéric. L’Image de la Grèce. Smyrne. Photographies de Edmond Boissonnas.
 Κατά την εκστρατεία του Μ.Αλεξάνδρου εναντίον των Περσών, ο μεγάλος στρατηλάτης αποκοιμήθηκε στο όρος Πάγος. Στον ύπνο του έλαβε εντολή από την θεά Νέμεση, να κτίσει εκεί μια καινούργια πόλη και να εγκαταστήσει τους κατοίκους της Σμύρνης που

στο μεταξύ, είχαν διασκορπιστεί σε κώμες.






 

ΤΟ ΥΔΡΑΓΩΓΕΙΟ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ  BOISSONNAS, Frédéric ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Αυτό ακριβώς, έκαναν μόνοι τους οι ίδιοι οι Σμυρναίοι στα τέλη του 4ου αι.
Η νέα πόλη κτίστηκε στους πρόποδες του Πάγου και έκτοτε γνώρισε μεγάλη ακμή. Ο Στράβωνας την περιγράφει, ως την ωραιότερη πόλη της Μ.Ασίας. Αναφέρεται δε, ότι

Βασικά  σημεία της  καθημερινής ζωής της πόλης, είναι δύο μεγάλοι κεντρικοί δρόμοι, η Χρυσή οδός και η Ιερά οδός με κατεύθυνση ανατολή- δύση. Η πόλη προστατευόταν από Λυσιμάχεια τείχη με τρεις πύλες και την ακρόπολη στην νότια ράχη του όρους Πάγος.  καθώς και το λιμάνι της  στον ΕΡΜΑΙΚΟ ΚΟΛΠΟ, γύρω από το οποίο, βρίσκονται στοές, ιερά και μνημεία (το Μητρώον και το Γυμνάσιον).





ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΝΕΜΕΣΙΣ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΠΑΓΟΣ ΡΩΜΑΙΚΟ ΝΟΜΙΣΜΑ 245 Π.Χ


Στις κλιτές του Πάγου βρισκόταν το θέατρο, η ιατρική σχολή, το στάδιο, η βιβλιοθήκη, το Στρατονικείον, το Βουλευτήριο, το πρυτανείο, οι ναοί της Αθηνάς, της Κυβέλης, του Απόλλωνος, καθώς και το Ομήρειον.

Κατά την ρωμαϊκή περίοδο, στην πόλη, υπήρξε έντονη εμπορική δραστηριότητα και
ταυτόχρονα διατηρήθηκε η αυτονομία της (190π.Χ). Καταστράφηκε από σεισμούς το 178π.Χ. και ανοικοδομήθηκε το 180.




«Σμύρνη ξανά, γεννήτριες είναι οι μοίρες

Χτυπήστε Ομήρων ιωνικές οι λύρες»! Κ.ΠΑΛΑΜΑΣ