Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

ΠΡΟΣ ΤΡΟΙΑΝ

  

                             


Δυνατός Κίσσαβος φυσάει και γεμίζει ωραιοζύνη ο τόπος
Θέση παίρνουν ο ένας του άλλου οι λόφοι αλλ' ο της θαλάσσης
Ο ισχυρός αξεγνέθιστο νεφελάκι αφήνει πάνω απ' της Μύρινας
        τα ύψη
Να μαθαίνουν οι περαστικοί ποιων η μοίρα σε χρυσό χαράζεται
Και ποιων σε ορείχαλκο. Επειδή τα δύο δύο δεν είναι
Είναι του πόσα το εν κι είναι το ποια του άλλου
Άπεφθο χιόνι ζητούν οι κορυφές και ρυάκι που
Έχασε το μονοπάτι ο Κένταυρος
Ζωήν ολόκληρη χωράει από νους του ο νους
                                        κι ένα ατίναχτο ακόμη αστροπελέκι
Να 'ναι που φύτεψε ο νοτιάς αλλού τις καταιγίδες του;
Ή που του σίτου του πλωτού πήραν το κύμα οι πεδιάδες;
Πεινάσανε για νήσο οι Θεσσαλοί βαρύθυμοι όπως πάντοτε. Κείθε
Κινήσανε κατά της Τροίας τα μέρη· και των ιππέων του νερού
        οι σκοποί ευοδώθηκαν
Έδωσαν αρραβώνα η πρώτη ελιά στη δεύτερη κι ανάψανε
        τα χτήματα σαν στην ανάσταση
Πράα πρανή κι ύστερα των υδάτων ύψη και πάλι
Παίδες των εκκλησιών λιθόκτιστοι που ακόμη συνεχίζουν το παιχνίδι
Σε μια γωνίτσα λησμονώντας κάποιο μονύδριο αθέατο
Βρέφος το σε βυζί βάζουν οι Γενοβέζες. Και με βαρύ
Κόκκινο πάνω σε ουρανί περιλαίμιο προχωρούν
Μ' άσπρα σαλβάρια οι ουλεμάδες
                                        Χρόνια που μοιάζουν ατελεύτητα
                                        Κι αν μόλις χθες γεννήθηκες
Τόσο πολύ διαρκεί ο δούλος όσο πιο σύντομος ο αφέντης του
Ωστόσο απ' έναν σ' άλλον κύλικα το αμβροσίοδμο ύδωρ ρέει
Κι από ένα φως μοναχικό στους ουρανούς καλογεράκι
Θόλος ανοίγεται πλατύς για να χωρέσει το πολύαστρόν της
Η άμπελος. Καλά το 'πανε λοιπόν της μιας φοράς οι μάντεις:
Μύρτον μετέωρον του πελάγους δεύτερον κι εσύ της Αμφιτρίτης
Τέταρτον μ' αδαμάντινα δόντια δαγκάσετε!
Στον αέρα πιάνεται με το πατρώνυμό του το λυθρίνι εάν όχι
Με τα λίγα γένια του ο βυθός
Γέρνουν όπως βάρκες από μια μπάντα
Με τις αυλές και τις ντουλάπες τους τα σπίτια και μια καταγωγική
        δύναμις
Απαλείφει αργά τ' αποτυπώματα της οσμής που αφήσανε
Στα προπατορικά ελαιοτριβεία των σκληρών της Γέρας χεριών
        δάχτυλα
Μιλώ για την αλήθεια που κατεβάζει της Μύρινας ο αέρας ως
Της Κρατήγου τα νερά. Κοσκινιστά δισύλλαβα που ή τα διαβάζεις ή
Που εκείνα φωναχτά σ' αποστηθίζουν
                                        Φιλη σεμε θαλασ σαπρο τουσε χασω
Ένα κλειδί γυρίζει κι απ' τις δύο μεριές ή που κλείνεσαι ο ίδιος
Ή που σ' όλους ανοίγεσαι. Μ' ανοιχτά παράθυρα πανιά
                                                                               Προς Τροίαν.
                         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου