Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.

ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ, περιοχή της Πελλάνας, στις ανατολικές υπώρειες του Ταϋγέτου  λόφος Παλαιόκαστρο.

ΡΑΨ.δ
Κι εκείνοι οι δυο στην πολυφάραγγη, τη βαθουλή φτασμένοι
τη Λακεδαίμονα, στου πέρφανου Μενέλαου το παλάτι
τραβούσαν, πάνω αυτός που γιόρταζε της άψεγης του κόρης
το γάμο και του γιου του, κι έκανε τραπέζι στους δικούς του.
κοντά κρατώντας το κεφάλι του, να μην ακούσουν άλλοι:
«Για ιδές αλήθεια, υγιέ του Νέστορα, πιο αγαπημένε απ᾿ όλους,
πως μες στα σπίτια αυτά τ᾿ αχόλαλα ξαστράφτει ολούθε ο μπρούντζος,
το κεχριμπάρι και το μάλαμα, το φίλντισι, το ασήμι!
Όμοιο του Δία, θαρρώ, στον Όλυμπο θα δείχνει το παλάτι,
τόσο πολλά είναι εδώ, αλογάριαστα᾿ σαστίζω που τα βλέπω.»
 Η ΑΡΧΑΙΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ 
Όμως το αφτί τον πήρε του ξανθού Μενέλαου που μιλούσε
κι έτσι, γυρνώντας ανεμάρπαστα τους συντυχαίνει λόγια:
«Παιδιά μου, με το Δία δε γίνεται να παραβγεί κανείς μας,
τι εκείνος έχει βιος αθάνατο κι αθάνατα παλάτια·
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ

Κι ως τούτα ανάδευε στα φρένα του και στην καρδιά του, βγήκε
η Ελένη απ᾿ τον αψηλοτάβανο, το μοσκοβολισμένο
γυναικωνίτη, όμοια στην Άρτεμη τη χρυσοδοξαρούσα.

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΙΑΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΣΤΗΝ ΣΠΑΡΤΗ

Θρονί μπροστά της καλοκάμωτο της βάζει η Αδρήστη η βάγια,
κι η Αλκίππη ένα κιλίμι μάλλινο, στα μαλακά να κάτσει'

Σωστά μιλώ για μη γελάστηκα; μα να μιλήσω θέλω:
Ποτέ μήτε άντρα εγώ δε γνώρισα μήτε γυναίκα ως τώρα
να μοιάζει τόσο με άλλον άνθρωπο — σαστίζω που τον βλέπω'—
καθώς αυτός με τον Τηλέμαχο, το γιο του ψυχωμένου
μοιάζει Οδυσσέα, που εκείνος αφήκε μωρό παιδί στο σπίτι,
σύντας οι Αργίτες ξεκινούσατε γι᾿ άγρια σφαγή πολέμου  
κάτω απ᾿ την Τροία για της αδιάντροπης εμένα το χατίρι.»
 Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ ΚΑΙ Ο ΜΕΝΕΛΑΟΣ  Johann Heinrich Wilhelm Tischbein  1816 Großherzogliches Schloss Eutin
Τότε ο ξανθός Μενέλαος γύρισε κι απηλογιά της δίνει:
«Τώρα που πρώτη τον απείκασες, κι εγώ νογώ ποιος είναι,
γυναίκα᾿ τέτοια ήταν τα πόδια του, τέτοια τα χέρια εκείνου
 και των ματιών του τ᾿ αστραπόφεγγο κι η κεφαλή κι η κόμη.
Κι όταν λίγη ώρα πριν θυμήθηκα τον Οδυσσέα και πήρα
ν᾿ αναθιβάνω πόσα ετράβηξε για μένα πάθη εκείνος,
μπροστά στα μάτια τούτος σήκωσε το πορφυρό μαντί του
κι αφήκε κάτω από τα βλέφαρα πυκνά να τρέξουν δάκρυα.»


Και τότε η Ελένη άλλα στοχάστηκε, του γιου του Κρόνου η κόρη·
κάποιο βοτάνι επήρε κι έριξε μες στο κρασί που επίναν,
ξαρρωστικό του πόνου, ανέχολο, λησμονικό της πίκρας·
μες στο κροντήρι σαν το σύσμιγαν και το ΄πινε κανένας,
απ΄ την αυγή ως το βράδυ θα ΄μενε με αδάκρυτα τα μάτια,
ακόμα κι αν τυχόν του πέθαιναν μητέρα και πατέρας,
το γιο του ακόμα για το αδέρφι του μπροστά του εκεί αν σκότωναν
με το χαλκό, και με τα μάτια του τα ίδια θωρούσε εκείνος.
Τέτοιας λογής βοτάνια φύλαγε θαματουργά η Ελένη,
ξαρρωστικά· τα ΄χε απ΄ την Αίγυπτο, της Πολυδάμνας δώρο,
της γυναικός του Θώνα· αρίφνητα φυτρώνει η γης κει πέρα,
μισά ξαρρωστικά, αξεδιάλεχτα, μισά φαρμακωμένα.


Έτσι μιλούσε, κι ο βροντόφωνος Μενέλαος με το χέρι
τον χάιδεψε, του χαμογέλασε κι αυτά τα λόγια του ΄πε:
«Αρχοντικιά είναι, γιε μου, η φύτρα σου, τα λόγια σου το δείχνουν,
γι΄ αυτό σου μεταλλάζω τ΄ άλογα, τι μου περνά απ΄ το χέρι·
απ΄ τ΄ αγαθά που στο παλάτι μου βρίσκονται φυλαγμένα
εγώ το πιο ακριβό, το πιο όμορφο θα σου χαρίσω τώρα:


Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ, ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Ένα κροντήρι καλοδούλευτο σου δίνω, ακέριο ασήμι,
που ΄ναι τα χείλια του με μάλαμα ψηλά μαργελωμένα,
δουλειά του Ηφαίστου· μου το χάρισε των Σιδονίων ο ρήγας;
ο τρανός Φαίδιμος, σα βρέθηκα, στου γυρισμού το δρόμο,
κει πέρα και με δέχτη σπίτι του· τώρα το δίνω εσένα.»

ΡΑΨ.ο  ΣΤΙΧ 104-132
Η Ελένη ωστόσο στις κασέλες της ήρθε κοντά και στάθη,
σκουτιά που κλείναν μυριοξόμπλιαστα, φασμένα από την ίδια.
Ένα τους διάλεξε και σήκωσε των γυναικών το θάμα,
το κάλλιο απ΄ όλα στα πλουμίσματα, το πιο φαρδύ από τ΄ άλλα,
που ΄λαμπε ως άστρο, και το φύλαγε στον πάτο της κασέλας.
Μετά γύρευαν τον Τηλέμαχο περνώντας το παλάτι,
κι αυτά ο ξανθός Μενέλαος του ΄λεγε, σαν έφτασαν μπροστά του:
«Ως το ποθείς βαθιά, Τηλέμαχε, να στρέψεις στην πατρίδα,
o άντρας της Ήρας, ο βαρύβροντος ο Δίας, να στο τελέψει.
Κι απ΄ όσα φυλαγμένα βρίσκουνται στο αρχοντικό μου πλούτη,
εγώ το πιο ακριβό, το πιο όμορφο να σου χαρίσω θέλω·
ένα κροντήρι καλοδούλευτο σου δίνω, ατόφιο ασήμι,
που ΄ναι τα χείλια του με μάλαμα ψηλά μαργελωμένα,
δουλειά του Ηφαίστου· μου το χάρισε των Σιδονίων ο ρήγας,
ο τρανός Φαίδιμος, σα βρέθηκα στου γυρισμού το δρόμο
κει πέρα και με δέχτη σπίτι του τώρα το δίνω εσένα.»

Αυτά είπε, και στα χέρια του ΄βαλε τη δίγουβη την κούπα
ο μέγας γιος του Ατρέα· το λιόφωτο σηκώνοντας κροντήρι
κι ο Μεγαπένθης του το απίθωσε στα πόδια, το ασημένιο·
στερνά κι η Ελένη η ροδομάγουλη τον σίμωσε, στα χέρια
κρατώντας το φαντό, τον έκραξε κι αυτά τα λόγια του ΄πε:
«Δέξου κι αυτό από μένα, αγόρι μου, το δώρο, απ΄ της Ελένης
τα χέρια θύμηση· και κάποτε, με το καλώ σα φτάσει
η ώρα του γάμου σου, το ταίρι σου να το φορέσει·
ως τότε να το φυλάει στο σπίτι η μάνα σου. Και τώρα στην πατρίδα,
στο αρχοντικό σας τ΄ ομορφόχτιστο με το καλό να στρέψεις!»
Είπε, και το ΄βαλε στα χέρια του, κι εκείνος το προσδέχτη
όλο χαρά· κι ο αρχοντογέννητος Πεισίστρατος τα δώρα
πήρε, τα θάμαξε και τα ΄κρυψε στο αμαξοκόφινό τους.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου