Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΟΜΗΡΙΚΟ ΠΛΟΙΟ




Γεράσιμος Στέρης (1898-1987) “Ομηρικό ακρογιάλι”


Ι Λ Ι Α Δ Α

Ιλιάδα του Ομήρου αποτελεί, ένα αριστούργημα της αρχαιοελληνικής ποίησης, που αποτελείται από 15.703  δακτυλικούς εξάμετρους στίχους, όπου οι μύθοι συμπλέκονται με τους ανθρώπους, οι οποίοι με τη σειρά τους, ως φορείς άλλων μύθων, νοηματοδοτούν εκ νέου τα σύμβολα και ανανεώνουν τις ερμηνείες.

Υπόθεση όπως δηλώνεται από την πρώτη λέξη του Επους είναι η Μήνις του Αχιλλέα για τον Αγαμέμνονα, τον αρχιστράτηγο των Ελλήνων και ο πόλεμος αυτός είναι αδιάσπαστα δεμένος με την αυτή την οργή του. Αιτία αυτού του πολέμου η αρπαγή της Ωραίας Ελένης.

Ανάμεσα σε όλους τους ήρωες του εκτός φυσικά τού ασυναγώνιστου Αχιλλέα επτά είναι οι άριστοι και  οι υπέροχοι :   Βόδι θυσίασε στον υπερδύναμο Κρονίωνα  ο Αγαμέμνων και καλούσε τους μεγάλους των   Παναχαιών , πρωτίστως τον Νέστορα, τον άνακτα Ιδομενέα, έπειτα τους δύο Αίαντες, έκτον έπειτα τον Οδυσσέα όμοιο στην σκέψη με τον Δία και αυθόρμητος ήρθε ο βροντόφωνος Μενέλαος  ΡΑΨ. Β   ΣΤΙΧ.402-410

ΟΜΗΡΙΚΑ ΠΡΟΣΩΝΥΜΙΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ

ΖΕΥΣ  Ζευς υψιβρόντης, Κρονίων, τερπικέραυνος, νεφεληγερέτης, Αιγιδοφόρος, αστραπηβόλος, Ολύμπιος, μελανοσύννεφος,Μέγα Μητίετα, βαθυγνωμος, Κρονίδης υπεριεχυρος, Κύδιστος=δοξασμένος, Μέγιστος, Ευρύοπας, Ερίγδουπος
ΗΡΑ Θεά Λευκοχέρα , Βοώπις, σεβάσμια, χρυσόθρονη, Αργεία, Δολοφρονέουσα, Αδάμαστη
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ Αργυρότοξε , μακροσαιτευτή, Εκηβόλος, Χρυσόσπαθος

ΠΟΣΕΙΔΩΝΑΣ Κραταιός Γαιοσείστης, ο έχων στα χέρια τρίαινα, Ενοσίχθων, γαιηόχος, εννοσιγαίος, κυανοχαίτης, Κοσμοσείστης, μεγαλόσθενος
ΛΗΤΩ Καλλίκομος Λητώ, Ζάθεη

ΘΕΤΙΣ Αργυροπόδη
ΑΘΗΝΑ Γλαυκώπις , Ατρυτώνη, Αδάμαστη, Παλλάς, λαφυροδότρα, αλαλκομενίτισσα,  Κύδιστη,του Διός η θυγατέρα , τριτογένεια, λαφυροαγωγός

ΑΡΗΣ Θούριος, Βροτόλοιγος=ανθρωποβόρος, Αλεγεινός=αλγεινός στους δύστυχους βροτούς, Ασπιδοθραύστης
ΑΡΤΕΜΙΣ Τοξοχαρής, Αγροτέρα,Καλλιστέφανη, Κελαδεινή

ΙΡΙΣ Ποδήνεμος ώκεα Ιρις=ανεμοπόδαρη, γρήγορη, χρυσόπτερη, Θυελλόπους
ΑΦΡΟΔΙΤΗ φιλομείδης, οξύνοοη, Κύπρις

ΕΡΜΗΣ, Ψυχοπομπός, Αργοφονιάς
 ΠΑΡΟΙΜΙΩΔΕΙΣ ΦΡΑΣΕΙΣ,  ΕΞΟΧΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ, ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΜΗΡΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ  ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΛΙΑΔΑ

«Αιδώς Αργείοι!»: Ντροπή σας Αργείοι!
Για πρώτη φορά το είπε η Ήρα (Ε 787), μετά το επανέλαβε ο Αγαμέμνονας (Θ 228) και στη συνέχεια ο Δίας (Ν 95). Και οι τρεις το είπαν στους Έλληνες για να τους δώσουν θάρρος να πολεμήσουν τους Τρώες. 
«Άχθος αρούρης»: Βάρος της γης (Σ 104).Το είπε ο Αχιλλέας στη μητέρα του Θέτιδα, όταν ήταν πολύ στεναχωρημένος για το θάνατο του αγαπημένου του φίλου Πάτροκλου.
Επί ξυρού ακμής=στην κόψη του ξυραφιού Το είπε ο Νέστορας στο Διομήδη για να του δείξει πόσο επικίνδυνα ήταν τα πράγματα. Η φράση χρησιμοποιείται μεταφορικά για να δείξει πόσο κρίσιμη είναι μια κατάσταση.
«Μένεα πνέω»: Φράση που επαναλαμβάνεται πολλές φορές στην Ιλιάδα και δείχνει την υπερβολική οργή.
Εν δ΄’επες΄Ώκεανώ λαμπρόν φάος ηελίοιο, έλκον νύκτα μέλαιναν επί ζείδωρον άρουραν.Τρωσίν μεν ρ΄αέκουσιν έδυ φάος, αυτάρ Αχαιοίς ασπασίη τρίλλιστος επήλυθε νήξ ερεβεννή.  Κί ΄πεσε στον Ωκεανό το λαμπρό φώς του ήλιου έλκοντας την μελανή νύκτα πάνω στην ζείδωρη γή. Για τους Τρώες που δεν ήθελαν έδυσε το φώς, όμως για τους Αχαιούς τρείς φορές ευχάριστη επήλθεν η ερεβώδης νύκτα.

 Καλοφυείς κνήμες,αγλαά λύτρα, Μύθον κρατερόν ,Περιδεής, Καλλίκομος
Πολυφλοίσβητος θάλασσα, Κλάγγηξαν τα βέλη
Εσθλόν έπος είπε, Εχθιστός μου είσαι, Ουρανόθεος

Νήες ταχυπόρες, στα πρυμνήσια της νηός, καμπυλοκόρωνες νήες, πολύκωπες νήες, ωκεανοπόρες, καλοκάστρωτη μελανή νήα, ποντοπόρες
Περικαλλής φόρμιγγα του Απόλλωνα

Επίβουλο όνειρο, αμβρόσιος ύπνος του είχε περιχυθεί
Νηδυμόλυπνος Νήδυμος=γλυκός ύπνος

Ευρείες αγυιές, Χιτώνα ανήγατο
Οξύφθογγους κήρυκες, Ζήνι φοως ερέουσα

Αναλκις=χωρίς αλκή
Ιπόδρα ιδών=στραφοκοιτάζοντας

Ακριτόμυθε Θερσίτη=φλύαρε, αυτός που λέει ασυναρτησίες
Επη ονειδιστικά, Αφραίνοντα κιχησομαι

 Ιθακήσιος κήρυξ ο Ευρυβάτης
Δουλιχοδείρων=μακρυλαίμης

Αγγελίη αλεγεινή=αγγελία αλγεινή, Φίλον ήτορ=το φιλοκάρδι
Αστερέοντα Ουρανό, Ανεμώδες ϊλιον, αξιέραστον

 Εκπαγλα, Αλκιμον έγχος
Ακρόκομος=αυτός που έχει τα μαλλιά του σε κοτσίδα

Αστέρα Οπωρινός=Αστέρι Φθινοπωρινό
Αχλύν=ομίχλη, Εύχος=καυχησιά

Ομφαλόεσσα ασπιδα, Ζάθεος = ο πολύ θεικός
Αμύμων, άμωμος= ο χωρίς μομφή
Ερέφω, στεγάζω ,

Κρατερός, ισχυρός, ανήρωρ= άνανδρος, δειλός
Ανήνυστος= ατελείωτος, χωρίς αποτέλεσμα
Βουληφόρος, ο φέρων γνώμη
Διάνδιχα,= ο έχων δύο γνώμες
Ουτιδανός= τιποτένιος
Επεί πόσιος και εδητύος εξ΄έρον έντο= αφού ήπιαν και έφαγαν καλά
Εκάεργος= ο από μακρυά ενεργών
Ευρύοπας=ο επιβλέπων σε μεγάλη έκταση
Νημερτής= αλάνθαστος, αναμάρτητος
Βοώπις=η  έχουσα το βλέμμα σταθερό, ήρεμο , ατάραχο
Πότνια=Κυρία
Ετήτυμος, έτυμος=αληθινός,γνήσιος,σωστός, προέρχεται και η λέξη ετυμογορία
Εμπης= Εν πάσι
Νήδυμος=γλυκός
Ευρυάγυια=πλατύδρομος
Ιλαδον=σωρηδόν
Ατρυτώνη=η αδάμαστη, η ακάματη
Αγανός= γλυκύς
Ακριτόμυθος=ο ομιλών ανοήτως, ο φλυαρών
Πρηνηδόν=μπρουμυτα
Αιζηός=ο δυνατός άνδρας που βράζει το αίμα του
Πυξ λαξ= με πυγμή, γροθιές και με κλωτσιές
Φηγός=η βαλανιδιά, το πρώτο δένδρο που έθρεψε τον άνθρωπο
Ερινεός=Η συκιά
Ααπτοι χείρες= Ακαταμάχητα, ισχυρά χέρια Ααπτος= ακαταμάχητος, απροσπέλαστος
Λυγρός όλεθρος=Θλιβερός όλεθρος
Εμπεδος ψυχή=σταθερή ψυχή
Αχθος Αρούρης.=Βάρος της γής.
Χθονί πουλυβοτείρη=πολυτρόφα γή
Πάμπαν= ολότελα
Απήμονες και ανόλεθροι=αβλαβείς και ανόλεθροι

Νήες ταχυπόρες, στα πρυμνήσια της νηός, καμπυλοκόρωνες νήες, πολύκωπες νήες, ωκεανοπόρες, καλοκάστρωτη μελανή νήα, ποντοπόρες
Ιλιάδα, Α 157
«Επεί η μάλα πολλά μεταξύ ούρεά τε σκιόεντα θάλασσά τε ηχήεσσα».
Γιατί πολλά στη μέση μας χωρίζουν και κορφοβούνια απλόσκιωτα και θάλασσα αφρισμένη

Ιλιάδα, Α 218
«Ος κε θεοίς επιπείθηται, μάλα τ’ έκλυον αυτού».
Αν ακούς (τα κελεύσματα) των θεών και αυτοί περισσότερο σε ακούν.

Ιλιάδα, Β 204

«Ουκ αγαθόν πολυκοιρανίη. Εις κοίρανος έστω, εις βασιλεύς».

Δεν είναι καλό πράγμα η πολυαρχία. Ένας ας είναι ο αρχηγός, ένας βασιλιάς.

Ιλιάδα, Δ 442-444
«…Έρις άμοτον μεμαυία…η τ’ ολίγη μεν πρώτα κορύσσεται, αυτάρ έπειτα ουρανώ εστήριξε κάρη και επί χθονί βαίνει».
...Έριδα λυσσασμένη…που στην αρχή μικρή ξεσηκώνεται και γρήγορα μετά αγγίζει τον ουρανό με την κορυφή και τη γη με τα πόδια.
Ιλιάδα, Ζ 208«Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων,μηδέ γένος πατέρων αισχυνέμεν».
Πάντα να είσαι πρώτος και ανώτερος από τους άλλους και να μην ντροπιάζεις τη γενιά των προγόνων.

Ιλιάδα, Η 102
«Αλλ’ ούπως άμα πάντα θεοί δόσαν ανθρώποισιν».
Αλλά οι θεοί δεν τα έδωσαν όλα συγχρόνως στους ανθρώπους.

Ιλιάδα, Ι 413
«Ώλετο μεν μοι νόστος, ατάρ κλέος άφθιτον έσται».
Δεν υπάρχει για μένα επιστροφή, μα αιώνια θα είναι η δόξα.

 Ιλιάδα, Ι 63
«Αφρήτωρ αθέμιστος ανέστιός εστιν εκείνος,ος πολέμου έραται επιδημίου, οκρυόεντος».
Ακοινώνητος, άγριος και άπατρις είναι αυτός που τον εμφύλιο πόλεμο αγαπά.
Ιλιάδα, Μ 243
«Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης».
Ένας είναι ο καλύτερος οιωνός, ν’ αγωνιζόμαστε για την πατρίδα.

Ιλιάδα, Ρ 32
«Πριν τι κακόν παθέειν. Ρεχθέν δε τε νήπιος έγνω».
Πάντα ο φρόνιμος πριν πάθει λογαριάζει.

Ιλιάδα, Ρ 446-447
«Ου μεν γαρ τι που εστίν οϊζυρώτερον ανδρός πάντων, όσσα τε γαίαν έπι πνείει τε και έρπει».
Γιατί δεν υπάρχει πιο δυστυχισμένο πλάσμα από τον άνθρωπο, από όσα πάνω της αναπνέουν και περπατούν.

Ιλιάδα, Υ 250
«Οπποίον κ’ είπησθα έπος, τοίον κ’ επακούσαις».
Όποιο λόγο κι αν πεις τέτοιον και θα ακούσεις.

 Ιλιάδα, Ω 525-526
«Ως γαρ επεκλώσαντο θεοί δειλοίσι βροτοίσιν,ζώειν αχνυμένοις. Αυτοί δε τ’ ακηδέες εισίν».
Γιατί για τους δυστυχείς θνητούς αυτά έχουν οι θεοί κλωσμένα,να ζουν με λύπες. Μα καημός το τι είναι αυτοί δεν γνωρίζουν.

ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΕΙΣ

    1. Όπως όταν στον πολυήχητον αιγιαλό κύμα θαλάσσης ορθώνεται το ένα μεγαλύτερο του άλλου που ο Ζέφυρος υποκινεί στον πόντο πρώτα αυτό φουσκώνει, κι έπειτα στην χέρσο ρήγνυται και μεγαλοβροντά, και στις άκρες αμφίκυρτο κορυγούται κι αποπτύει της θαλάσσης την άχνην, έτσι η μία μεγαλύτερη από την άλλη των Δαναών κινούντο οι φάλαγγες, αδιάκοπα στον πόλεμο. ΡΑΨ.Δ ΣΙΧ421-428
    2. Όπως όταν σταβλισμένος ίππος, κριθάρι αφού χόρτασε στην φάτνη, τον δεσμό διέρρηξε και τρέχει στο πεδίο καλπάζοντας, μαθημένος να λούζεται στον καλλίρροο ποταμό, καμαρωτός, υψηλά την κάραν έχει και γύρω οι χαίτες στους ώμους ανεμίζουν κι αυτός στην αίγλη του πεπεισμένος, πεταχτά τα γόνατά του φέρει στα μέρη και τις νομές των ίππων, έτσι ο γιός του Πριάμου ο Πάρις από της Περγάμου την άκρη ως ήλιος έβη λάμποντας  μέσα στον οπλισμό του καγχάζων.ΡΑΨ.Ζ ΣΤΙΧ.506-514
    3. Ως όταν στον ουρανό τα΄άστρα από την φαεινή γύρω σελήνη φαίνονται μεγαλοπρεπή, όταν είναι νηνεμία στον αιθέρα και φαίνονται όλες οι κορυφές και οι προεξέχουσες άκρες και τα λαγκάδια κι από ουρανού ρωγμή φαίνεται άφατος αιθήρ, κι όλα φαίνονται τα΄άστρα και χαίρεται ο ποιμήν τόσα μεταξύ νηών και Ξάνθου ροών των Τρώων καθώς έκαιαν πυρά φαίνονταν μπροστά στο Ιλιο. Χίλια στο πεδίο πυρά καίγονταν και σε έκαστο κάθονταν πενήντα στο σέλας του καιόμενου πυρός.  ΡΑΨ.Θ ΣΤΙΧ.555-563
    4. Όπως όταν ωδύνουσα γυναίκα έχη βέλος οξύ, δριμύ, που το έχουν στείλει οι θεές του πόνου των τοκετών Ειλείθυιες, της Ηρας θυγατέρες που έχουν τις πικρές ωδίνες, έτσι οι οξείες οδύνες βασάνιζαν το μένος του Ατρείδου. ΡΑΨ.Λ ΣΤΙΧ. 269-272
    5. Ετσι προβοώντες στην μάχη παρώτρυναν τους Αχαιούς. Εκείνοι, όπως νιφάδες χιόνος πέφτουν πυκνές σε ημέρα χειμερινήν, όταν αποφασίζη ο συνετός Ζεύς να χιονίση, στους ανθρώπους δείχνοντας τα βέλη του, και αφού κοιμήση τους ανέμους χιονίζει ασταμάτητα, μέχρι να καλύψη υψηλών ορέων κορυφές και προέχουσες άκρες και ανθηρές πεδιάδες και ανδρών πλούσια έργα, και στην γκρίζα θάλασσα χύνεται και σε λιμένες και σε ακτές, και μόνο το κύμα καθώς κτυπά το αναχαιτίζει και τα άλλα πάντα υπερκαλύπτει, όταν βαρύς επέλθει του Διός χιονιάς, έτσι από κείνους αμφοτέρωθεν λιθοι έπεφταν πυκνοί άλλοι στους Τρώες και άλλοι από τους Τρώες στους Αχαιούς, καθώς εβάλλοντο και υπέρ το τείχος όλο δούπος σηκωνόταν. ΡΑΨ. Μ ΣΤΙΧ.277-289
    6. Εκείνοι, όπως μέγα κύμα της ευρύπορης θαλάσσης υπερβαίνοντας τα τειχώματα της νηός κατεβαίνει, όταν το επίγη η δύναμι του ανέμου, γιατί αυτή ψηλά τα κύματα σηκώνει, έτσι και οι Τρώες με μεγάλην ιαχήν από το τείχος κατέβαιναν….ΡΑΨ.Ο ΣΤΙΧ.381-389
    7. Ως ο Εύρος και ο Νότος ερίζουν μεταξύ τους σε όρους φαράγγι να αναταράξουν το βαθύ δασος, βαλανιδιά και μελιά και ψιλόφλουδη κρανιά, που αλληλοκτυπούν τους μακρόκορφους κλώνους με ήχο θεσπέσιο , με πάταγο καθώς σπάζουν, έτσι οι Τρώες και οι Αχαιοί επ΄ελλήλων πηδώντας έσφαζαν, κι ούτε κανένας έβαζε στο νού του την ολέθρια φυγή. ΡΑΨ. Π ΣΤΙΧ. 765-769   * ΕΥΡΟΣ= νοτιοανατολικός άνεμος , ένας από τους τέσσερις κυριώτερους  ανέμους ,κατά τον Ομηρο . Στους τρεις ανέμους του Ησιόδου, τον Ζέφυρο, τον Βορέα και τον Νότο, προσθέτει ο Όμηρος και τον Εύρο
    8. Ο Πηλείδης πήδησεν όσο του δόρατος η πεταξιά, του αετού την όψιν έχων του  μέλανος,του θηρευτήρος, που συνάμα κράτιστος και τάχιστος είναι των πετεινών. ΡΑΨ.Φ. ΣΤΙΧ. 251-253
    9. Όπως αστήρ με τα άστρα στης  νυκτός το μούχρωμα προβαίνει ο Εσπερος, που ο κάλλιστος στον ουρανόν ίσταται αστήρ, έτσι απέλαμπεν η κοφτερή αιχμή, που ο Αχιλλεύς έπαλλε με την δεξιά κακόφρων για τον θεικό Εκτορα. ΡΑΨ. Χ  ΣΤΙΧ.317-320
ΟΙΩΝΟΙ
ΡΑΨ. Θ  ΣΤΙΧ. 245-252. Στην επίκληση του Αγαμέμνωνα προς τον Δία να τους βοηθήση να ξεφύγουν , ο Ζεύς στέλνει έναν αετόν, το τελειότατον από τα πτηνά, νεβρόν έχοντα στα νύχια, τέκνον ελάφου ταχείας και στου Διός τον περικαλλή βωμό τον κατέβαλε, εκεί που στον πανφάντη Δία θυσιάζουν οι Αχαιοί. Μόλις το είδαν οι Αχαιοί κατάλαβαν το σημάδι του Δία και αναθάρρεψαν. Η Αθηνά έστειλε ένα ερωδιό ΡΑΨ. Κ στιχ. 275, όταν ο Οδυσσέας και Τυλείδης  Διομήδης πήγαν να κατασκοπεύσουν το στρατόπεδο των Τρώων.

Όταν ένας αετός πετά ψηλά, του Διός  σημάδι του αιγιδοφόρου και κρατά στα χέρια του ένα πληγωμένο φίδι( ΡΑΨ. Μ), ΣΤΧ. 200- 210 , τραυματίζεται από αυτό και αναγκάζεται να το αφήσει να πέσει ανάμεσα στους Τρώες. Ο Πολυδάμας πιστεύει ότι είναι κακός οιωνός αφού ο οιωνός ήταν αριστερά του λαού  και συμβουλεύει τους Τρώες να υποχωρήσουν. 

Μάλιστα ο Εκτωρ μας πληροφορεί ότι οι Οιωνοί από τα δεξιά πηγαίνουν  προς την Αυγή και τον Ηλιο ενώ από τα αριστερά προς ζόφο σκοτεινό

 Στην ΡΑΨ. Ν. ΣΤΙΧ.821, Ενώ ο Εκτωρ ο Πριαμίδης ενώ προχωρούσε προς τις νήες των Αχαιών βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Αίαντα, ο οποίος του είπε ότι  οι Τρώες έφθασαν μέχρι εδώ από την κακή μάστιγα του Διός, όμως οι Αχαιοί έχουν χέρια και ψυχή και θα αμυνθούν και την καλοκατοικημένη πόλη  τους  θα  αλώσουν και εκπορθήσουν.  Ως του είπε αυτά πέταξε από δεξιά αετός υψιπετής και ιάχησεν ο λαός των Αχαιών αναθαρρώντας από τον Οιωνό.
Στην ΡΑΨ. Ω Ο Πρίαμος ζητά από τον Δία έναν οιωνό για να προχωρήση προς το στρατόπεδο των Αχαιών να ζητήση τον νεκρό γιό του. « Ζεύ πάτερ , που από την  Ιδη κυβερνάς, ενδοξάτατε μέγιστε, δώσε ο Αχιλλεύς να μου είναι φιλικός όταν έλθω και ελεήμων, και πέμψε οιωνό, ταχύν άγγελο , που σε σένα τον ίδιο φίλτατος των οιωνών , και κράτος του είναι μέγιστον, εκ δεξιών, να τον ιδώ κι εγώ με τους οφθαλμούς μου και σ΄αυτόν θαρρώντας να πάω στις νήες των Δαναών με τα ταχειά πωλάρια.» 

Τον άκουσεν ο Ζεύς και αμέσως αετόν έστειλε, το πιο αλάθευτο από τα πτηνά όμορφο θηρευτήρα, που τον αποκαλούν περκνόν.  Οσο ψηλώροφη είναι η θύρα θαλάμου ανδρός πλουσίου, με κλείθρα αρμοσμένη τόσα εκατέρωθεν του ήσαν τα φτερά και φάνηκε σ΄εκείνους από τα δεξιά πετώντας του άστεως. Και εκείνοι ιδόντες χάρηκαν, κι όλων στα στήθη η καρδιά ιάνθη. ΣΤΙΧ.308-321
 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου