Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΣΤΟΝ ΤΡΩΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ


Ο ΙΕΡΕΑΣ ΧΡΥΣΗΣ ΚΑΝΕΙ ΕΚΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ


ΡΑΨ. Α
Ο Απόλλων είναι θυμωμένος με τους Αχαιούς που πήραν την Ιέρειες τους και ρίχνει λοιμό στο στρατόπεδό τους, μετά την έκκληση του Ιερέα του  Χρύση και πατέρα της Χρυσιίδας, την οποία ο Αγαμέμνωνας με αλαζονεία και σκληρότητα   αρνήθηκε να επιστρέψει.
«… ακουσεν ο Φοίβος Απόλλων τον μύθο του γέροντα Χρύση, που σιωπηλός πήγε και προσευχήθηκε στην άμμο της πολυφλοίσβητης θάλασσας, και κατέβηκε από του Ολύμπου τις κορυφές με χολωμένη την καρδιά, τόξο στους ώμους έχων και αμφίκλειστη φαρέτρα. Κλάγγηξαν τότε τα βέλη επί των ώμων του, χολωμένος αυτό ως εκινήθη και προχωρούσε με νύκτα όμοιος. Κάθισε έπειτα μακριά των νηών και μετά βέλος αφήκε δεινή κλαγγή έγινεν από τ΄αργυρένιο τόξο. Μουλάρια πρώτα τόξευε και κύνες γοργούς, αλλά όμως έπειτα σ΄αυτούς βέλη πευκόπικρα ρίχνοντας τους έβαλε και συνεχώς πυρές νεκρών καίοντο θαμειές. Εννέα μέρες στον στρατό διωχέτευε τα βέλη του ο θεός και την δέκατη σε αγορά κάλεσε τον λαό ο Αχιλλεύς, γιατί αυτό στις φρένες του έθηκεν η θεά λευκοχέρα Ηρα, γιατί νοιαζόταν για τους Δαναούς, θνήσκοντας ορώντας τους.

ΡΑΨ.Δ
Ο Απόλλων εμψυχώνει του τρώες και τους λέει να μην υποχωρήσουν μπροστά στους Αργείους, αφού ο Αχιλλεύς είναι στις νήες χόλον αλγεινό χωνεύει. Τους Αχαιούς δε ορθώνει, βλέποντας να εγκαταλείπουν την μάχη,  η του Διός θυγατέρα , η ένδοξη Τριτογένεια, ΣΤΙΧ.510-516

ΡΑΨ.Ε
Με μεγάλη ιαχή κάτω έριξε τον γιό της Αφροδίτης Αινεία, που τον προστάτεψε ο Φοίβος σε κυανή νεφέλη, η Ιρις την συνοδεύει μαζί με τους ίππους του Άρη στον Όλυμπο, όπου η Αθηνά και η Ήρα με πειραχτικά έπη την ερέθισαν ενώ  ο Δίας  μειδιώντας την συμβούλεψε να αφήσει τα πολεμικά έργα που δεν της έχουν δοθεί αλλά μόνο τα όλο ίμερο έργα του γάμου. ΣΤΙΧ280-429
Ο βροντόφωνος  Διομήδης ορμά πάνω στον Αινεία. Αν και γίγνωσκε ότι ο Απόλλων τον έσκεπε με τα χέρια του. Τρείς φορές προσπάθησε μαινόμενος και όταν την τέταρτη ρίχθηκε με δαίμονα ίσος, δεινά φωνάζοντας προσείπεν ο Απόλλων. « Σκέψου, Τυδείδη υπεχώρησε λίγον οπίσω, την μήνιν φοβούμενος του Εκατηβόλου Απόλλωνος» , και τον Αινεία πήρε στην Ιερή Πέργαμον στον ναό του. Εκεί η Λητώ και η τοξεύτρα Άρτεμις  στο μεγάλο άδυτο γιάτρεψαν και ελάμπρυναν. ΣΤΙΧ 431-448



 
 
Ο ΑΙΝΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΔΗΛΟ LAUDE LORRAIN 1672
Ο Απόλλων είδωλον έφτιαξεν όμοιο του Αινεία και τα όπλα του ακόμη, γύρω από το οποίο Τρώες και Αχαιοί έσπαζαν αλλήλων τις γύρω από τα στήθη βόειες (ασπίδες από δέρματα βοοειδών), και προέτρεψε τον Θούριον Αρη  να αποσύρει τον Διομήδη από την μάχη. 

ΡΑΨ.Η
Μόλις η θεά γλαυκώπις Αθηνά, Αργείους ενόησεν να σκοτώνουν στην κρατερή μάχη κατέβηκε από του Ολύμπου τις κορυφές πηδώντας στο Ιλιον το ιερό. Σ΄αυτήν ενάντιος ορθώθηκε ο Απόλλων από την Πέργαμο κάτω ιδών, και στους Τρώες βούλετο νίκην, και συναντήθηκαν κοντά στην βαλανιδιά.ΣΤΙΧ.17-22
Ηρθε και ο άναξ Απόλλων του Διός γιός και της προσείπε να παύσουν τον πόλεμο για εκείνη την μέρα και συνεχίζουν μετά μέχρι το τέρμα του Ιλίου να εύρουν, αφού «…έτσι αποφασίσατε εσείς οι δύο αθάνατες, να εκπορθηθή τούτο το άστυ.»!!!.
Συμφώνησαν δε να ορθώσουν κρατερό μένος στον Εκτορα και να προκαλέση μόνος του σε μονομαχία ένα από τους Αχαιούς για να πολεμήσουν.

  Η Αθηνά και ο Απόλλων κάθισαν με όρνια μοιάζοντας, γυπαετοί σε υψηλή βαλανιδιά του πατρός Διός του αιγιδοφόρου.

ΡΑΨ Ο
Η Ηρα καλεί την Ιρις και τον Απόλλων να μεταβούν τάχιστα στον Ολυμπο όπου ο Ζεύς θέλει να τους μιλήσει
Στον Απόλλωνα , ο Ζεύς προσείπεν να τρέξει παρά του Εκτορα, και αφού στα χέρια λάβη την αιγίδα με τους θυσάνους και επισείοντας την να φευγατίζει τους Αχαιούς. «… Από εκεί και πέρα εγώ ο ίδιος θα σκεφθώ με έργο και με έπος, πως πάλιν οι Αχαιοί θ΄αναπνεύσουν από την καταπόνησιν» Αυτά είπε ο Ζεύς και ο Απόλλων δεν παράκουσε. ΣΤΙΧ. 220-235.
  
Δεν παράκουσε τον πατέρα του ο Απόλλων και κατέβη από τα Ιδαία όρη με γεράκι όμοιος, και εύρε τον Εκτόρα , που ο νούς του αιγιδοφόρου Διός τον είχε εγείρει, και τον θάρρεψε και μέγα μένος τον ενέπνευσε. ΣΤΙΧ. 236-270.
Προχωρούσαν οι Τρώες αθρόοι και πρώτος ο Εκτορας με μακρά βήματα, έμπροσθεν αυτού ο Φοίβος Απόλλων ντυμένος στους ώμους με νεφέλη κι είχε θούριαν αιγίδα, δεινή δασειά μεγαλοπρεπή ,που ο χαλκιάς Ηφαιστος στον Δία έδωσε να φέρη, τους άνδρες να φοβίζη.
Κατ΄ενώπα ιδών του Δαναούς, αύσε μάλα μέγα, εκείνων δε η ψυχή στα στήθη πάγωσε, λάθοντο θούριδος αλκής, και έφυγαν ανάλκιδες οι Αχαιοί, γιατί μέσα τους ο Απόλλων  έφερε φόβο, στους Τρώες και τον Εκτορα έδωσε δόξα. ΣΤΙΧ.306-327
Οι Αχαιοί τρέχουν να σωθούν πίσω προς τις νήες, ενώ ο Απόλλων εύκολα κλωτσώντας με τα πόδια (ποσσίν ερείπων) γκρέμισε την βαθειά τάφρο γεφυρώνοντας τον δρόμο και χύθηκαν κατά φάλαγγες (φαλαγγηδόν) οι Τρώες. Και εγκρέμισε το τείχος των Αχαιών ο Φοίβος, όπως την άμμο κοντά στην θάλασσα, που αφού ποιήση αθύρματα νηπιακά και πάλι τα γκρεμίζει με πόδια και χέρια παίζοντας. ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΣΥ ΗΙΕ ΦΟΙΒΕ ΌΣΑ ΜΕ ΠΟΛΥ ΚΑΜΑΤΟ ΚΑΙ ΜΟΧΘΟΝ ΟΙ ΑΡΓΕΙΟΙ ΕΚΤΙΣΑΝ ΓΚΡΕΜΙΣΕΣ ΚΙ ΑΥΤΟΥΣ ΣΕ ΦΥΓΗΝ ΕΤΡΕΨΕΣ. ΣΤΙΧ 352-366

ΑΠΟΛΛΩΝ ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ ΤΙΜΩΡΕΙ ΤΟΥΣ ΑΧΑΙΟΥΣ  Paolo Fiammingo Museum of Fine Arts (Budapest)
  ΡΑΨ.Π
Επεσε ο Σαρπηδόνας από το φαεινό βέλος  του Πατρόκλου , ως δρύς ή λεύκα,  βεβρυχώς ( βρυχώμενος) έχοντας αδράξει την αιμοτόεσσα σκόνη, και ενώ πέθαινε στέναζε και φώναξε τον φίλο του και εταίρο  τον Γλαύκο που βαρύ άγχος του ήλθεν  ως την φθογγήν του άκουσε, ράγισεν η καρδιά του γιατί δεν μπορούσε να βοηθήσει. Τον πονούσε το έλκος που ο Τευκρος του έκαμε βάλλοντας με βέλος στον βραχίονα και ευχόμενος είπε στον εκηβόλον Απόλλωνα. « Ακουσε Αναξ, που κάπου στον εύφορο δήμο της Λυκίας είσαι ή στην Τροία, γιατί δύνασαι σύ από παντού ν΄ακούς άνδρα λυπημένο. Οξείες οδύνες ελαύνουν και ούτε το αίμα μου να στεγνώση δύναται…. Και άριστος άνδρας απωλέσθη, ο Σαρπηδών, του Διός ο γιός. Αυτός ούτε για το παιδί του αμύνεται. Αλλά εσύ άναξ, τούτο το κρατερόν βέλος θεράπευσέ μου και κοίμησε τις οδύνες και δός μου δύναμη…»
Και τον άκουσεν ο Φοίβος Απόλλων και ευθύς έπαυσε τις οδύνες από το επίπονον έλκος στέγνωσε το αίμα και δύναμη του έβαλε στο στήθος.  ΣΤΙΧ. 480-531


Την υψίπυλη Τροία θα έπαιρναν οι γιοί των Αχαιών υπό του Πάτροκλου τα χέρια, γιατί περά μπρός με το έγχος λυσσούσε, αν ο Φοίβος Απόλλων επί καλοδμήτου πύργου δεν στεκόταν, γι΄αυτόν ολέθρια φρονών, στους Τρώες δίνοντας αρωγή. Τρείς φορές ανέβηκε ο Πάτροκλος στο υψηλό τείχος και τρείς φορές ο Απόλλων τον απώθησεν με τα αθάνατά του χέρια  την φαεινήν ασπίδα του νύσσοντας. Και όταν για τέταρτη φορά ώρμησε με δαίμονα ίσος δεινά καλώντας τον έπη φτερωτά προσείπεν. « Υποχώρησε , διογενή Πάτροκλε δεν είναι της μοίρας από το δικό σου δόρυ να εκπορθηθή η πόλις των αγέρωχων Τρώων, ούτε από τον Αχιλλέα, που από σε πολύ καλύτερος.»
Και υποχώρησε ο Πάτροκλος την μήνιν αποφεύγοντας του εκατηβόλου Απόλλωνος ΣΤΙΧ. 697-711

ΡΑΨ.Ρ
Ουδ΄έλαθεν από τον γιό του Ατρέως, τον φιλοπόλεμο Μενέλαον, ότι ο Πάτροκλος από τους Τρώες δαμάσθηκε στην μάχην, και έβη αρματωμένος περί τον Πάτροκλον. Εκεί  τον γιό του Πάνθου  συναντά και ώρμησε με χαλκόν και τον χτύπησε στον αυχένα, και γδούπησε πεσών και βρόντηξαν τα όπλα επ΄αυτού. Ετσι τον ακοντιστήν Εύφορβον απέκτεινε και τα όπλα του εσύλησεν. Τον εφθόνησεν όμως ο Φοίβος Απόλλων, που πήρε την όψιν άνδρα, του ηγήτορος των Κικόνων Μέντη και εναντίον του ώρθωσεν τον Εκτορα όμοιο με τον γρήγορο Αρη, φωνάζοντας του έπη φτερωτά.
« Εκτορα , τώρα εσύ τρέχεις ανέφικτα διώκων τους ίππους του ανδρείου Αιακίδου. Εκείνους όμως δύσκολο άνδρες θνητοί να δαμάσουν ή να κυβερνήσουν, κανένας άλλος εκτός του Αχιλλέως που αθάνατη έτεκε μητέρα. "

ΡΑΨ.Υ ΘΕΩΝ ΜΑΧΗ
Ενάντια του Ποσειδώνος ίστατο ο Φοίβος Απόλλων, έχων βέλη φτερωτά, απέναντι στον Ενυάλιον η θεά γλαυκώπις Αθηνά, στην  Ηρα αντέστη η χρυσότοξη κελαδεινη Αρτεμιςη σαιτεύτρα, αδελφή του μακροσαιτευτή, στην Λητώ αντέστη ο σωτήριος αγαθοποιός Ερμής, και έναντι στον Ηφαιστο ο μέγας ποταμός με τις βαθειές δίνες, που Ξάνθον αποκαλούν οι θεοί και οι άνδρες Σκάμανδρον. ΣΤΙΧ.62-74
 
Και ενώ οι θεοί ενάντια θεών πήγαιναν, και ο Αχιλλεύς στου Εκτορος ποθούσε να εισδύση τον όμιλο, στον Αινεία έβαλε μένος δυνατό ο Απόλλων, με τον γιό του Πρίαμου τον Λυκάονα μοίαζοντας την φωνή, και τον ξεσηκώνει ενάντια στον Πηλείδη.
Ο Φοίβος Απόλλων συμβουλεύει τον Εκτορα να μην προμαχίση καθόλου μπροστά στον Αχιλλέα αλλά στο πλήθος και στον  θόρυβο να τον δεχτή για να μην τον χτυπήση και χώθηκε ο Εκτωρ στον ουλαμόν των ανδρών φοβηθείς, όταν άκουσε θεού φωνήν.  Αλλά μόλις είδε τον αδελφό Πολύδωρο δαμασθείς από τον Αχιλλέα δεν άντεξε και ενάντιον ήλθε, οξύ δόρυ κραδαίνων, με φλόγα όμοιος και μόλις τον είδε ο Αχιλλεύς αναφώνησε « Εγγύς μου ο άνδρας που από όλους πιο πολύ πλήγωσεν την ψυχή μου… για πολύ ακόμη δεν θα κρυβόμαστε στους δρόμους του πολέμου…πιο κοντά έλα, ώστε το θάττον στους ολέθρου τα πέρατα να φθάσης.» είπε ιππόδρα ιδών τον Εκτορα που αναπάλλοντας έριξε το δόρυ. Αλλά η Αθηνά με μία πνοή το έστρεψε πίσω από τον ένδοξο Αχιλλέα, ο οποίος εμμανής εφώρμησε με αγρίαν ιαχή. Ο Απόλλων όμως παρενέβηκε και τον κάλυψε με πυκνήν ομίχλην. Τέσσερις φορές όρμησε με το χάλκινον έγχος ο ταχύπους θεικός Αχιλλέας αλλά σκοτεινό αέρα έτυψεν και κατάλαβε ότι ο Φοίβος τον προστάτεψε. ΣΤΙΧ.375-454
ΡΑΨ Φ
Και πήδησε ο ξακουστός στο δόρυ Αχιλλέας μέσα από τον κρημνό ορμώντας και ο ποταμός εφώρμησε με φουσκωμένο κύμα και είπε στον Απόλλωνα «Ω πόποι, αργυρότοξε , Διός τέκνο, συ τις βουλές δεν κράτησες του Κρονίωνος, που πολλές φορές σου επέτελε στους Τρώες να παραστέκεσαι και να τους προστατεύης, ώσπου να έλθη το δειλινό που πέφτει αργά, και να σκιάση την εύφορη γή.» ΣΤΙΧ.229-232


Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΛΕΥΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΣΚΑΜΑΝΔΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΙΜΟΕΝΤΑ Auguste Couder 1818ΛΟΥΒΡΟ

Στον Απόλλωνα είπε ο κραταιός κοσμοσείστης « Φοίβε, τι περιμένουμε εμείς οι δύο. Δεν ταιριάζει αφού άρχισαν οι άλλοι, αίσχος αν αμαχητί πάμε στον Ολυμπο……. Νήπιε , άνοη καρδιά έχεις και ούτε αυτών έχεις ανάμνηση, όσα κακά πάθαμε στο Ιλιον, όταν στον υπερόπτη Λαομέδοντα από τον Δία ελθόντες θητεύσαμεν ένα χρόνο με ρητό μισθό και αυτός μας πρόσταζε και επέτελλε. Τείχος έκτισα περί την πόλι των Τρώων ευρύ και καλό για να είναι άρρηκτη η πολίς. Εσύ τους βαρύποδες ελικοκέρατους βούς βουκολούσες στης δασωμένης Ιδης τα πολύπτυχα φαράγγια, και κράτησε τον μισθό μας όλον ο φοβερός Λαομέδοντας και με απειλές μας απέπεμπε, ότι τα χέρια και πόδια μας θα δέση και θα μας πουλήση σε μακρινά νησιά και τα αυτιά μας θα κόψη με χαλκό…. Τώρα αυτού του λαού εσύ φέρης χάι κι ούτε με μας κοιτάζεις πως οι υπερφίαλοπι Τρώες να απολεσθούν  πρόχνυ κακώς (κακήν  κακώς με τα παιδιά τους και τις σεβαστές σύγκοιτες.»
Ο Απόλλων όμως ντρεπόταν  με τον αδελφό του πατέρα του να έλθη στα χέρια και προσείπεν σ΄αυτόν « Κοσμοσείστη, δεν θα έλεγες σώφρων ότι είμαι, αν με σένα τώρα πόλεμο κινήσω ένεκα των θνητών των δυστύχων, οι οποίοι με φύλλα όμοιοι άλλτοε μεν είναι όλο ζωντάνια, τον καρπό της γής τρώγοντες, άλλοτε δε φθίνουν και αφανίζονται…» ΣΤΙΧ.435-469
Ο Φοίβος Απόλλων στο ιερόν εισέδυσεν Ιλιον γιατί νοιαζόταν για το καλόδμητο τείχος της πόλεως, μήπως οι Δαναοί το εκπορθήσουν παρά την μοίρα την ημέραν εκείνην, οι μέν χολωμένοι, οι δε μεγαλοκαμαρώνοντας κάθισαν κοντά στον μεαλοσύννεφο πατέρα.
Ο γερων Πρίαμος ενόησε τον πελώριον Αχιλλέα, που στους Τρώες μόχθον και συμφορές έθηκε και φώναξε στους θυρωρούς να είναι έτοιμοι να ανοίξουν οι πύλες. Και οι γιοί των Αχαιών την υψίπυλη Τροία θα έπαιρναν αν ο Φοίβος Απόλλων τον θεικόν Αγήνορα δεν παρακινούσε του Αντήνορος τον άμωμο και κρατερό γιό. Στην καρδιά του θάρρος έβαλε και κοντά του αυτός εστάθη καλυμμένος με ομίχλη πολλή, και μόλις  βλέπει τον καστροπορθητή Αχιλλέα οξύ ακόντιο άφησε και χτύπησε στην κνήμη αλλά δεν την πέρασε γιατί εμπόδισαν τα όπλα του θεού. Όταν όμως ο Πηλείδης ώρμησε εναντίον του ο Απόλλων δεν τον άφησε να πάρην δόξα, αλλά τον κάλυψε με ομίχλη και εξήπαρσε αυτόν έξω από την μάχη.. Τον Πηλείωνα πάλι με δόλο απεμάκρυνε από τον λαό με τον Αγήνορα μοιάζοντας , και αυτός πίσω του τον κατεδίωκε μέχρι τον Σκάμανδρο τον βαθυδίνη, ενώ οι Τρώες φευγατίζαν και πρόλαβαν και μπήκαν μέσα στο άστυ. ΣΤΙΧ. 515-610




Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΑΤΑΔΙΩΚΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΤΡΩΕΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΣΚΑΜΑΝΔΡΟ  18 αιων. Charles Antoine Dijon ; musée des beaux-arts

ΡΑΨ. Χ Και ενώ οι Τρώες σαν ελαφόπουλα μέσα στο άστυ φευγατίζανε, τον Έκτορα  κυνηγούσε ο Πηλείδης αλλά σε αυτόν μίλησε ο Φοίβος Απόλλων, που τον παραπλάνησε. « Γιατί εμέ, του Πηλέως γιέ με τα ταχειά πόδια σου διώκεις, θνητός εσύ θεόν αθάνατον. Λοιπον δεν κατάλαβες ακόμη ότι θεός είμαι και σύ σφοδρώς με μένα μανιάζεις….»      « Με πλάνεψες μακροσαιτευτή, καταστρεπτικώτατε θεών πάντων, στρέφοντας με εδώ στο τείχος, αλλιώς πολλοί ακόμη την γή με τα δόντια θα δάγκωναν…Από μένα μέγα κύδος πήρες και αυτούς εύκολα έσωσες , αλήθεια θάπαιρνα εκδίκηση αν μπορούσα…» Απάντησε ο γρήγορος στα πόδια Αχιλλέας και προς το άστυ με μέγα φρόνημα έβη ορμώντας ως ίππος αθλοφόρος με
το όχημά του
ΡΑΨ Ω

Και φώναξε στους αθανάτους ο Φοίβος Απόλλων « σκληροί που είστε , θεοί ολέθριοι, ποτέ λοιπόν σε σας ο Εκτωρ δεν έκαιε μηρούς βών και αιγών τελείων…. Και στον ολέθριον Αχιλλέα βούλεσθε να δώσετε αρωγή, του οποίου ούτε οι φρένες είναι οι πρέπουσες ούτε η σκέψι του….και άλλοι απόλεσαν προσφιλέστερον αδελφό ή γιό αλλά οι Μοίρες ανεκτική καρδιά έδωσαν στους ανθρώπους.»


Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΛΥΡΑ ΤΟΥ  ,"PARNASSUS" SIMON VOUET 1640
ΜΟΥΣΕΙΟ FINE ARTS BOUDAPEST


 








 
 

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΤΟΝ ΤΡΩΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ



ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΚΑΙ ΑΓΧΙΣΗΣ   Annibale Carracci Palazzo Ducale - ΒΕΝΕΤΙΑ

ΡΑΨ.Γ     
Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ  αρπάζει τον τραυματισμένο Πάρη από τον Μενέλαο και τον κάλυψε με ομίχλη πολλή και τον κάθισε σε θάλαμον ευώδη μοσχοβοληστόν.
Υστερα στην Ελένη πήγε , με γριά μοιάζοντας παλαιάς γενιάς γνέστρα, που στην Λακεδαίμονα, γνώριζε καλά, και της προσεφώνησε η θεά.
«.. Εδώ έλα, ο Αλέξανδρος σε καλεί στον οίκο να γυρίσης. Κείνος σε θάλαμο και σκαλιστό κρεββάτι, από κάλλος στίλβων και φορεσιά. Ούτε που θα έλεγες πως ήλθε από μονομαχίαν, αλλά πως σε χορόν έρχεται, ή από χορόν κάθησε που μόλις έληξε.»
Όταν όμως η Ελένη αρνήθηκε χολωμένη η Θεά προσεφώνησεν« Μη με ερεθίζης, δύστυχη μη χολωθώ και σε αφήσω και τόσο σε εχθρευτώ  όσο  ως τώρα ‘εκπαγλα σ΄αγάπησα…..» ΣΤΙΧ. 374- 424

 
Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΠΕΙΘΕΙ ΤΗΝ  ΕΛΕΝΗ ΝΑ ΔΕΧΘΕΙ ΤΟΝ ΠΑΡΗ   Angelica Kauffman  Hermitage, St. Petersburg, Russia

ΡΑΨ. Δ       
Η Φιλομειδής Αφροδίτη παραστέκεται στον γιό της Αινεία και στην μοίρα του

ΡΑΨ. Ε
Και θα είχε απολεσθεί και ο Αινείας αν δεν ήταν η οξύνοη Αφροδίτη, η μητέρα του, που τον τραβά έξω από την μάχη. Βλέποντας την ο Διομήδης στο κιχ την πρόφθασε και την τραυμάτισε στο χέρι, λέγοντας της. « Φύγε θυγατέρα του Διός, από τον πόλεμο και την μαχη, δεν σου αρκεί ότι εξαπατάς γυναίκες χωρίς αλκήν.»…. και έρρεε το αθάνατον αίμα της θεάς , Ιχώρ, τέτοιο ρέει στους αθάνατους.

ΡΑΨ.Ξ
Με κεφαλόδεσμο καλύφθηκε η έξοχη θεά ΗΡΑ και ήταν σαν λευκός ήλιος και  αφού στα λαμπερά της πόδια έδεσε πέδιλα καλά και κοσμήματα έθηκε στο κορμί της , κάλεσε την Αφροδίτη και της ζήτησε δολοφρονούσα η σεβαστή Ηρα. « Δώσε μου τώρα τον έρωτα και τον πόθο, που μ΄αυτόν εσύ όλους δαμάζεις αθανάτους και θνητούς…..»
Από τα στήθη της έλυσε  η φιλομειδής Αφροδίτη, κεντητόν ιμάντα ποικιστόλιστον όπου παντα τα   θελκτήρια ( μάγια) είχαν φτιαχθή. Εκεί ο έρωτας, κι ο πόθος , και τα γλυκόλογα του ξελογιάσματος, που έκλεψε τον νού κι εκείνων που πυκνώ φρονούν.  ΣΤΙΧ. 153-220






Η ΗΡΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΗΝ ΖΩΝΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ  Benjamin West 1771

ΡΑΨ.Υ ΘΕΩΝ ΜΑΧΗ
Και έβησαν να πάνε στον πόλεμον οι θεοί διχα θυμόν έχοντες (διχογνωμούντες), η Ηρα πήγε προς την συγκέντρωση των νηών, και  η Παλλάς Αθηνά, ο Ποσειδάων γαιήοχος, ο Ερμειας ο αγαθοποιός, που ξεχωρίζει για το γνωστικό μυαλό του και μαζί τους και ο Ηφαιστος με έπαρση για το σθένος του, χωλαίνων. Στους Τρώες πήγε ο κορυθαίολος Αρης, ο Φοίβος με την μακιά κόμη ,η Αρτεμις η σαιτεύτρα, η Λητώ και ο Ξάνθος και η φιλομειδής Αφροδίτη. ΣΤΙΧ. 32-40
Οσον ήταν μακρυά οι θεοί τόσον οι Αχαιοί μέγα κύδος έπαιρναν ένεκα που ο Αχιλεύς φάνηκε στην μάχη και τρόμος φοβερός επήλθε στα γόνατα εκάστου από τους Τρώες. Όταν όμως φάνηκαν οι Ολύμπιοι ωρθώθηκε η κρατερή Ερις λαοσσόος (που λαούς ξεσηκώνει), φώναζε η Αθηνά στεκούμενη άλλοτε στην τάφρο εκτός τείχους,άλλοτε επι  των βαρύγδουπων ακτών μακροφωνάζοντας.Φώναζε και ο Αρης εξ ετέρου, με σκοτεινή λαίλαπα ίσος οξύτατα από την ακρότατη πόλι τους Τρώες κελεύων, και άλλοτε κοντά στον Σιμόεντα τρέχων προς την Καλλικολώνα.(λόφος στην Τροία όπου φιλονίκησαν η Ηρα, η Αφροδίτη και η Αθηνά για το έπαθλο της ωραιότητας.)
Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΗ  by William Etty 1826 National Museums Liverpool
ΡΑΨ.Φ
Ο Αρης έκανε την αρχή , ο ασπιδοθραύστης και πρώτος στην Αθηνά εφώρμησε χάλκινον έγχος έχων και ονειδιστικό έπος της είπε, αφού θυμήθηκε ότι αυτή ήταν που ξεσήκωσε τον Διομήδη τον Τυδείδη και το δέρμα του ξέσχισε. Και ως ειπών έπληξε την θυσανωτήν αιγίδα την τρομερήν, την οποίαν ούτε του Διός δεν δαμάζει ο κεραυνός, εκεί ο ανδροφόνος Αρης την έπληξε με έγχος μακρόν. Εκείνη υποχωρώντας λίθον επήρε με το βαρύ της χέρι και έβαλε τον Θούριον Αρη στον αυχένα και του έλυσε τα γόνατα. Επτά έπιασε πλέθρα (στρέμματα) πεσών και σκόνισε τις χαίτες του και βρόντηξαν τα όπλα του και η Αθηνά γέλασε και πίσω έστρεψε τα φαεινά της μάτια.
Ηρθε η Αφροδίτη και τον έπιασε από το χέρι στενάζοντα, μόλις άρχισε να συνέρχεται, αλλά την ενόησεν  η Ηρα και   αμέσως ειδοποιεί την Αθηνά, η οποία ώρμησε πίσω της, χαίροντας κατά θυμό και με το χέρι της στα στήθη χτύπησε, και λύθηκαν τα γόνατά της και το φιλοκάρδι της. ΣΤΙΧ.383-433
Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΔΙΝΕΙ ΣΤΟΝ ΑΙΝΕΙΑ ΤΑ ΟΠΛΑ  Jean Cornu Ν. ΥΟΡΚΗ
 
 
 








Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΤΗΝ ΙΛΙΑΔΑ



"Ulysses" by Ugo Attardi in Rockefeller Park

 Ό Όμηρος προβάλλει, εξυψώνει, αναδεικνύει ιδιαίτερα την προσωπικότητα, την παρουσία τού Οδυσσέως, τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια.
Πανανθρώπινο σύμβολο  ο ξακουστός Οδυσσέας, που όταν μιλούσε έμοιαζε σαν θεός, αφού «κανείς θνητός δεν παράβγαινε» μαζί του, «ίσος στην σύνεση  με το Δία » ο πολυμήχανος αγαπημένος της θεάς Αθηνάς, αυτός που με τη δύναμη του νου και την ευστροφία του κατάφερε να ρίξει τα κάστρα της ιερής Τροίας. 

Άπειροι είναι οι χαρακτηρισμοί του Οδυσσέα,  στην Ιλιάδα  και   είναι αυτός που μεσολαβεί και δίνει πάντα τη λύση σε κάθε δύσκολη στιγμή,  έχει την ικανότητα να εμπνέει, να δίνει θάρρος κι' ελπίδα όταν οι άλλοι λιγοψυχούν , είναι συνεργάσιμος με όλους,χωρίς να δημιουργεί προβλήματα και αναίτιες έριδες, δεν προβάλλεται με έπαρση και κομπασμό και πάνω από όλα  έχει κερδίσει τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων των συμπολεμιστών του. «Είναι πανέξυπνος και πρώτος σε συμβουλές σοφές» μας λέει ο Όμηρος , που μας τον  παρουσιάζει πάντα  να προνοεί, να νικά και να αντιμετωπίζει όλους τούς κινδύνους, με σύνεση, αθόρυβα και αποτελεσματικά.
Το κουράγιο του ήρωα και η αποφασιστικότητα του είναι ανεξάντλητα και δεν υποχωρεί ούτε δειλιάζει μπροστά στα εμπόδια.    Ό Οράτιος παρατηρεί ότι ό Όμηρος ως προς την ανδρεία και την σοφία μάς προτείνει ως παράδειγμα τον Οδυσσέα.
Στον πόλεμο  δε ό Οδυσσέας είναι ό γενναιότατος  και ατρόμητος. Θυμωμένος από τον θάνατο τού φίλου του Λεύκου, ορμά στη μάχη και σκοτώνει πολλούς
Με αδάμαστη θέληση , ευφυΐα , ανεξάντλητη αντοχή και συνετή υπομονή  και επιμονή, καρτερικότητα, ακολουθεί την προσωπική του μοίρα, ενός παράλογου και σκληρού κόσμου ακόμα κι' όταν χρειάστηκε να  μείνει ολομόναχος για να αντιμετωπίσει το πεπρωμένο του, που θα τον φέρει κοντά στην εκπλήρωση της αποστολής του, γιατί μέσα  στη καρδιά του έχει άσβεστη τη φλόγα της περιπέτειας και την επιθυμία της εξερεύνησης του αγνώστου.
«καρτερικός», «μεγαλόψυχος», «φρόνιμος και γνωστικός», «αντρειωμένος», ο χαρακτήρας του Οδυσσέα  και η προσωπικότητά του,  είναι πολυσύνθετη.

 Ο Οδυσσέας επάνδρωσε 12 πλοία Αρχηγός των Κεφαλλήνων.
Τα πλοία του δεν είναι μαύρα ‘μέλαινες νήες’, όπως των άλλων, αλλά ‘μιλτοπάρηοι νήες’ δηλαδή κόκκινα.

 Σ'όλο το διάστημα της πολιορκίας ο Οδυσσέας έδειξε τις εξαιρετικές του  ικανότητες τόσο σαν γενναίος πολεμιστής όσο και σαν πανούργος και έξυπνος διπλωμάτης και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο αφού διαθέτει μεγάλη επιρροή στο στρατόπεδο των Αχαιών. Αυτός όπως και ο Νέστορας παίζουν συχνά το ρόλο του σοφού συμβούλου.

Στην Ιλιάδα συναντούμε πρώτη φορά τον Οδυσσέα στην ΡΑΨ. Α . ΣΤΙΧ. 310, όπου συνοδεύει την Χρυσηίδα με τις καλές παρειές ,στον πατέρα της, ως αργηγός της αποστολής. Όταν δε αφίχθη στον Χρύση άγων ιερήν εκατόμβητου εκηβόλου Απόλλωνος, στου προσφιλούς πατρός το χέρι την παρέδωσε και είπε. « Χρύση, με προέπεμψεν ο άναξ ανδρών Αγαμέμνων την παίδα να σου δώσω, και στον Φοίβο ιερήν εκατόμβη να θυσιάσω υπέρ των Δανών, για να εξιλεώσουμε τον άνακτα ο οποίος τώρα στους Αργείους πολυστέναχτες λύπες έστειλεν» ΣΤΙΧ.430-445

 Στην Ραψ. Β   όταν ο Αγαμέμνων  παραπλανητικά είπε να φύγουν από την Τροία και να γυρίσουν στην πατρίδα ο Οδυσσέας επειδή άγχος την καρδιά και την ψυχή του άγγιξε, έβη τρέχοντας αποβάλλοντας την χλαίνη και την κόμισεν ο Ιθακήσιος κήρυξ ο Ευρυβάτηςπου τον ακολουθούσεν. Αυτός έναντι του Αγαμέμνωνος  ελθών αποδέχθηκε το πατρώο σκήπτρον , αιώνια άφθαρτο και στις νήες με αυτό των χαλκοχιτώνων Αχαιών έβη, και με αγανοίς επέεσσιν (μαλαγανιές ) εμπόδιζε κάθε βασιλιά και έξοχο άνδρα να μην ακούσουν τον Ατρείδη γιατί τους δοκιμάζει.  Αν πάλι κάποιον ανδρα του δήμου έβλεπε με το σκήπτρο τον κτυπούσε και με λόγια τον απόπαιρνε  « Δαιμόνιε , άτρεμα κάθισε κι άκουε τον μύθο των άλλων, που από σένα καλλιτεροι είναι, ενώ εσύ απόλεμος είσαι και χωρίς αλκή. Και ούτε στον πόλεμο σε συναριθμούσαμε ούτε στην βουλήν. Ούτε βέβαια όλοι θα βασιλεύσουμε εδώ οι Αχαιοί, δεν είναι αγαθόν ή πολυαρχία, ένας να είναι ο κύριος, ένας ο βασιλεύς, αυτός στον οποίον το παιδι του Κρόνου σκήπτρο και θεσμούς  για κείνους να βουλέυεται.». Ετσι εκείνος διερχόταν τον στρατό και όλοι πίσω γυρίζαν στις νήες και τις σκηνές.

 Μόνο ο Θερσίτης αμετροεπής φωνασκούσε και λέγοντας ότι τους ερχόταν. Ηταν ο πιο αισχρός άνδρας που στο Ιλιον ήλθε, στραβός, χωλός με ώμους κυρτούς, στενόμακρο το κεφάλι του με αραιές τρίχες. Εχθιστος ήταν μάλιστα στον Αχιλλέα και τον Οδυσσέα γιατί με αυτούς φιλονεικούσε. Αυτός οξέα κραυγάζων  έλεγεν ονείδους  στον θεικόν Αγαμέμνωνα και με αυτόν θύμωσαν  οι Αχαιοί και δυσφορούσεν το θυμικό τους.

Ο θεικός Οδυσσέας ιππόδρα ιδών, καθάπτεται με χαλεπόν μύθον, χτυπώντας τον με το σκήπτρο στους ώμους  «Θερσίτη με τους άκριτους μύθους αν και λιγύφωνος αγορητής……. Θα σου πώ κάτι τετελεσμένο μη σε ξαναβρώ εδώ να ανοηταίνεις όπως τώρα…..»  και εκείνος  εκυρτώθη κάθισεν τρομαγμένος και αμήχανος και όλοι οι άλλοι αν και πικραμένοι με την καρδιά τους γέλασαν και είπαν.  «ε, μύρια ο Οδυσσεύς καλά έπραξε και στις βουλές εξάρχει τις αγαθές και στον πόλεμο σηκώνεται, τώρα όμως τούτο μέγα κι άριστο στους Αργείους έπραξε που τον αθυρόστομο εμπόδισεν να αγορεύη. Δεν θα ξανατολμήση η αδιάντροπη καρδιά του να φιλονεικήση προς τους βασιλείς με έπη ονειδιστικά.» Ετσι είπεν η πληθύς κι ο καστροπορθητής Οδυσσεύς εστάθη κρατώντας το σκήπτρο και παρ΄αυτόν η γλαυκώπις Αθηνά ειδομένη σαν κήρυκας να σιωπά τον λαόν διέταξε, για να ακούσουν τον λόγον του και την βουλή του καλά να στοχασθούν, κι αυτός καλόφρων για κείνους αγόρευσε και ματαείπεν. ΣΤΙΧ.170-335

 Η Διογέννητη Ελένη τον παρουσιάζει στον Πρίαμο που την ρωτά.

« Ειπέ μου τώρα και γι΄αυτόν εδώ φίλον τέκνον ποιος είναι. Μείων μεν στην κεφαλήν από τον Αγαμέμνονα Ατρείδη είναι, ευρύτερος δε στους ώμους και τα στέρνα σαν να φαίνεται. Τα όπλα του κοίτονται στην γή την πολυτρόφο κι αυτός ως μπροσταρόκριος επιθεωρεί τους στιχημένους άνδρες.

Με ένα κριάρι εγώ αυτόν παρομοιάζω πυκνόμαλλο που διέρχεται από μέγαν ποίμνιον άσπρων προβάτων.»

« Αυτός πάλιν ο Λαερτιάδης ο πολύ συνετός Οδυσσέας, ο οποίος ετράφη στην δήμο Ιθάκης, της απόκρημνης, που γνωρίζει παντοίους δόλους και σκέψεις πυκνές.»

Στην Ελένη απαντά ο Αντήνωρ που θυμήθηκε τον Οδυσσέα όταν ήρθαν με τον Μενέλαο στο μέγαρο. Ο Μενέλαος υπερείχε στους ευρείς ώμους αλλά ο Οδυσσέας ήταν ο σεβασμιώτερος. Ο μεν Μενέλαος επιτροχάδην αγόρευε, λίγα μεν αλλά με πολύ λιγυρή φωνή. Αλλά όταν ο πολύ συνετός Οδυσσεύς  σηκωνόταν στεκόταν, χαμόβλεπε, στην γήν έχοντας τα όμματα μπηγμένα, και το σκήπτρον ούθτε οπίσω ούτε μπρός έσειεν αλλά ευσταθές το είχε, με αδαή άνδρα μοιάζοντας. Αλλ΄όταν φωνήν μεγάλην εκ του στήθους έβγαζε και έπη με νιφάδες μοιάζοντας χειμερινές, άλλος βροτός έπειτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον Οδυσσέα και τότε δεν μας ένοιαζε το παρουσιαστικό του.»

 ΡΑΨ. Γ  ΣΤΙΧ. 191-224
 Οργάνωσε επίσης την  μονομαχία του Πάρη και του Μενέλαου  μαζί με τον Εκτορα  ΣΤΙΧ. 314
Στην ΡΑΨ. Δ  ο Οδυσσεύς χολωθείς από τον θάνατο του Λεύκου τον εσθλόν εταίρον σκοτώνει τον νόθο γιό του Πρίαμου τον Δημοκόωντα. ΣΤΙΧ.494-499

 Στην ΡΑΨ. Η  προσφέρεται να μονομαχήσει με τον Εκτορα. ΣΤΙΧ.168

Στην ΡΑΨ Θ, όταν ό Αγαμέμνων θέλει να εμψυχώσει τούς Αχαιούς, πηγαίνει στο πλοίο τού Οδυσσέως πού τον άκουγαν όλοι επειδή ήταν στη μέση.
Στην ΡΑΨ. Ι πηγαίνει στον Αχιλλέα μαζί με τον Φοίνικα και τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και τους κήρυκες Οδίο και τον Ευρυβάτη για να τον  πείσουν  να επανέλθει στην μάχη, Αχιλλέα με τις προσφορές του Αγαμέμνονα .

Είναι ικανότατος στο λόγο και την πειθώ και αυτή του η ικανότητα είναι απολύτως απαραίτητη για να μεταπείσει έναν θυμωμένο και πληγωμένο στην υπερηφάνειά του ήρωα, όπως είναι ο Αχιλλέας.

 Ο Λόγος Οδυσσέα   εδώ είναι καταπληκτικός, με πειθώ, διπλωματία προσπαθεί να ξυπνήσει όλα τα συναισθήματα στον Αχιλλέα, υπενθυμίζοντας του  τα λόγια του Πηλέα , όταν ο Αχιλλέας εγκαταλείπει τη Φθία, τονίζει τη σημασία της αυτοσυγκράτησης σε συνδυασμό με τη νηφαλιότητα. ΣΤΙΧ 225- 306).

 Ο Οδυσσέας και σε κατασκοπευτική αποστολή .MY NAME IS ODYSSEY, ODYSSEY LAERTIADIS

Κατά την  Βραδυνή Συνεδρίαση των Αχαιών , στη ΡΑΨ Κ της Ιλιάδος όπου αποφασίστηκε να στείλουν κατάσκοπους στο Τρωικό στρατόπεδο, εθελοντές είναι ο Διομήδης ο οποίος διάλεξε  τον  Οδυσσέα να πάει μαζί του  ., απευθύνοντας του   τα εξής λόγια.

« Αν με κελεύετε τον εταίρο μου να διαλέξω, πως θα λάθευα εγώ για τον θεικό Οδυσσεά, του οποίου πρόφρων η καρδιά και η ψυχή ανδρεία σε όλους τους πόνους, τον αγαπά η παλλάς Αθηνά.

Τούτος αν με ακολουθούσε και από τις φλόγες του πυρός οι δυό μας πίσω θα γυρίζαμε, επειδή πολλά γνωρίζει και νοεί.»

Σε αυτόν προσείπεν ο πολύπαθος θεικός Οδυσσεύς. « Τυδείδη , μήτε εμέ πολύ να επαινής μήτε να ψέγης, γιατί αυτά είναι γνωστά στους Αργείους που αγορεύεις. Αλλά πάμε γιατι η νύκτα τελειώνει, εγγύς η αυγή, τα άστρα έχουν προσωρήσει, παρωχημένη πλέον η νύκτα κατά δύο μοίρε, η Τρίτη δε μοίρα υπολείπεται.»
Ενώ ξεκινούν με τον Διομήδη, «ως δύο λέοντες μέσα στην μελανήν νύχτα»  άκουσαν την κλαγγή ενός   ερωδιού, που το έστειλε η Αθηνά για να δηλώσει την παρουσία της . Ο Οδυσσέας χάρηκε και προσευχήθηκε στην θεά.

« Ακουσέ με, τέκνο του Διός, του αιγιδοφόρου, συ πάντα σε όλους τους κόπους μου παρίστασαι, και δεν με λησμονείς όταν κινούμαι. Τώρα πάλι παρά πολύ να μου σταθεί, Αθηνά και δώσε πίσω στις ευκλεείς νήες ν΄αφιχθώ, αφού θα έχουμε πράξει μέγα έργο, των Τρώων  μέλημα.»  ΣΤΙΧ.230-254

 Ο  Μηριόνης , γυιός του Μόλου δίνει το δερμάτινο κράνος με τα δόντια αγριόχοιρου, στον Οδυσσέα. Ο  Αυτόλυκος παππούς του,  το  είχε πάρει κάποτε από το σπίτι του πατέρα του Φοίνικα, Αμύντορος.  ΣΤΙΧ. 260-271
Και ο Εκτωρ στέλνει κατάσκοπο, τον Δόλωνα, στα πλοία των Αχαιών  Ο Διομήδης και ο Οδυσσέας  τον συλλαμβάνουν  και μαθαίνουν από αυτόν πως ο Θράκας βασιλιάς Ρήσος, ήρθε να βοηθήσει του Τρώες Μπήκαν κρυφά στο εχθρικό στρατόπεδο κι αφού σκότωσαν το Ρήσο το βασιλιά της Θράκης του έκλεψαν τα περίφημα άλογά του.
 Από αυτόν πήραν τους   μεγίστους ιππους, λευκότεροι και από το χιόνι, που τρέχουν με τους ανέμους όμοιοι .
Και είπε ο Νέστωρ μόλις τους είδε να επανέρχονται μαζί τους στο στρατόπεδο των Αχαιών, στιχ. 544.

 « Για πές μου πολυέπαινε Οδυσσέα, μέγα κύδος των Αχαιών, πως τούτους τους ίππους λάβατε καταδυθέντες στον όμιλο των τρώων, ή κάποιος σε σας πόρισε θεός προβάλλοντας εμπρός σας. Τρομερά με τις ακτίνες μοιάζουν του Ηλιου. Ουδέποτε τέτοιους ίππους είδα ούτε αντίκρυσα ποτέ. Κάποιος θεός σας τους πόρισε, γιατί αμφότερους σας αγαπά και ο νεφεληγερέτης Ζεύς και η κόρη  του η γλαυκώπις Αθηνά»

 Στην ΡΑΨ. Λ,
Ο Εκτορας που με την βοήθεια του Διός σκότωσε πολλούς από τους ηγεμόνες των Δαναών και τις κάρες των λαών δάμαζε , και αφού τραυματίζεται ο Αγαμέμνων, ο Οδυσσέας καλεί τον  Τυδείδη για να προστατεύσουν τις νήες και του λέγει « Τυλείδη τι πάθαμε και λησμονήσαμε την θούριαν αλκή μας. Ελα εδώ φίλε κοντά μου …»
Ορμά ο Εκτορας εναντίον τους και προσπαθούν να τον αποκρούσουν και ο Διομήδης   ρίχνει μακροίσκιωτον έγχος που χτυπά στην περικεφαλαία που του είχε πορίσει ο Φοίβος Απόλλων  και εμποδίζει τον Εκτορα από τον θάνατο. Ο Πάρις όμως τραυματίζει στο πόδι τον Διομήδη, και ο ένδοξος στο δόρυ  Οδυσσεύς εγγύς τούτου ελθών τον πηγαίνει προς τις νήες.  Απεμονώθη όμως γιατί ουδέ κάποιος σ΄αυτόν Αργείος παρέμεινε, επειδή φόβος κατέλαβε πάντας και αγανακτισμένος τότε είπε προς τη μεγάλη του καρδιάν.
«Ωχ, εγώ τι θα πάθω. Μέγα κακόν αν φύγω από τρόμο  μπροστά στο πλήθος αλλά και πιο φοβερά αν σκοτωθώ μόνος, τους άλλους Δαναούς φευγάτισεν ο Κρονίων. Αλλά γιατί αυτά τα διαλογίζεται η ψυχή μου; Γιατί γνωρίζω ότι οι δειλοί απέχουν του πολέμου, όποιος όμως αριστεύει στην μάχην αυτός πιο πολύ χρέος να στέκεται κρατερά είτε βληθή είτε και βάλη άλλον.» και ενώ αυτά σκεφτόταν κατά φρένα και κατά θυμόν οι στιχημένοι Τρώες ήρθαν με τις Ασπίδες και τον έκλεισαν στην μέση.

Όπως όταν σε κάπρο γύρω κύνες και θαλεροί νέοι σπεύδουν, και αυτός βγαίνη από βαθύ δάσος, και εκείνοι γύρω του ορμούν, γύρω από τον Οδυσσέα, τον αγαπητό του Διός έσπευδαν .

Εκείνος τον άμωμο Δηιοπίτη έπληξε στον ώμο, σκότωσε τον Θόωνα και έννομο, τον Χερσιδάμαντα και τον Ιππασίδη Χάροπα. Ετρεξε ο Σώκος και στάθηκε εγγύς του και του είπεν « Οδυσσέα πολυδοξασμένε, στους δόλους αχόρταγε και στις καταπονήσεις, σήμερον ή θα καυχηθής για τους Ιππασίδες, τέτοιους άνδρες έχοντας σκοτώσει και τα όπλα τους παίρνοντας, ή από το δόρυ μου χτυπηθείς την ζωή σου θ΄απολέσης.» Ετσι είπε και έπληξε την ισόκυκλην ασπίδα και το δυνατόν έγχος του τρύπησε τον θώρακα και έγδαρε το δέρμα , αλλά δεν άφησε η Αθηνα στα σπλάχνα να φθάση του ανδρός. Ετσι δεν είχε έρθει το καίριο τέλος του Οδυσσέα, ο οποίος με το δόρυ του ρίχνει καταμεσής τελικά τον Σώκο.

 Φώναξε τρίς τους εταίρους του και άκουσαν αυτόν ο Μενέλαος που μαζί με τον Αίαντα τρέχουν να τον  βοηθήσουν « Γιατί φοβάμαι μη πάθη τίποτα από τους Τρώες απομονωθείς ας είναι και γενναίος, και ποθητός στους Δαναούς (σαν λείψη) γίνει.¨ ΣΤΙΧ.260-471

 Στην ΡΑΨ.Ξ Ο Αγαμέμνων προτείνει για 3η να φύγουν και όταν  συνάντησε τον Νέστορα φωνάζοντας προσείπεν « …Δέος με πιάνει μη και τελέση το έπος του ο δυνατός Εκτωρ, ως κάποτε επαπείλησε στους Τρώες αγορεύων να μη γυρίση πριν με πύρ τις νήες εμπρήση, αποκτείνη δε όλους εμάς……..ούτε το τείχος χρησίμευσε που φτιάσαμε ούτε η τάφρος που τόσα έπαθαν οι Δαναοί και ήλπιζαν ότι άρρηκτο και ασφάλεια νηών και ημών αυτών……..Εμπρός λοιπόν τις νήες να έλκωμε και στα ανοικτά με τις άγκυρες ας μεθορμίσουμε…..γιατί ντροπή δεν είναι ν΄αποφύγη κανείς το κακό παρά να αφανισθή.»

Αυτόν υπόδρα ιδών προσείπε ο συνετός Οδυσσέας, αντιδρώντας« Ατρείδη, Ποίον σε έπος φύγεν έρκος οδόντων…,,»

« Ατρείδη, ποιο έπος σου έφυγεν έρκος οδόντων, ολέθριες, ώφειλες άλλου άτιμου στρατού να ήσουν κυβερνήτης και ούτε σε μας ν΄ανάσσης…… Ετσι λοιπόν θέλεις των Τρώων την πόλι νε τις ευρείες αγυιές να εγκαταλείψης, ένεκα της οποίας βασανιζόμαστε με κακά πολλά.  Σίγα, μήπως και κάποιος άλλος των Αχαιών τούτον ακούση τον μύθο, που καθόλου από στόμα ανδρός δεν θα έβγαινε που μυαλωμένα θα ήξερε να μιλά και θα είχε σκήπτρο…..

Η δική σου βουλή θα μας καταστρέψει , αργηγέ λαών.» ΣΤΙΧ.40-102

 Στην ΡΑΨ. Τ  βλέπουμε ένα Οδυσσέα αφενός στοργικό απέναντι στον Αχιλλέα που του προτείνει να φάη πρώτα πριν κατέβη στην μάχη , αφετέρου φαίνεται να είναι πολύ ικανοποιημένος  με τον Αγαμέμνωνα που επιτέλους κατάλαβε την αλαζονεία του και παρόλο που τον σεβόταν δεν ήταν καθόλου υποτελής και δουλικός μαζί του. Βλέπουμε ένα δίκαιο, συνεργάσιμο άνθρωπο χωρίς καθόλου έπαρση και εμμονή με το εγώ του.  Ο Οδυσσέας  μετά τον λόγο του Αγαμέμνωνα  και τις εξηγήσεις που δόθηκαν ανάμεσα σε αυτόν και τον Αχιλλέα ,μιλά στον άνακτα των λαών να είναι πλέον δικαιότερος  στους άλλους και ότι δεν είναι  απρεπές για έναν βασιλιά να αναγνωρίζη το λάθος του και να καταπραύνη αυτόν που αδίκησε . Ζήτησε να φέρει ευθύς αμέσως στην σκηνή τα δώρα για να ικανοποιηθή και ο Αχιλλέας και τον συμβούλεψε να μην πάη νηστικός στην μάχη  « Αχιλλέα, του Πηλέως γιέ, ο πιο ανδρειωμένος των Αχαιών, καλλίτερος και γενναιότερος από μένα όχι λίγο στο έγχος, όμως εγώ από σένα στην νόηση θα πρόβαλα γιατί πρότερος από σε γεννήθηκα και πλείονα γνωρίζω…..»ΣΤΙΧ.154-250
ΡΑΨ.Ψ  Στην αλγεινήν πάλη, στους αγώνες που έγιναν προς τιμήν του Πατρόκλου. ο Αχιλλέας δ΄αίψα, άλλα τρίτα κατέθεσεν έπαθλα, δείχνοντάς στους Δαναούς και στον νικητή μέγα τρίποδα που μπαίνει στη πυρά. «Ας σηκωθούν αυτοί που θα δοκιμαστούν σε τούτο τον αγώνα» είπε και ωρθώθηκε ο Τελαμώνιος Αίας και ο πολύ συνετός Οδυσσεύς, τεχνάσματα γεμάτος, κι αφού ζώστηκαν οι δυό τους έβησαν στο μέσον του κύκλου,αλληλοαγκαλιάσθηκαν με τα στιβαρά τους χέρια , όπως τα λοξά ξύλα στέγης, που ξακουστός άρμοσε τέκνων σε δώμα υψηλό, την βία των ανέμων ν΄αποφύγη. Και ενώ άφθονος ιδρώτας κατέρρεεν και πυκνές  σμώδιγγες (μελανιές) στα πλευρά τους και τους ώμους, ούτε ο Οδυσσεύς δύνατο να τον κλονίση ούτε να τον ξαπλώση, ούτε ο Αίας δύνατο , γιατί κρατερήν ισχύν είχεν ο Οδυσσεύς, που όμως τον δόλον δεν ξεχνούσε και όπως πήγε να τον σηκώση τον κτύπησε στο γόνατο και του έλυσε τα μέλη.  Η νίκη τελικά ανήκε και στους δύο και έπαθλα ίσα πήραν. ΣΤΙΧ.700-735
Στην συνέχεια , στον αγώνα του Δρόμου ταχύτητος, όπου διαγωνίσθηκαν του Οιλέως ο ταχύς Αίας, ο γιός του Νέστορος ο Αντίλοχος και ο Οδυσσέας που ήταν τελικά  ο  νικητής .Το έπαθλο ήταν ένας  όμορφος κρατήρας που έφτιαξαν οι Σιδώνιοι. Στην αρχή ξεχώρισε ο Οιλιάδης, και στο κατόπιν έτρεχεν   ο θεικός Οδυσσέας, πολύ κοντά, όσο καλλίζωνης γυναίκας από το στήθος είναι η βέργα , που με τα χέρια της καλοτεντώνει το υφάδι τραβώντας από το στημόνι, και κοντά την κρατεί στο στήθος. Τόσον ο Οδυσσεύς έτρεχεν εγγύς, και όπισθεν στα ίχνη του πατούσε πριν απλωθεί η σκόνη γύρω, και παρακαλούσαν οι Αχαιοί προς την νίκη καθώς φερόταν και να σπεύδη πολύ τον παρακαλούσαν. Και αυτός μέσα στον νού του προσευχήθηκε στην Θεά Αθηνά « Ακουσέ με θεά, αγαθή ελθέ μου επίκουρος στα πόδια» Τον άκουσε η Παλλάς Αθηνά και τα μέλη του έκανε ελαφά, τα πόδια και τα χέρια, και ο Αίας πάνω που θα πηδούσαν στο έπαθλο ωλίσθησε, γιατί τον έβλαψε η Αθηνά και έπεσε πάνω σε κόπρο μυκωμένων βοδιών. « Ω πόποι, μου μπέρδεψε η θεά τα πόδια, αυτή που πάντα σαν μητέρα στον Οδυσσέα παρίσταται και είναι αρωγός του.» είπε πικραμένος και οι Αχαιοί γέλασαν με την καρδιά τους. ΣΤΙΧ.740-784

Ο  Αντίλοχος πήρε το τελευταίο έπαθλο και μειδιών είπε στους Αργείους. « Αν και το ξέρετε, θα το πώ φίλοι, πως ακόμη και τώρα οι αθάνατοι τιμούν τους παλαιότερους ανθρώπους. Γιατί ο Αίας από εμένα ολίγον προγενέστερος είναι, αυτός  (ο Οδυσσέας) όμως εκ προτέας γενεάς και προτέρων ανθρώπων  Ωμογέρων (ακμαίος γέροντας) λώς ότι είναι. Δύσκολο στα πόδια του να παραβγούν οι Αχαιοί , εκτός του Αχιλλέως.»  *** Ωμογέρων =ο άγουρος γέροντας. Από αυτή την λέξη συνάγεται ότι ο Οδυσσέας στο τέλος του Τρωικού πολέμου πρέπει να ήταν στην ηλικία 40  και κάτι  ετών οπότε επέστρεψε στην Ιθάκη στην ηλικία περίπου 50 χρονών. ΣΤΙΧ.785-792
 
ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΤΟ FONTAINEBLEAU ,PARIS   Petitot  1819

 
 
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΗΝ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΙΑΝΤΑ ΤΟΝ ΤΕΛΑΜΩΝΙΟ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΗΡΥΚΕΣ ΤΟΥ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝΑ