Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Ομηρική Φιλοξενία



 Η μεγάλη αίθουσα του
ανακτόρου του Νέστορα
στην Πύλο με την εστία στο
κέντρο. (Αναπαράσταση από τον P. de Jong)
Οι λέξεις ξένος και φιλοξενία στην αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν για να δηλώσουν στενές ανθρώπινες σχέσεις γεμάτες από δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις. Ειδικότερα η λέξη ξένος, σημαίνει αυτός που προέρχεται από άλλη χώρα, ο επισκέπτης αλλά και ο φίλος. Οι ξένοι προστατεύονταν στην αρχαιότητα από τον Ξένιο Δία, την Αθηνά αλλά και από τους Διόσκουρους (Κάστορα και Πολυδεύκη). Η κακή αντιμετώπιση του ξένου θεωρείτο ύβρις. Η φιλοξενία ακολουθούσε μια ιεροτελεστία που παρεχόταν σε κάθε ξένο. Τα στάδια της φιλοξενίας στα ομηρικά έπη είναι : Σύμφωνα με το τυπικό της φιλοξενίας στην ομηρική κοινωνία, ο ξενιστής (εκείνος δηλαδή που φιλοξενεί έναν ξένο) υποχρεούται: 1. να τον υποδεχτεί εγκάρδια (με προσφώνηση και χειραψία) και να τον προσκαλέσει σε φιλοξενία• αν ο ξένος έχει δόρυ, άλογα, άρμα, να φροντίσει να ταχτοποιηθούν, 2. να του προσφέρει λουτρό (αφού τον λούσουν -συνήθως κάποιες δούλες-, τον αλείφουν με λάδι και τον ντύνουν με καθαρά ρούχα), 3. να τον φιλέψει (παραχωρώντας του κάθισμα σε θέση τιμητική, φέρνοντάς του νερό να πλυθεί, τραπέζι για να φάει, προσφέροντάς του εκλεκτή μερίδα φαγητού και πιοτό), (σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο ξενιστής οργανώνει προς τιμήν του ξένου επίσημη υποδοχή με γιορτή ή ακόμη και αγώνες), 4. να τον ρωτήσει ποιος είναι, από πού έρχεται και τι θέλει, μόνον αφού πρώτα τον φιλέψει, 5. αφού ακούσει το αίτημά του, να το ικανοποιήσει όσο μπορεί, 6. να προσφέρει στον ξένο διαμονή για όσες μέρες θέλει αυτός, 7. να τον αποχαιρετήσει με δώρα που επισφραγίζουν τη φιλία τους. Κάποιες σκηνές, όπως και κάποια επίθετα στα έπη του Ομήρου επαναλαμβάνονται. Αυτό αποτελεί τεχνική απομνημόνευσης. Ειδικότερα, από την προφορική επική παράδοση ο Όμηρος είχε κληρονομήσει ένα σύνολο στερεοτυπικού υλικού το οποίο προσάρμοζε ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε περίπτωσης. Η σκηνή της φιλοξενίας αποτελεί μέρος αυτού του υλικού, καθώς περιλαμβάνει συγκεκριμένα στάδια (επαναλαμβανόμενα μοτίβα), στην ίδια πάντα διάταξη και επανερχόμενες τυπικές λεπτομέρειες.ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

 Η ΟΜΗΡΙΚΗ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ: ΜΙΑ ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ
Οι πληροφορίες που μας δίνει ο Ομηρος για το θεσμό και την εθιμοτυπία της φιλοξενίας είναι πάρα πολλές. Διαβάζοντας κανείς τα σχετικά χωρία στην Οδύσσεια, εντυπωσιάζεται πραγματικά από μια ακατανόητη για την εποχή μας ιεροτελεστία, που είχε να κάνει με την υποδοχή και την περιποίηση του άγνωστου επισκέπτη, του μακρινού ταξιδιώτη, του ανώνυμου ξένου. Στα χρόνια του Ομήρου (8ος αιώνας π .χ.), η φιλοξενία ήταν θέλημα και επιταγή του θεού. Η παροχή φιλοξενίας ήταν ιερή υποχρέωση των ανθρώπων. Ο ξένος ήταν πρόσωπο πάντα σεβαστό κι οι άνθρωποι της εποχής εκείνης πίστευαν πως ο θεός τον οδήγησε ως την πόρτα τους.


Ας δούμε παρακάτω κάποιες χαρακτηριστικές σκηνές από την Οδύσσεια, όπου ο αθάνατος ποιητής, με απαράμιλλη χάρη, περιγράφει την εθιμοτυπία της φιλοξενίας, κάνοντας παράλληλα και έμμεσες αναφορές στην αξία και την ιερότητα του θεσμού. Τα αποσπάσματα που παραθέτουμε είναι σε μετάφραση του Ζήσιμου Σιδέρη.
Στην α ραψωδία, ο Τηλέμαχος βλέπει στην αυλή του έναν ξένο, που όμως δεν είναι άλλος από τη θεά Αθηνά, η οποία έχει πάρει τη μορφή ενός άγνωστου, του Μέντη. Και να πώς αντιδρά ο Τηλέμαχος (στίχοι 123-150):
"Στην πόρτα ολόισια τρέχει
γιατί του φάνηκε βαρύ να στέκει απ' ώρα ο ξένος.
Κοντά του πάει και στάθηκε και του 'πιασε το χέρι,
τον πήρε και το χάλκινο κοντάρι που κρατούσε,
κι έτσι με λόγια πεταχτά του μίλησε και του 'πε:
"Ω ξένε, καλώς όρισες. Το σπίτι μας δικό σου,
κι όταν δειπνήσεις έπειτα λες την ανάγκη πόχεις".
Είπε και κίνησε μπροστά και η Αθηνά ακολουθούσε.
Κι όταν αμέσως μπήκανε μες το ψηλό παλάτι,
σταίνει ο Τηλέμαχος κοντά στο στύλο το κοντάρι,
μες την ομορφοσκάλιατη κονταροθήκη, που 'χε
κι άλλα κοντάρια εκεί πολλά τουτολμηρού Δυσσέα,
κι οδήγησε την Αθηνά σ' ένα θρονί να κάτσει,
όμορφο, ψιλοδούλευτο - λινό σεντόνι κάτω
απλώνοντας - που 'χε σκαμνί για ν' ακουμπούν τα πόδια.
Κοντά της έβαλε σκαμνί κι ο ίδιος σκαλισμένο,
απ' τους μνηστήρες χωριστά να μην πλαντάξει ο ξένος
με τον πολύ τους θόρυβο και το φαΐ μπουχτήσει,
που τους χωριάτες έσμιξε, και να μπορέσει ακόμα
για τον ξενιτεμένο τον πατέρα να ρωτήσει.
Μια παράκορη με χρυσό πεντάμορφο λαγήνι
νερό τους χύνει να νιφτούν σε μια αργυρή λεκάνη,
κι εμπρός τους μακρύ, σκαλιστό τους έστρωσε τραπέζι.
Ψωμιά τους έφερε έπειτα και η σεβαστή οικονόμα
κι άλλα προσφάγια πληθερά, μετά χαράς ό,τι είχε.
Κι ο σιτιστής λογής ψητά, σηκώνοντας σε δίσκους,
τους έφερε κι ολόχρυσα τους έβαλε ποτήρια,
κι ο κεραστής νοιαζόντανε συχνά και τους κερνούσε".
Στη ραψωδία γ, ο Τηλέμαχος μαζί με τον Μέντορα (που στην πραγματικότητα είναι η Αθηνά μεταμορφωμένη) φτάνουν στο λιμάνι της μακρινής Πύλου, όπου ήταν μαζεμένοι οι Πυλιώτες κι ο βασιλιάς τους, ο Νέστορας. Οπως ήταν επόμενο, οι δυο ξένοι έτυχαν της αρμόζουσας υποδοχής (στίχοι 35-43):
"Κι ως είδαν ξένους, έτρεξαν κοντά τους μαζωμένοι
και τους καλωσορίζανε, τους έδειχναν να κάτσουν.
Κι απ' όλους ο Πεισίστρατος, ο γιος τον γέρου πρώτος
πήγε κοντά τους κι έπιασε το γέρο απ' το χέρι
και στο τραπέζι στη σειρά τους έβαλε να κάτσουν,
απάνω σ' απαλές προβιές, στης θάλασσας την άμμο,
κοντά με τον πατέρα του και με το Θρασυμήδη
τον αδερφό τον κι έκοψε δυο μερδικά απ' τα σπλάχνα
κι ευτύς κρασί τους κέρασε σ' ένα χρυσό ποτήρι".
Από την Πύλο ο Τηλέμαχος μαζί με το γιο του Νέστορα, τον Πεισίστρατο, ξεκίνησαν για να πάνε στη Σπάρτη, όπου βασίλευε ο Μενέλαος. Ας παρακολουθήσουμε τη σκηνή και τους διαλόγους από τη στιγμή που οι δύο ξένοι φτάνουν έξω από το παλάτι του Μενέλαου (ραψ. δ, στ. 21-63):
"Στα πρωτοπόρτια κι αυτοί με τ' άλογα τους,
ο μαχητής Τηλέμαχος κι ο γιος ο παινεμένος
του Νέστορα. Κι ο Ετεωνιάς, του ξακουστού Μενέλαου
ο μπιστεμένος παραγιός, τους είδε όπως περνούσε,
κι έτρεξε ευτύς την είδηση στο βασιλιά να δώσει,
κι έτσι δυο λόγια πεταχτά πήγε κοντά του κι είπε:
"Οξω δυο ξένοι φτάσανε, θεόθρεφτε Μενέλαε,
και λες πως είναι απ' τη γενιά του Δία του μεγάλου
Ορισε αν θα ξεζέψουνε τα γλήγορα άλογα τους
ή σ' άλλους θα τους στείλουμε να τους φιλοξενήσουν".
Τότε τ' απάντησε ο ξανθός Μενέλαος θυμωμένα:
"γιε τον βοηθού Ετεωνιά, χαμένα πριν δεν τα 'χες,
μα τώρα μου μωρολογάς σαν το μικρό παιδάκι.
Αλλοι κι εμάς μας φίλεψαν στα ξένα το ψωμί τους
κι ήρθαμε εδώ με το καλό, αν δεν μας δώσει ο Δίας
κι άλλες ακόμα συμφορές να ιδούμε τα στερνά μας.
Μον' τρέχα αμέσως τ' άλογα των ξένων να ξεζέψεις,
κι οδήγα αυτούς πρωτύτερα να κάτσουν στο τραπέζι".
Είπε κι εκείνος έτρεξε κι απ' το παλάτι βγήκε,
κράζοντας κι άλλους σερπετούς να παν μαζί του δούλους.
Και τα ιδρωμένα αλόγατα ξεζέψανε απ' τ'αμάξι
και στο παχνί τα δέσανε κι έβαλαν βίκο εμπρός τους
κι άσπρο τους ανακάτεψαν κριθάρι, και τ' αμάξι
τόγειραν πα στα γυαλιστά απόξω μπροστοτοίχια
κι εκείνους τους οδήγησαν μες το ψηλό παλάτι.
Σάστισαν όπως είδανε τον βασιλιά το σπίτι,
γιατί μια λάμψη χύνονταν σα φεγγαριού, σαν ήλιου
παντού, μες το ψηλόχτιστο παλάτι τον Μενέλαου.
Κι έπειτα αφού χορτάσανε τα μάτια τους να βλέπουν,
σε μαρμαρένιο μπήκανε λουτρό για να λουστούνε.
Κι οι σκλάβες σαν τους έλουσαν, τους έτριψαν με λάδι
και με σγουρές τους έντυσαν χλαμύδες και χιτώνες,
πήγαν να κάτσουν σε θρονιά κοντά στο γιο τ' Ατρέα.
Μια παρακόρη με χρυσό πεντάμορφο λαγήνι
νερό τους χύνει να νιφτούν σε μια αργυρή λεκάνη
και εμπρός του μακρού σκαλιστό τους έστρωσε τραπέζι.
Ψωμιά τους έφερε έπειτα κι η σεβαστή οικονόμα
κι άλλα προσφάγια πληθερά, μετά χαράς ότι είχε.
Κι ο σιτιστής λογής ψητά σε δίσκους κουβαλώντας
τους έφερε κι ολόχρυσα τους έβαλε ποτήρια.
Τότε τους καλωσόρισε κι έτσι ο Μενέλαος είπε:
"κοπιάστε, καλώς ήρθατε, και μια μπουκιά άμα φάτε
τότε θα σας ρωτήσουμε και ποιοι λεβέντες είστε"".
Στη ραψωδία η όταν ο πολυβασανισμένος Οδυσσέας βγήκε στο νησί των Φαιάκων, έφτασε ως ξένος στο αρχοντικό του βασιλιά Αλκίνοου κι αφού παρακάλεσε να τον βοηθήσουν, πήγε και χώθηκε στο τζάκι. Τότε επενέβη ο γεροντότερος από τους Φαίακες, απευθυνόμενος προς το βασιλιά (στίχοι 164-186):
""Δεν είναι Αλκίνο, αυτό σωστό, μήτε, να πεις, ταιριάζει,
χάμω στη στια να κάθεσαι στη στάχτη πάνω ο ξένος
και όλοι μουδιάζουν, λόγο σου ν'ακούσουν καρτερώντας.
Μον' έλα τώρα σήκωσε τον ξένο να καθίσει
σ' ένα αργυρόκαρφο θρονί κι οι κράχτες ας κεράσουν
πάλε κρασί, να στάξουμε στο βροντορίχτη Δία,
που προστατεύει η χάρη του τους ξένους, κι η οικονόμα
απ' ό,τι μέσα βρίσκεται φαΐ στον ξένο ας δώσει".
Τον λόγο αυτό σαν άκουσε ο λατρευτός Αλκίνος
πήρε απ' το χέρι το σοφό πολύτεχνο Δυσσέα,
σηκώνοντάς τον απ' τη στια, και σε θρονί πανώριο
τον κάθισε, σηκώνοντας το γιο του Λαοδάμα,
που δίπλα του καθόντανε κι αγαπημένος του ήταν.
Μια παρακόρη με χρυσό πεντάμορφο λαγήνι
νερό του χύνει να νιφτεί σε μια αργυρή λεκάνη,
κι εμπρός του μάκρου του 'στρωσε και σκαλιστό τραπέζι.
Κι η σεβαστή κελάρισα ψωμιά του κουβαλούσε
κι άλλα προσφάγια πληθερά μετά χαράς ό,τι είχε.
Κι έτρωγε κι έπινε ο θεϊκός πολύπαθος Δυσσέας.
Τότε τον κράχτη ο δυνατός Αλκίνος πρόσταξε έτσι
"Ποντόνα, κέρνα μας κρασί και μοίρασέ μας σ' όλους
με τη σειρά, να στάξουμε στο βροντορίχτη Δία
που πάντα τους καλόδεχτους τονς ξένους συνοδεύει"".
Στη ραψωδία θ, ο βασιλιάς Αλκίνος καλεί και τους άλλους εξέχοντες Φαίακες να φέρουν και να δώσουν δώρα στο φιλοξενούμενό του Οδυσσέα (405-411):
"".....Μα ελάτε να του δώσουμε φιλόξενό μας δώρο
καθώς ταιριάζει. Δώδεκα τη χώρα βασιλιάδες
πρωτάρχοντες την κυβερνούν κι εγώ δέκατος τρίτος
φέρτε ο καθένας σας σ' αυτόν χιτώνα και χλαμύδα
καλοπλυμένη και χρυσού πολύτιμο κομμάτι.
Ολα ας τα φέρουνε μαζί, στα χέρια θα τα πάρει
ξένος, και χαρούμενος να κάτσει στο τραπέζι..."".
Οταν ο Οδυσσέας έφτασε στην πατρίδα του, πήγε πρώτα να συναντήσει το γέρο χοιροβοσκό του, τον Εύμαιο. Ο Εύμαιος δεν τον γνώρισε, γιατί ο Οδυσσέας παρίστανε το ζητιάνο, με γερασμένο πρόσωπο και ντυμένος στα κουρέλια. Κι ο χοιροβοσκός τον καλοδέχτηκε, του έστρωσε να κάτσει και του έβαλε να φάει (ραψ. ξ, στ. 53-60):
"Και χάρηκε ο Δυσσέας
γιατί τον καλοδέχτηκε, και τούπε κράζοντας τον:
"Ο Δίας, ξένε, και οι λοιποί θεοί να σου τα δώσουν,
όσα ποθείς, που φιλικά με δέχτηκες και μένα".
Τότε, Εύμαιε χοιροβοσκέ, τ' απάντησες κι έτσι είπες,
"Δεν το'χω, γέρο, σε καλό τον ξένο ν' αψηφήσω,
χειρότερος σου κι αν ερθεί. Γιατοί σταλτοί απ' το Δία
είναι όλοι οι ξένοι και οι φτωχοί"".
Αλλες αναφορές στο θέμα της φιλοξενίας γίνονται στην Οδύσσεια στη ραψωδία ο (στ. 185-187), όταν ο Τηλέμαχος με τον Πεισίστρατο σταμάτησαν στις Φηρές (όπου η σημερινή Καλαμάτα) και τους φιλοξένησε εκεί κάποιος Διοκλής. Στην ίδια ραψωδία (στ. 546-550) βλέπουμε και τη φιλοξενία του Θεοκλύμενου από τον Ιθακιώτη Πείραιο, κατόπιν παράκλησης του Τηλέμαχου:
""...Πάρε τον ξένο σπίτι σου για τη δική μου χάρη
κι όσο που να 'ρθω τίμα τον και φιλοξένησε τον".
Κι ο ξακουστός κονταριστής ο Πείραιος έτσι του 'πε
"Οσον καιρό, Τηλέμαχε, θέλεις εδώ να μείνει,
εγώ θα τον φιλοξενώ και θα 'χει ό,τι θελήσει"".
Υπάρχει όμως στην Οδύσσεια και μια μελανή περίπτωση, μια αναφορά στο μυθολογικό παρελθόν, που θέλει τον ημίθεο Ηρακλή να σκοτώνει τον φιλοξενούμενό του Ιφιτο, για να του πάρει τα 12 περήφανα άλογά του. Αξίζει να προσέξουμε ότι ο ποιητής σε αυτούς τους στίχους (ραψ. φ, στ. 24-29) χαρακτηρίζει τον Ηρακλή άσεβο, που και τιμωρήθηκε για την ανόσια πράξη του.
"...σαν πήγε στο λιονταρόψυχο γιο του μεγάλου Δία,
τον Ηρακλή, αρχιμάστορα τρανών κατορθωμάτων,
που ο άσεβος, στο σπίτι του που τον φιλοξενούσε
τον σκότωσε, κι ούτε θεών φοβήθηκε το μάτι
και το ψωμί που του 'δωσε, μον' τη ζωή του πήρε
και κράτησε στο σπίτι του τις γλήγορες φοράδες".
Είναι πράγματι εκπληκτικές όλες αυτές οι πληροφορίες που μας δίνει ο Ομηρος για το θεσμό και την εθιμοτυπία της φιλοξενίας σε εκείνη την εποχή. Μεγάλη εντύπωση μας προκαλεί η ιερότητα του θεσμού. Ο ανώτερος των θεών, ο ξένιος Δίας, ήταν προστάτης των ξένων, όπως και η Αθηνά Ξενία. Η εθιμοτυπία ήταν κοινή και πατροπαράδοτη σε όλους τους τόπους, όπου κατοικούσαν Ελληνες κατά τα Γεωμετρικά χρόνια. Μόλις οι άνθρωποι έβλεπαν ξένο στη πόρτα τους, έτρεχαν να το καλωσορίσουν και τον καλούσαν μέσα στο σπίτι τους. Του έπιαναν το χέρι και τον οδηγούσαν στην κεντρική αίθουσα, όπου ήταν η εστία. Τον έβαζαν να κάτσει και κάθονταν κοντά του, για να του δείξουν το σεβασμό τους. Του έπλεναν τα κουρασμένα πόδια και τον άφηναν να ξεκουραστεί. Υστερα του πρόσφεραν φαγητό και κρασί.
Αφού είχε φάει και πιει, μετά τον ρωτούσαν από πού κρατάει, ποιο είναι το όνομα του, ποιος είναι ο σκοπός του ταξιδιού του και του ερχομού του εκεί.
Του έστρωναν να κοιμηθεί για βράδυ κι όταν ήταν καιρός να αναχωρήσει ο ξένος, τότε ο οικοδεσπότης του πρόσφερε και δώρα, τα λεγόμενα "ξένια". Από κεί και ύστερα υπήρχε ένας δεσμός ανάμεσά τους, που δεν ξεχνιόταν ποτέ και μάλιστα ίσχυε κληρονομικά και για τους απογόνους.
Στη ραψωδία Ε της Ιλιάδας, παρουσιάζει ο Ομηρος μια χαρακτηριστική περίπτωση, όπου βλέπουμε ότι ο άρρηκτος δεσμός φιλίας, ανάμεσα σε οικοδεσπότη και φιλοξενούμενο, μεταβιβάζεται και στα παιδιά τους και στα παιδιά των παιδιών τους.
Κατά τη διάρκεια του Τρωικού πολέμου, βρέθηκαν αντιμέτωποι, ως εχθροί, ο Διομήδης από το στρατόπεδο των Ελλήνων και ο Γλαύκος από το στρατόπεδο των Τρωών. Ηταν έτοιμοι να αλληλοσκοτωθούν όταν ανακαλύπτουν ότι ο παππούς του ενός είχε κάποτε φιλοξενήσει τον παππού του άλλου.
Τότε, αντί να μονομαχήσουν, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν, συζήτησαν και αντάλλαξαν δώρα, τα ίδια τους τα όπλα.
Από αυτό το συγκινητικό γεγονός, δεν βλέπουμε μόνο την ιερότητα του θεσμού της φιλοξενίας, αλλά και το ρόλο αυτού του θεσμού στην ανάπτυξη φιλικών και ειρηνικών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους και τους λαούς. Μέσα από αυτόν τον ιερό θεσμό διαδιδόταν το μήνυμα της ειρήνης προς κάθε κατεύθυνση. Διαδιδόταν επίσης ο πολιτισμός, αφού ο κάθε ταξιδιώτης μετέφερε στοιχεία πολιτισμού από τον τόπο του και έπαιρνε στοιχεία από ξένους τόπους, για να τα φέρει στην πατρίδα του.
Βέβαια, σ' εκείνη τη μακρινή εποχή, κάθε ξένος ήταν μια πηγή σημαντικών πληροφοριών, καθότι δεν υπήρχαν τα μέσα ενημέρωσης που σήμερα έχουμε στη διάθεση μας.
Πολλοί φιλόσοφοι, ποιητές, γεωγράφοι, ιστοριογράφοι, γενικά ερευνητές, γύριζαν από τόπο σε τόπο για να μάθουν, να δουν, να ακούσουν. Η φιλοξενία διευκόλυνε και πλούτισε το έργο τους, που σήμερα εμείς θαυμάζουμε, αγνοώντας συχνά τις συνθήκες που επικρατούσαν σ' εκείνες τις εποχές. Πάντως, ήταν στο χαρακτήρα του Ελληνα να βρίσκεται σε πορεία αναζήτησης, να βρίσκεται στο "δρόμο" και να ψάχνει, και να έχει ανάγκη ένα φιλόξενο κατάλυμα. Υπήρχε ένας τέτοιος τρόπος ζωής που η φιλοξενία επιβαλλόταν. Γι' αυτό απόκτησε και τόση ιερότητα αυτός ο θεσμός, ώστε να γίνει βασικό χαρακτηριστικό της ιδιοσυγκρασίας ενός ολόκληρου λαού.
Στην εποχή μας όμως, αυτός ο πατροπαράδοτος θεσμός, μόνο σε λίγες περιοχές της χώρας μας διατηρείται.
Μόνο σε κάποια απομακρυσμένα χωριά της Κρήτης, της Μάνης... και όχι βέβαια σαν τότε.
Σήμερα ρωτούν επίμονα τον ξένο για πολλά πράγματα κι ύστερα τον δέχονται, αν τον δέχονται.
Αντίθετα, στην Ομηρική εποχή φιλοξενούσαν κάποιον μόνο και μόνο επειδή ήταν ξένος στον τόπο. Και επειδή ήταν ξένος, ήταν πρόσωπο αξιοσέβαστο.
Οι πόρτες τότε ήταν ορθάνοικτες, ενώ σήμερα διπλοκλειδώνουν. Ποιος ταΐζει σήμερα έναν άγνωστο και ύστερα τον ρωτάει από πού είναι και πώς τον λένε;
Ή ποιος θα έδινε σήμερα δώρα σε ένα άγνωστο που του χτύπησε τη πόρτα και του ζήτησε φιλοξενία;
Δυστυχώς, άλλαξαν οι εποχές. Σήμερα εμείς οι Ελληνες δεν είμαστε και τόσο Ελληνες. Μας κατακλύζουν τα ξενόφερτα ήθη κι έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε, να αλλοιώνουμε τις παραδόσεις μας, τη γλώσσα μας, τη μουσική μας και τους χορούς μας.
Αλλοιώνουμε τις αξίες μας, αλλοτριωνόμαστε.
Υπάρχει και καλλιεργείται η εντύπωση ότι τέτοιες παραδοσιακές αξίες είναι συντηρητισμός ή ότι είναι αταίριαστες με τις σύγχρονες συνθήκες ζωής.
Πράγματι, η τεχνολογική ανάπτυξη της εποχής μας δεν δικαιολογεί τέτοια ήθη και θεσμούς. Είναι και αυτή η ιδιοτέλεια κι ο ατομικισμός που έχει πια γίνει "αξία" και δε μας αφήνει να δούμε το διπλανό μας.
Αδιαφορούμε για το διπλανό μας, ακολουθώντας κάποια πρότυπα δυτικής προέλευσης. Αυτός ο δυτικός πολιτισμός μάς επέβαλε τη βία και τη διαστροφή. Μας βομβαρδίζει καθημερινά η τηλεόραση.
Φοβούμαστε! Φοβούμαστε και τον ξένο, όπως και το γνωστό.
Πού θα μας οδηγήσει η τόση καχυποψία και η απομόνωση;
Πού θα μας οδηγήσουν οι κλειστές μας πόρτες;


Πηγή 
 
 Ή..... οι ανοικτές;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου