Κυριακή, 9 Μαρτίου 2014

ΟΜΗΡΙΚΟΙ ΟΙΩΝΟΙ


ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΔΙΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΕΤΟ  1ου π.χ αιων.  ΑΓ.ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ Hermitage
Η "οιωνοσκοπία" στον Ομηρο   ήταν η τέχνη να ερμηνεύει  κανείς την θέληση των θεών, και περιορίζονταν στην παρατήρηση των πτηνών (από όπου έλαβε και το όνομα: «οἰωνός» = πτηνό), αλλά και σε κάποια ξαφνικά μετεωρολογικά φαινόμενα  (κεραυνός, αστραπές )και  κάποια σημεία . Στα Ομηρικά Επη έχουμε πολλά τέτοια Διοσημικά μηνύματα
ΙΛΙΑΔΑ
ΡΑΨ. Θ  ΣΤΙΧ. 245-252. Στην επίκληση του Αγαμέμνωνα προς τον Δία να τους βοηθήσει να ξεφύγουν , ο Ζεύς στέλνει έναν αετόν, το τελειότατον από τα πτηνά, νεβρόν έχοντα στα νύχια, τέκνον ελάφου ταχείας και στου Διός τον περικαλλή βωμό τον κατέβαλε, εκεί που στον πανφάντη Δία θυσιάζουν οι Αχαιοί. Μόλις το είδαν οι Αχαιοί κατάλαβαν το σημάδι του Δία και αναθάρρεψαν.





Ο Νυχτοκόρακας (Nycticorax nycticorax) (Λινναίος 1758) είναι ένας κοινός ερωδιός με κοσμοπολίτικη εξάπλωση. Ανήκει στην τάξη των Πελαργόμορφων

Η Αθηνά έστειλε ένα ερωδιό ΡΑΨ. Κ στιχ. 275, όταν ο Οδυσσέας και Τυλείδης  Διομήδης πήγαν να κατασκοπεύσουν το στρατόπεδο των Τρώων.
 
Από  δεξιά  και  το  πουλί  τα  μάτια  τους   δεν  είδαν
Μες  της  νυχτιάς  τη  σκοτεινιά, μα  άκουσαν  την  φωνή του.
Ο  Οδυσσέας  χάρηκε  και  στη  θεά  δεόταν :
« Του  ασπιδοφόρου  Δία  κόρη, εισάκουσέ  με,
που  στέκεις  πάντα  πλάι  μου σε  όλους  τους  κόπους
 κι  όπου  πηγαίνω  με  κοιτάς, δείξε  και  τώρα  αγάπη
και  κάνε  να  γυρίσουμε  στα  ξακουστά  μας  πλοία
κάνοντας  έργο σοβαρό να  το  θυμούνται  οι  Τρώες.»
Δεύτερον  ο  βροντόφωνος  δεόταν  Διομήδης :
«Του  Δία  κόρη αδάμαστη, εισάκουσε  και  μένα.
Όπως  τον  άξιο  Τυδέα, πατέρα μου  στην  Θήβα…
Έτσι  και  τώρα  πρόθυμη  σύντρεξε, φύλαξέ  με,
δαμάλα  φαρδιοκούτελη θα  σφάξω  εγώ  για  σένα,
μονόχρονη, αδάμαστη, που  στο  ζυγό  δεν  μπήκε,
τα  κέρατα  χρυσώνοντας  μια  τέτοια  θα  σου  σφάξω.»   
                                                                       Κ  274 - 294
 
 




Όταν ένας αετός πετά ψηλά, του Διός  σημάδι του αιγιδοφόρου και κρατά στα χέρια του ένα πληγωμένο φίδι( ΡΑΨ. Μ), ΣΤΧ. 200- 210 , τραυματίζεται από αυτό και αναγκάζεται να το αφήσει να πέσει ανάμεσα στους Τρώες. Ο Πολυδάμας πιστεύει ότι είναι κακός οιωνός αφού ο οιωνός ήταν αριστερά του λαού  και συμβουλεύει τους Τρώες να υποχωρήσουν. 

 Μάλιστα ο Εκτωρ μας πληροφορεί ότι οι Οιωνοί από τα δεξιά
πηγαίνουν  προς την Αυγή και τον Ηλιο ενώ από τα αριστερά προς ζόφο σκοτεινό , ενώ είναι δύσπιστος  στους  Οιωνούς  και  την  Ερμηνεία  τους

«Λοξοκοιτώντας  ο  Έκτορας, ο κρανοσείστης, είπε :
«Πολυδάμα, τα λόγια  σου  καθόλου  δεν  μ’  αρέσουν,
λόγο  καλύτερο  απ’  αυτό άλλο  να  πεις  θα  ξέρεις.
Αν  λες στ’  αλήθεια  σοβαρά, όσα  μας  λέγεις  τώρα,
τα  λογικά  σου  οι  θεοί  σίγουρα  έχουνε  πάρει,
του  Δία  του  βαρύγδουπου το  θέλημα  προτείνεις
ν’  αψηφήσουμε  που  ο  ίδιος  έδωσε  κι  υποσχέσεις.
Στ’ ανοιχτοφτέρουγα  πουλιά  μου  λες  να  δώσω  πίστη
μα  διόλου  εγώ  δεν  νοιάζομαι και  δεν  τα  λογαριάζω,
είτε  πετούν  προς  τα  δεξιά  προς  την  αυγή, τον  ήλιο,
είτε  πετούν  αριστερά  προς  το  θολό  σκοτάδι .
Το  θέλημα  ας  ακούσουμε  του  Δία  του μεγάλου,
που  και  θνητούς  κι  αθάνατους  όλους  τους  κυβερνάει
να  μάχεσαι  για  την πατρίδα, αυτό  είναι  το  πιο  καλό σημάδι..»
 

 Στην ΡΑΨ. Ν. ΣΤΙΧ.821, Ενώ ο Εκτωρ ο Πριαμίδης ενώ προχωρούσε προς τις νήες των Αχαιών βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Αίαντα, ο οποίος του είπε ότι  οι Τρώες έφθασαν μέχρι εδώ από την κακή μάστιγα του Διός, όμως οι Αχαιοί έχουν χέρια και ψυχή και θα αμυνθούν και την καλοκατοικημένη πόλη  τους  θα  αλώσουν και εκπορθήσουν.  Ως του είπε αυτά πέταξε από δεξιά αετός υψιπετής και ιάχησεν ο λαός των Αχαιών αναθαρρώντας από τον Οιωνό.
Στην ΡΑΨ. Ω  πριν φύγει  ο Πρίαμος  από το  παλάτι  η Εκάβη  του  ζητάει  να  προσευχηθεί  και  να κάνει  σπονδή :        
 
«Και  η  Εκάβη  ζύγωσε  με  την  ψυχή  θλιμμένη
στο  δεξί  χέρι  έχοντας  μαλαματένια  κούπα
σπονδή  να  κάνουν  με  κρασί  κι  έπειτα  να φύγουν…
«Στο  Δία  πρόσφερε  σπονδή  κι  ευχήσου  να  γυρίσεις….
Μετά  στον  μαυροσύννεφο   το  Δία  προσευχήσου …
Και  για  σημάδι  ζήτα  του  γοργό  μαντάτορά  του
το  πιο  αγαπητό  σ’  αυτόν  το  πιο  τρανό  πουλί  του
απ’  τα  δεξιά  και  όταν  το δουν  τα  μάτια  σου  να  φύγεις…»
                                                                                     Ω    283 – 294
Η  κελάρισσα    ρίχνει  νερό  στα  χέρια  του
«Κι  όταν  πλύθηκε, την  κούπα  απ’  την  Εκάβη  πήρε και  προσευχήθηκε  στην  μέση  της  αυλής  του, ψηλά  κοιτώντας  στάλαξε  κρασί  και ζητά από τον Δία έναν οιωνό για να προχωρήση προς το στρατόπεδο των Αχαιών να ζητήση τον νεκρό γιό του. « Ζεύ πάτερ , που από την  Ιδη κυβερνάς, ενδοξάτατε μέγιστε, δώσε ο Αχιλλεύς να μου είναι φιλικός όταν έλθω και ελεήμων, και πέμψε οιωνό, ταχύν άγγελο , που σε σένα τον ίδιο φίλτατος των οιωνών , και κράτος του είναι μέγιστον, εκ δεξιών, να τον ιδώ κι εγώ με τους οφθαλμούς μου και σ΄αυτόν θαρρώντας να πάω στις νήες των Δαναών με τα ταχειά πωλάρια.» 

Τον άκουσεν ο Ζεύς και αμέσως αετόν έστειλε, το πιο αλάθευτο από τα πτηνά όμορφο θηρευτήρα, που τον αποκαλούν περκνόν.  Οσο ψηλώροφη είναι η θύρα θαλάμου ανδρός πλουσίου, με κλείθρα αρμοσμένη τόσα εκατέρωθεν του ήσαν τα φτερά και φάνηκε σ΄εκείνους από τα δεξιά πετώντας του άστεως. Και εκείνοι ιδόντες χάρηκαν, κι όλων στα στήθη η καρδιά ιάνθη. ΣΤΙΧ.308-321



Ο Όμηρος αναφέρει τον αετό σαν το αγαπημένο πτηνό του Δία  «ος τε σοί αυτώ φίλτατος οιωνών»(Ιλ. Ω 310).

Στην Αυλίδα  το  φίδι και η ερμηνεία του Μάντη  οιωνοσκόπου  Κάλχα :

«μάρτυρες  είστε  όλοι ……..….όταν  εις  την  Αυλίδα  
χθες ή προχθές  μου φαίνεται -  συνάζονταν  τα  πλοία
των Αχαιών  καταστροφή  να  φέρουν  εις  τους Τρώες
και  εμείς  στους  ιερούς  βωμούς, όπου  μια  βρύση  εκύλα…
των  αθανάτων  καίγαμε  εξαίσιες  εκατόμβες
μέγα σημάδι εφάνη  εκεί, μαύρος  σαν  αίμα  δράκος….
Οκτώ  πουλάκια  κι  ένατη τη μάνα  τους  που  τα ‘χε γεννημένα
τα  τρωγε  αυτός  και  έτριζαν  ελεεινά  και  γύρω….
Το  φίδι  σαν  κατάφαγε  τη  μάνα,  τα  σπουργίτια….
το  πέτρωσε  του  πονηρού  του  Κρόνου  ο  γιος  κει  πέρα. 
…..τον  λόγο  πήρε  ο  Κάλχας  προφητεύοντας : 
«τρανό  σημάδι  έστειλε  για  μας  ο  σοφός  Δίας
 ….εκεί  χρόνους  εννέα  εμείς  θα  πολεμήσουμε
 και η  πόλη  η πλατύδρομη στον  δέκατο  θα  πέσει»
                                                                                         Β  301- 330
 ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Οι δύο  αετοί
Ο  Τηλέμαχος  μιλάει  στην  συνέλευση  του  λαού  στην  Ιθάκη  και  επικαλείται  την  συμπαράσταση  των  θεών  να  τιμωρηθούν  οι μνηστήρες .

«Έτσι  είπε  ο  Τηλέμαχος  και  ο βροντολάλος  Δίας
δυο  αετούς  για  χάρη  του  άφησε  να  πετάξουν
από  βουνοκορφή  κι  αυτοί  με τη  πνοή  του  αέρα
με  τα  φτερά  ορθάνοιχτα  κοντά - κοντά  πετούσαν.
Μα  μόλις  στης  πολύβουης  συνέλευσης  τη  μέση
ήρθαν  πάνω  κυκλόφερναν  χτυπώντας  τα  φτερά  τους
πάνω  σε  όλους  άγγιζαν  και  συμφορές  μηνούσαν,
ένας  του  άλλου  ξέσκισαν  λαιμούς  και  κεφαλές  τους
με  νύχια  κι  έφυγαν δεξιά  περνώντας  απ’  την  πόλη.
Και  εκείνοι  όλοι  απόρησαν  τους  αετούς  σαν  είδαν…»
                                                                                   Β  146 – 155
«Τότε το  λόγο  πήρε  ο  Μάντης Αλιθέρσης ….
Μόνος  ξεδιάλυνε  πουλιών  πετάγματα, σημάδια …
«Ακούστε με, Ιθακήσιοι, για  να  σας  πω  ότι  έχω
μα  απ’  όλους  περισσότερο  τα  λέω  στους  μνηστήρες
 γιατί  πλακώνει  πάνω  τους  μια  συμφορά  μεγάλη.
Δεν  θα  είναι  για  πολύ  καιρό  μακριά  ο  Οδυσσέας
απ’  τη  γη  του είναι  κοντά  και  όλεθρο  για  όλους 
ετοιμάζει, κι  άλλοι  πολλοί  κακά θα  δούμε
όσοι  ζούμε  στην  ξέφαντη  Ιθάκη………»
                                                                               Β 157- 167
«Τότε  έτσι  ο  Ευρύμαχος, του  Πολύβου  ο  γιος του  είπε :
«Τράβα  γέρο  στο  σπίτι  σου, να  πας  να  προφητεύσεις
στους  γιους  σου  μη  αργότερα  κάποιο  κακό  τους  λάχει
σ’  αυτά  εγώ  καλύτερα  μπορώ  να  προφητεύω.
Πουλιά  πολλά  παν  κι  έρχονται κάτω  απ’  το  φως  του  ήλιου
σημάδια  δείχνουν,  όμως  χάθηκε  ο  Οδυσσέας .
Μαζί  τους  ας  ήταν  και  συ  να  διαβολοχανόσουν
μπροστά  μας  δεν  θ’  αράδιαζες  τις  τέτοιες  μαντοσύνες
ούτε  και  τον  Τηλέμαχο  στην  βράση  της  οργής  του
δε   θα  ξεσήκωνες  δώρο  θέλοντας  να  σου  στείλει …»
                                                                     Β  178 -  186
2. Αετός  και  Χήνα : Το  σημάδι  προ  της  αναχώρησης  από τη  Σπάρτη
Στην   ραψωδία  ο  ο  Τηλέμαχος  φεύγοντας από  το  παλάτι  του  Μενελάου  και κάνοντας την  σπονδή  της  αποχώρησης  εύχεται  " μακάρι και στο Θιάκι
έτσι να φτάσω, και να βρώ τον Οδυσσέα στο σπίτι,
και πόση αγάπη μού 'δειξες να πω, και πως γυρίζω
μαζί μου φέρνοντας λαμπρά και πάμπολλα σου δώρα" (Ο 157) 
και  εμφανίζεται  θεϊκό  σημάδι :

«Καθώς  τα  έλεγε  αυτά  πέταξε   δεξιά  τους
ένας  αετός στα  νύχια  του κρατώντας  άσπρη  χήνα,
τρανή  και ήμερη στην  αυλή  την  άρπαξε  και  πίσω
άντρες,  γυναίκες  έτρεχαν  φωνάζοντας  και  εκείνος
προσπερνώντας  τον  δεξιά  πέταξε  απ’  τ’ αμάξι.
Όλοι  το  είδαν,  χάρηκαν  και  γλύκανε  η  ψυχή  τους.
και  τότε  ο  Πεισίστρατος  πήρε  το  λόγο  πρώτος:
« Διόθρεφτε  Μενέλαε, τρανέ  αφέντη πες  μας
είναι  σημάδι  του  θεού  για  μας  ή  για  εσένα ;»  
                                                                                Ο  160 -168
Η  ερμηνεία  της  Ελένης.
«…τον  πρόλαβε  η  μακρόπεπλη  Ελένη κι  έτσι  είπε :
«Ακούστε,  το  σημάδι  αυτό εγώ  θα  ξεδιαλύνω,
 όπως  με  φωτίζουν  οι  θεοί  κι  όπως  θαρρώ  θα  γίνει:
Όπως   τη  χήνα  άρπαξε  αυτός  που  τρέφαμε  στο  σπίτι
ορμώντας  από  το  βουνό  τον  χώρο  της  ζωής  του,
κι  ο  Οδυσσέας  όμοια  στην γη  του  θα  γυρίσει,
αφού  τόσα  πια  τράβηξε, κι  εκδίκηση  θα  πάρει
ή  κιόλας  κει  θα  σκέφτεται  κακό για  τους  μνηστήρες» ο  172 - 178    
                                                                        

3. Το Γεράκι και το αγριοπεριστερο :   

Ο μάντης  Θεοκλύμενος  ακολουθεί  τον  Τηλέμαχο  από  την  Πύλο  στην Ιθάκη, και  στην  καλύβα  του  Εύμαιου   ο Τηλέμαχος εύχεται ο  Ευρύμαχος  "Μα αυτά μονάχα ο κάτοικος του Ολύμπου, ο Δίας, τα ξέρει, αν θα τους φέρη την κακή τη μέρα πριν το γάμο. » παρουσιάζεται  το  εξής  σημάδι :
«καθώς  μιλούσε  πέταξε  δεξιά  ένα  γεράκι,
μαντατοφόρος  γρήγορος  του  Απόλλωνα, ένα αγριοπερίστερο
μαδούσε  με  τα  νύχια  του σκορπώντας  τα  φτερά  της
στο  χώμα,  στον Τηλέμαχο  και  στο καράβι  δίπλα.
Τότε  ο  Θεοκλύμενος  ……του  είπε  :
«Δεξιά  μας  δεν  επέταξε  χωρίς  θεός  να  θέλει
το  γεράκι, Τηλέμαχε, το  βλέπω  για  σημάδι.
Γενιά  βασιλικότερη  δεν  έχει  απ’  την  δική  σας
στη  χώρα  της  Ιθάκη, εσείς  την  δύναμη  κρατάτε. »
                                                               Ο  525 -534
Ο  Τηλέμαχος  υπόσχεται  δώρα  στον  μάντη  αν  αληθεύσει  η  πρόβλεψή  του.
Ο  κεραυνός  ως  θετικό  σημάδι  του  Δία εμφανίζεται   στην  Οδύσσεια .
 4. Ο  Κεραυνός του Δία
Ο  Οδυσσέας  μέσα  στο  παλάτι  του  άγρυπνος
«Πατέρα Δία, αν στέργετε στον τόπο μου να φτάσω από στεριές και θάλασσες, κατόπι τόσα πάθια,απ' όσους μέσα εκεί ξυπνούν, φωνή ας σηκώση κάποιος,κι άλλο σημάδι ας μου φανή απ' έξωθε του Δία.»   Αυτά είπε, και συνάκουσε την προσευκή του ο Δίας,
κι από τα νέφια τ' αψηλά του λαμπερού του Ολύμπου,βρόντηξ' ευτύς, και χάρηκε ο μέγας Οδυσσέας.
 Ενώ την ίδια στιγμή μία κουρασμένη υπηρέτρια από τις 12 γυναίκες   που  αλέθανε το σιτάρι  λέγει  την  ευχή  της  :
μα ξάφνου στέκει και φωνή σηκώνει για σημάδι·«Δία Πατέρα, των θεών κι ανθρώπων βασιλέα, τρανή βροντή απ' τον ουρανό τον κάτασπρο μας στέλνεις,με δίχως σύννεφο· θεϊκό σημάδι σου μας δείχνεις.Ο λόγος που θα πω η φτωχή, βοήθα να μού 'βγη τώρα·
ας είναι πια η στερνή φορά που κάθουνται οι μνηστήρες
εδώ, και με πασίχαρο γλεντίζουν φαγοπότι·
αυτοί, που με την κούραση τα γόνατα μου κόψαν,
σαν άλεθα τ' αλεύρι τους, ας φάνε το στερνό τους.»υ 116-117
5.Αετός  και  περιστέρι
Αυτά λαλούσαν κι έλεγαν εκείνοι ανάμεσό τους·
ως τόσο του Τηλέμαχου τοιμάζαν οι μνηστήρες
το τέλος και τη μοίρα του. Όμως ζερβά τους φάνη
αψηλοπέταχτος αϊτός κρατώντας περιστέρα.
Και τότ' ο Αμφίομος αυτά ξαγόρεψέ τους κι είπε·
 υ 241-243
«Φίλοι  ότι  σκεφτήκαμε  καλό  δεν  παίρνει   δρόμο»
                                                                       
Το Όνειρο  της  Πηνελόπης

Η  Πηνελόπη  αφηγείται  στον  Οδυσσέα – Ζητιάνο  το  όνειρό  της  με τις Χήνες  και  τον Αετό

«Είκοσι  χήνες  στην  αυλή  το  μουσκεμένο  στάρι
μου  έτρωγαν  και  βλέποντας   χαιρόταν  η  ψυχή  μου
μα  αετός  απ’  το  βουνό  μεγάλος  γατζομύτης
χίμηξε, τσάκισε  λαιμούς  και  μέσα  στο  παλάτι
νεκρές  τις  σκόρπισε  παντού  και  πέταξε  να  φύγει.
Έκλαιγα  μέσα  στ’  όνειρο  με  είχε  πιάσει  θρήνος   
γυναίκες  ωριοπλέξουδες   μαζεύτηκαν  τριγύρω,
σαν  έκλαιγα   θρηνητικά  που  έχασα  τις  χήνες.
Ήρθε  ο  αετός  και  κάθισε  στου  παλατιού τη  στέγη
και  με  φωνή ανθρώπινη παρηγορώντας  είπε :
«Του  ξακουστού  Ικάριου  κόρη, κουράγιο  πάρε,
όραμα  κι  όχι  όνειρο, τέλος  καλό  θα  έχει.
Μνηστήρες  είναι  οι  χήνες  σου κι  αν  αετός  φαινόμουν
είμαι  ο  άντρας  σου  εγώ, έχω  ξαναγυρίσει
και  πικρό  θάνατο γοργά  θα  δώσω  στους  μνηστήρες.» 
                                                                                 τ  536 – 550
Ο  Οδυσσέας  ερμηνεύει  το  όνειρο  όπως  περίπου   αποσυμβολίζεται  στον  ύπνο  της  Πηνελόπης, όμως  εκείνη  δυσπιστεί  στα  μηνύματα  των  Ονείρων :

«Ξένε  μου  δυσερμήνευτα  τα  όνειρα  και  κούφια
κι  όσα  ονειρευόμαστε  δεν  αληθεύουν  όλα» τ  560 – 561
 και μιλά  για  δύο  κατηγορίες  ονείρων  των  παραπλανητικών βγαλμένα  από  φίλντισι  και  των    αληθινών  βγαλμένα  από  κέρατο.
 
 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου