Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

ΡΑΨ. λ  Νέκυια.

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΤΟΥ ΑΔΗ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ  ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟΥ ΡΩΜΗ

Καὶ στὸ γιαλὸ σὰν ἤρθαμε καὶ στὸ γοργὸ καράβι, πρῶτα ἀπ' τὴ γῆς τὰ σύραμε στὴν ὥρια κυματοῦσα,
καὶ τὸ κατάρτι στήσαμε καὶ τὰ πανιά του ἀπάνω, καὶ πήραμε καὶ βάλαμε τὰ πρόβατα· καὶ μέσα κι ἐμεῖς θλιμμένοι μπήκαμε πικρὰ χύνοντας δάκρυα.
Καὶ πίσω ἀπ' τὸ μαυρόπλωρο καράβι στέλνει ἡ Κίρκη ἡ φοβερὴ κι ἡ ὡριόμαλλη κι ἡ ἀνθρωπολαλοῦσα, πρύμο καλὸ καὶ φιλικὸ ποὺ τὰ πανιὰ φουσκῶναν.
Καὶ τ' ἄρμενα σὰ σιάξαμε, καθίσαμε, κι ὁδήγα ὁ ἀγέρας τὸ καράβι μας μαζὶ μὲ τὸν ποδότη.
Μὲ τεντωμένα τὰ πανιὰ ἀρμενίζαμε ὁλημέρα, μὰ ὁ ἥλιος σὰ βασίλεψε κι ἀπόσκιωναν οἱ δρόμοι,
στοῦ τρίσβαθου βρεθήκαμε τοῦ Ὠκεανοῦ τὶς ἄκρες, ἐκεῖ ποὺ τῶν Κιμμεριωτῶν εἶν' ὁ λαὸς κι ἡ χώρα,
ποὺ καταχνιὰ καὶ σύγνεφα γιὰ πάντα τοὺς σκεπάζουν, καὶ τοῦ ἥλιου τοῦ χρυσόλαμπρου δὲν τοὺς θωροῦν οἱ ἀχτίδες, μήτε πρὸς τ' ἀστερόσπαρτα σὰν ἀνεβαίνη οὐράνια,
μήτ' ἀπ' τὰ ὕψη τ' οὐρανοῦ στὴ γῆς σὰν κατεβαίνη, μόνε τοὺς ἄμοιρους φριχτὴ πλακώνει πάντα νύχτα. Ἤρθαμε αὐτοῦ κι ἀράξαμε, καὶ βγάλαμε τ' ἀρνιά μας, καὶ τότες ἀκλουθήσαμε τοῦ Ὠκεανοῦ τὸ ρέμα, ὥσπου στὸ μέρος φτάσαμε ποὺ ἡ Κίρκη εἶχε ὁρμηνέψει.

Ἄρχισαν τῶν πεθαμένων τότες καὶ μαζευόνταν οἱ ψυχὲς ἀπ' τὸ Ἔρεβος τὸ μαῦρο,
νύφες ἀντάμα κι ἄγουροι, τυραννισμένοι γέροι, παρθένες κόρες τρυφερές, νεοθλιμμένες ὅλες, κι ἄντρες πολλοὶ ἀπὸ χάλκινα κοντάρια λαβωμένοι, νεκροὶ ποὺ εἴχανε τ' ἄρματα μὲ τὸ αἷμα τους βαμμένα κι ἐδῶθε ἐκεῖθε ἀρίθμητοι γύρω στὸ λάκκο ἐρχόνταν, μὲ ἀχὸ πολύ, καὶ μ' ἔπιανε χλωμὸς ἐμένα φόβος.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ JAN STYKA

Πρώτη τοῦ Ἐλπήνορα ἡ ψυχὴ μᾶς ἦρθε, τοῦ συντρόφου, τί ἀκόμα μὲς στὴ μαύρη γῆς δὲν ἤτανε θαμμένος, ποὺ ἐμεῖς τὸ σῶμα ἀφήκαμε στῆς Κίρκης τὰ παλάτια, ἄκλαυτο κι ἄθαφτο, γιατὶ μᾶς ἔβιαζε ἄλλος μόχτος. Τὸν εἶδα, καὶ δακρύσανε τὰ μάτια μου ἀπ' τὸν πόνο καὶ φώναξά τον, κι εἶπα του μὲ φτερωμένα λόγια· Ἐλπήνορα, πῶς ἔφτασες μὲς στὰ βαθιὰ σκοτάδια πεζός, κι ἐμένα πρόκαμες, ποὺ μὲ καράβι ἐρχόμουν;” Εἶπα, καὶ βαριοστέναξε κι ἀπολογήθη ἐκεῖνος· “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, θεοῦ κατάρα, καὶ πιοτὸ περίσσιο μ' ἀφανίσαν· ἀστόχησα, σὰν πλάγιασα στῆς Κίρκης τὰ παλάτια, κι ἀντὶς ξανὰ ἀπ' τήν ἁψηλὴ νὰ κατεβῶ τὴ σκάλα, ἐγὼ μπροστά μου ὁλόϊσα τράβηξα κι ἀπ' τὴ στέγη κάτου ἔπεσα, κι ὁ σβέρκος μου ἔσπασε ἀπ' τὰ σφοντύλια, κι ἀμέσως στοῦ Ἅδη τοὺς βυθοὺς κατέβηκε ἡ ψυχή μου.

Κι ἦρθε σιμὰ τότε ἡ ψυχὴ τῆς πεθαμένης μάνας, τοῦ ἀντρόψυχου τοῦ Αυτόλυκου ἡ θυγατέρα Ἀντίκλεια, ποὺ τὴν ἀφῆκα ζωντανὴ σὰ μίσευα στὴν Τροία.
Τὴν εἶδα ἐγὼ καὶ δάκρυσα, καὶ πόνεσε ἡ καρδιά μου· ὡς τόσο δὲν τὴν ἄφηνα τὸ αἷμα νὰ ζυγώση,
ὅσο πολὺ κι ἂν θλίβομουν, πρὶ μοῦ μιλήση ὁ μάντης.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΛΕΙΑ JAN STYKA

Καὶ τοῦ Θηβαίου ἦρθε σιμὰ ἡ ψυχὴ τοῦ Τειρεσία, καὶ κράταε τὸ χρυσὸ ραβδί· μὲ γνώρισε, καὶ μοῦ 'πε· “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, τί ἀφῆκες, ὦ κακόμοιρε, τὸ φῶς τοῦ ἥλιου κι ἦρθες νὰ δῆς νεκροὺς κι αὐτὸν ἐδῶ, τὸν ἄχαρο τὸν κόσμο ; Φεύγα ἀπ' τὸ λάκκο, μέριασε τὸ κοφτερὸ σπαθί σου, αἷμα νὰ πιῶ, καὶ νὰ σοῦ πῶ κατόπι τὴν ἀλήθεια.”
Εἶπε, κι ἐγὼ τραβήχτηκα, καὶ στὸ φηκάρι χώνω τ' ἀργυροκάρφωτο σπαθί· κι αἷμα σὰν ἤπιε μαῦρο,
ὁ μέγας μάντης λάλησε κι αὐτὰ τὰ λόγια μοῦ 'πε· “Γλυκειὰ πατρίδα μελετᾶς, θεόλαμπρε Ὀδυσσέα·
ὅμως σὲ μάχεται ὁ θεός· θαρρῶ πὼς δὲν ξεφεύγεις τὸν Κοσμοσείστη, ποὺ θυμὸ γιὰ σένα μέσα του ἔχει, καὶ βράζει ἀπὸ τὴ μάνητα, ποὺ τύφλωσες τὸ γιό του.
Μὰ πάλε ὅσα κι ἂν πάθετε, θὰ φτάσετε ἂν θελήσης,νὰ βασταχτῆς, κι ἐσὺ κι αὐτοὶ οἱ συντρόφοι σου, ἅμα πᾶτε στῆς Θρινακίας τὸ νησὶ μὲ τὸ καλόφτιαστό σου καράβι, πίσω ἀφήνοντας τὰ μενεξιὰ πελάγη· θὰ βρῆτε ἐκεῖ νὰ βόσκουνε τὰ πρόβατα καὶ βόδια τοῦ Ἥλιου, ποὺ ἀποπάνωθε βλέπει κι ἀκούει τὰ πάντα.  Αὐτὰ ἂν ἀφήσης ἄβλαβα, κι ἂν θὲς τὸ γυρισμό σου, ὅσο πολλὰ κι ἂν πάθετε πάλε στὸ Θιάκι πᾶτε· μὰ ἂν τὰ πειράξης, πρόσμενε ξολοθρεμὸ στὸ πλοῖο καὶ στοὺς συντρόφους κι ἴδιος σου ἂ σωθῆς, θὰ κακοφτάσης ἀργά, μὲ δίχως σύντροφο, καὶ μὲ καράβι ξένο. Καὶ θά 'βρης μὲς στὸ σπίτι σου μεγάλα κακοπάθια· ἄντρες ἀπόκοτους θὰ βρῆς νὰ καταλοῦν τὸ βιός σου,
μὲ δῶρα τ' ὥριο ταίρι σου νὰ πάρουν πολεμώντας.
Ὅμως γι' αὐτὰ θὰ γδικιωθῆς, σοῦ λέω ἐγώ, σὰ φτάσης· κι ἀφοῦ μὲς στὰ παλάτια σου χαλάσης τοὺς μνηστῆρες, μὲ ἀπάτη ἢ κι ὁλοφάνερα μὲ κοφτερὸ λεπίδι, θὰ σύρης τότε παίρνοντας τὸ δυνατὸ κουπί σου, νὰ πᾶς στὴ χώρα τῶν ἀντρῶν ποὺ θάλασσα δὲν ξέρουν, καὶ ποὺ φαῒ δὲν συνηθοῦν νὰ τρῶνε ἁλατισμένο, καὶ μήτε κοκκινόπλωρα καράβια αὐτοὶ γνωρίζουν, μήτε τὰ δυνατὰ κουπιά, πού 'ναι φτερὰ τῶν πλοίων.
Νά, καὶ σημάδι ξάστερο, ποὺ δὲ θὰ σοῦ ξεφύγη· σὰν ἀνταμώσης ἄλλονε στὸ δρόμο ταξιδιώτη,
καὶ λέει δικράνι πὼς βαστᾶς στὸν ὥριο σου τὸν ὦμο, τότες τὸ δυνατὸ κουπὶ μπῆξε στὴ γῆς, καὶ κάμε
καλόδεχτες θυσίες ἐκεῖ στὸ ρήγα Ποσειδώνα, κριάρι, ταῦρο σφάζοντας, κι ἀγριόχοιρο βαρβάτο·
καὶ γύρνα στὴν πατρίδα σου ἑκατοβοδιὲς νὰ κάμης ἱερὲς γιὰ τοὺς ἀθάνατους ποὺ ὁρίζουνε τὰ οὐράνια, μὲ τὴ σειρὰ τοῦ καθενοῦ· κι ὁ θάνατος θὰ σοῦ 'ρθηὄξω ἀπὸ θάλασσα, ἀλαφρός, καὶ θὰ σε γλυκοπάρη μὲς στὰ καλὰ γεράματα, ποὺ ὁλόγυρα οἱ λαοί σου θὰ χαίρουνται καλοτυχιά. Σοῦ 'πα ὅλη τὴν ἀλήθεια.”
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Ο ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ALESSANDRO ALLORI (ENΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ "Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ) TOIXOΓΡΑΦΙΑ 1590   Palazzo Salviati ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ

Εἶδα καὶ τοῦ Ἀμφιτρύωνα τὸ ταίρι, τὴν Ἀλκμήνη, ποὺ ὁ Δίας τὴν ἀγκάλιασε, καὶ γέννησε μαζί του
τὸ λιονταρόψυχο Ἡρακλῆ, τῆς λεβεντιᾶς τὸν πύργο· καὶ τὴ Μεγάρα, τοῦ τρανοῦ τοῦ Κρέοντα θυγατέρα, ποὺ τοῦ Ἀμφιτρύωνα τοῦ γιοῦ του ἀδάμαστου ἦταν ταίρι. Τὴ μάνα εἶδα τοῦ Οἰδίποδα, τὴν ὄμορφη Ἐπικάστη, ποὺ ἀνήξερη ἔκαμε φριχτὴ παρανομιά, καὶ δέχτη τὸ γιό της ἄντρα, ποὺ ἔσφαξε τὸν κύρη καὶ τὴν πῆρε, κι οἱ ἀθάνατοι φανέρωσαν τὴν ἀνομιὰ στὸν κόσμο.
ΑΛΚΜΗΝΗ-ΑΜΦΙΤΡΥΩΝ-ΗΡΑΚΛΗΣ  ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ House of the Vettii ΠΟΜΠΟΙΙΑ

Τη Χλώρη εἶδα τὴν ὅμορφη ποὺ ἕναν καιρὸ ὁ Νηλέας τὴν πῆρε γιὰ τὰ κάλλη της μ' ἀρίφνητά του δῶρα, κόρη στερνὴ τοῦ Ἀμφίονα, τοῦ γιοῦ τοῦ Ἰάσου, πού ἠταν τοῦ Ὀρχομενοῦ τῶν Μινυῶν ρήγας.

Τη Λήδα ἀγναντεψα ὕστερα, τὸ ταίρι τοῦ Τυνδάρου, ποὺ γέννησε δυὸ ἀντρόψυχα παιδιά, τὸν Κάστορα ἕναν τὸν ἀλογάρη, κι ἄλλονε τὸ μέγα Πολυδεύκη, τὸ γροθομάχο· ζωντανοὺς ἡ γῆς ἡ ψυχοδότρα τοὺς ἔχει, καὶ τοὺς τίμησε στὸν κάτω κόσμο ὁ Δίας· μιὰ μέρα ζωντανεύουνε, καὶ μιά 'ναι πεθαμένοι, καθένας μὲ τὴ μέρα του, καὶ σὰν θεοὶ τιμιοῦνται.
ΛΗΔΑ Gustave Moreau   ΜΟΥΣΕΙΟ Gustave Moreau, ΠΑΡΙΣΙ

Τὴ Φαίδρα εἶδα, τὴν Πρόκριδα, τὴν ὄμορφη Ἀριάδνη, κόρη τοῦ Μίνωα τοῦ φριχτοῦ, ποὺ ἕναν καιρὸ ὁ Θησέας ἀπὸ τὴν Κρήτη στὴν ἱερὴ τὴν πῆρε Ἀθήνα, δίχως νὰ τὴ χαρῆ· τὶ ἡ Ἄρτεμη τὴ σκότωσε στῆς Δίας τ' ἀκρόγιαλα, τὴ μαρτυριὰ τοῦ Διόνυσου ἀγρικώντας.
ΑΡΙΑΔΝΗ FREDERICK WATTS 1890 Fogg Art Museum, Cambridge, Massachusetts, USA
 
Κι ὁ Ἀλκίνος πάλι γύρισε καὶ μίλησέ του κι εἶπε·
“Στὰ μάτια μας δὲ φαίνεσαι πλάνος ἐσύ, Ὀδυσσέα, καὶ δολοπλόκος σὰν πολλούς ποὺ ἡ γῆς ἡ μαύρη θρέφει, σκόρπιους παντοῦ, ποὺ ψέματα πλάθουν, καὶ δὲν τὰ νιώθεις.
Ἐσένα ὁ λόγος σου ὄμορφος καὶ ξάστερος ὁ νοῦς σου, καὶ σὰν τραγουδιστὴς ἐσὺ δηγήθηκες μὲ τέχνη τῶν Ἀργιτῶν τὰ βάσανα μαζὶ μὲ τὰ δικά σου.

Ἐδῶ κι ἐκεῖ ἅμα σκόρπισε ἡ σεβάσμια Περσεφόνη τῶ γυναικῶνε τὶς ψυχές, μοῦ ζύγωσεν ἀγνάντια
καὶ στάθη τοῦ Ἀγαμέμνονα ἡ ψυχή, τοῦ γιοῦ τοῦ Ἀτρέα, βαριοθλιμμένη· γύρω του κι οἱ ἄλλοι ὅσοι μαζί του βρήκανε τέλος θλιβερὸ στοῦ Αἰγίστου τὸ παλάτι.
Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, μήτε στὰ πλοῖα μὲ ρήμαξε ὁ θεὸς ὁ Ποσειδώνας,
κακὴ φουρτούνα στέλνοντας μ' ἀνάποδους ἀνέμους, μήτε στὴ γῆς μὲ χάλασαν ὀχτροί, παρὰ τή μοῖρα
τοῦ Χάρου μοῦ 'φερε ὁ Αἴγιστος μὲ τὴν καταραμένη γυναίκα μου, καὶ μ' ἔκαψε· μὲ κάλεσε σὲ δεῖπνο,
καὶ μ' ἔσφαξε ὅπως σφάζουνε μὲς στὸ παχνὶ τὸ βόδι.
“Λοιπόν, ποτές σου μαλακὸς μὴν εἶσαι στὴ γυναίκα· κι ὅλα ποὺ ξέρεις μὴν τῆς λὲς, παρὰ μονάχα μέρος, καὶ τ' ἄλλα κράτα της κρυφά. Μὰ ὡς τόσο ἐσύ, Ὀδυσσέα, ἀπ' τὴ γυναίκα σου κακὸ νὰ πάθης μὴ φοβᾶσαι· γιατ' εἶναι ἐκείνη γνωστικιά, κι ἔχει μεγάλες χάρες, ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου ἡ θυγατέρα.
Νιόνυφη, ἀλήθεια, τότε ἐμεῖς τὴν εἴχαμε ἀφησμένη, ποὺ βγήκαμε στὸν πόλεμο, κι εἶχε μωρὸ στὴ ρώγα.
ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ 1968

Καὶ τότε πρόβαλε ἡ ψυχὴ τοῦ Ἀχιλλέα μπροστά μου, κι ὁ Πάτροκλος κι ὁ δοξαστὸς Ἀρχίλοχος μαζί του, κι ὁ Αἴαντας, ποὺ στὸ κορμὶ ἦταν πρῶτος καὶ στὴν ὄψη ἀπὸ τοὺς ἄλλους Δαναούς, ἐξὸν τὸν Ἀχιλλέα.
Καὶ τοῦ γοργόποδου ἡ ψυχὴ γιοῦ τοῦ Πηλέα ποὺ μ' εἶδε, μὲ γνώρισε, καὶ κλαίγοντας αὐτὰ τὰ λόγια μοῦ εἶπε· “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, τί κάμωμα πιὸ φοβερὸ θὰ σοφιστῆς ἀκόμα ; Πῶς κότησες νὰ κατεβῆς στὸν Ἅδη ποὺ φωλιάζουν κούφιοι νεκροὶ φαντάσματα θνητῶν ἀποσταμένων ;”
 “Περίλαμπρε Ὀδυσσέα, τὸ θάνατο μὴ μοῦ ζητᾶς μὲ λόγια νὰ γλυκάνης.
Κάλλιο στὴ γῆς νὰ βρίσκομουν, κι ἂς δούλευα σὲ ἀνθρώπου μικροῦ, μὲ δίχως βιὸς πολύ, παρὰ στὸν Ἅδη νὰ εἶμαι, καὶ βασιλέας νὰ λέγουμαι τῶν πεθαμένων ὅλων.
Ὡς τόσο γιὰ τὸν ἄξιο μου τὸ γιὸ δυὸ λόγια πές μου, ἂ βγῆκε αὐτὸς στὸν πόλεμο πρῶτος γιὰ νά 'ναι, ἢ ὄχι.
ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΘΡΗΝΕΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΚΛΟΥ 1855 NIKOLAI GE

Μονο ἡ ψυχὴ τοῦ Αἴαντα, τοῦ γιοῦ τοῦ Τελαμώνα, στεκότανε παράμερα, μ' ἐμένα χολιασμένη, ποὺ νίκησα στὰ πλοῖα κοντὰ στὴν κρίση ποὺ εἶχε στήσει γιὰ τοῦ Ἀχιλλέα τ' ἄρματα ἡ σεβαστή του ἡ μάνα,[ κι οἱ Τρωαδῖτες κρίνανε μαζὶ μὲ τὴν Παλλάδα ].
Μακάρι νὰ μὴν κέρδιζα, τότες, τέτοιο βραβεῖο, τὶ ἐκεῖνα τ' ἄρματα ἔχωσαν στὴ γῆς τέτοιο λεβέντη,
τὸν Αἴαντα, ποὺ σ' ὀμορφιὰ καὶ σ' ἔργα ξεπερνοῦσε τοὺς ἄλλους Δαναούς, ἐξὸν τὸ δοξαστὸ Ἀχιλλέα.
Σ' ἐκεῖνον τότες δυὸ γλυκὰ γύρισα κι εἶπα λόγια· “Αἴαντα, τοῦ μεγάλου γιὲ τοῦ Τελαμώνα, ἀλήθεια,
μήτε νεκρὸς δὲ μοῦ ἔμελλες τὸ χόλιασμα ν' ἀφήσης γιὰ τ' ἄρματα ποὺ κέρδισα, τ' ἀναθεματισμένα ;
Εἶπα, κι αὐτὸς ἀπάντηση δὲ μοῦ 'δωκε, μόν' πῆγε Ἔρεβος μὲ τὶς ψυχὲς τῶν ἄλλων πεθαμένων.
ΑΙΑΝΤΑΣ      LE GRENIER DE CLIO

Κι εἶδα τὸ Μίνωα, τὸ λαμπρὸ τοῦ Δία τὸ γιό, ποὺ κράτα χρυσὸ ραβδί, καὶ κάθονταν κριτὴς τῶν πεθαμένων· ἄλλοι ὄρθιοι κι ἄλλοι καθιστοὶ μπροστὰ στὸ βασιλέα μὲς στοῦ Ἅδη τοῦ πλατύθυρου κρινόνταν τὰ παλάτια.

Κατόπι τὸν Ὠρίωνα ξάνοιξα τὸ γιγάντιο, στὸν κάμπο τῶν ἀσφόδελων τ' ἀγρίμια νὰ σωριάζη ποὺ ἀπάνω στὰ ἔρημα βουνὰ τά 'χε σκοτώσει ὁ ἴδιος, ράβδα στὰ χέρια ὁλόχαλκη κι ἀνέσπαστη κρατώντας.
Η ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΩΡΙΩΝΑ SEITER DANIEL 1685

Κι ἀκόμα εἶδα τὸν Τάνταλο, βαριὰ τυραννισμένο· ὡς τὸ πηγούνι στέκονταν μὲς στὰ νερὰ τῆς λίμνης,
διψοῦσε, καὶ μήτε σταλιὰ νὰ πάρη δὲ δυνόταν· μόνε, ἅμα ὁ γέρος ἔσκυβε νὰ πιῆ νὰ ξεδιψάση,
κάτου ρουφιόταν τὸ νερὸ κι ἔφευγε, καὶ στὰ πόδια γύρω φαινόταν μαύρη γῆς, ξερόκαυτη ἀπ' τὴ μοῖρα.
Ο ΤΑΝΤΑΛΟΣ  GIOACCHINO ASSERETO 1630-1640

Κι ἀκόμα εἶδα τὸ Σίσυφο φριχτὰ βασανισμένο· κοτρώνα αὐτὸς θεόρατη καὶ μὲ τὰ δυὸ βαστοῦσε, καὶ στυλωμένος ἔσπρωχνε, μὲ πόδια καὶ μὲ χέρια, τὴν πέτρα ἀπάνω στὸ βουνό· κι ὅτι ἔκανε νὰ φτάση,
καὶ νὰ περάση ἀπ' τὴν κορφή, τὸν ἔπαιρνε τὸ βάρος καὶ πρὸς τὸν κάμπο ἀνήλεη κατρακυλοῦσε ἡ πέτρα.
ΣΙΣΥΦΟΣ  TITIEN  1549 Museo del Prado ΜΑΔΡΙΤΗ

Κι εἶδα τὸ δυνατὸ Ἡρακλῆ, καὶ μόνο φάντασμα ἦταν, τὶ ἀτός του ζῆ καὶ χαίρεται μὲ τοὺς θεοὺς τοῦ Ὀλὐμπου, καὶ τὸν κερνᾶ ἡ ὡριόφτερνη στὰ φαγοπότια του Ἥβη, τοῦ Δία ἡ κόρη τοῦ τρανοῦ καὶ τῆς πανώριας Ἥρας.
Μόλις μ' ἀγνάντεψε κι εὐτὺς μὲ γνώρισε ποιὸς ἤμουν, καὶ κλαίγοντας μοῦ μίλησε μὲ λόγια φτερωμένα· “Διογέννητε τοῦ Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Ὀδυσσέα, κακὴ κι ἐσένα, ὦ δύστυχε, σὲ κατατρέχει μοῖρα, αὐτὴ ποὺ τράβηξα κι ἐγὼ κάτω ἀπ' τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Τοῦ Δία κι ἂν ἤμουνα παιδί, μὰ ἀρίθμητα εἶχα πάθια, γιατ' ἤμουν δοῦλος σὲ ἄνθρωπο πολὺ κατώτερό μου,
καὶ ἀγῶνες μοῦ 'βαζε βαριούς, καὶ μ' ἔστειλε νὰ φέρω τὸ σκύλο κάποτε ἀποδῶ, θαρρώντας πὼς δὲν μπόρειε ἄλλο βαρύτερο ἀπ' αὐτὸν ἀγώνα νὰ μοῦ βάλη. Τὸν πῆρα καὶ τοῦ ἀνέβασα τὸ σκύλο ἀπὸ τὸν Ἅδη· μὰ μὲ βοήθησε ὁ Ἑρμῆς κι ἡ Ἀθηνᾶ ἡ Παλλάδα.”
ΗΡΑΚΛΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΕΡΒΕΡΟΣ Peter Paul Rubens ΜΑΔΡΙΤΗ  ΕΘΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Καὶ τοὺς παλιοὺς θ' ἀντάμωνα τοὺς ἄντρες ποὺ ποθοῦσα, [ τῶν θεῶν τὰ δοξαστὰ παιδιὰ, Θησέα καὶ Πειρίθο ], μὰ πλῆθος ἄπειρο οἱ νεκροὶ συνάζονταν, καὶ βγάζαν ἄγριον ἀχό· κι ἐμένα εὐτὺς χλωμὸς μὲ πῆρε φόβος, μὴν ἀπ' τὸν Ἅδη ἡ θεϊκιὰ μοῦ στείλη ἡ Περσεφόνη τῆς τερατόμορφης Γοργῶς τὸ φοβερὸ κεφάλι.
Στὸ πλοῖο τότες κίνησα, καὶ τῶ συντρόφων εἶπα ν' ἀνέβουν, τὰ πρυμόσκοινα νὰ λύσουν κι αὐτοὶ μέσα μπῆκαν, στοὺς πάγκους κάθισαν, καὶ τὸ καράβι πῆρε τοῦ ποταμοῦ τοῦ Ὠκεανοῦ τὸ ρέμα κάτου, πρῶτα
μὲ τὰ κουπιά μας, κι ὕστερα πάλε μὲ πρύμο ἀγέρι.





 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου