Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

ΟΜΗΡΙΚΟΝ ΣΥΜΠΑΝ

 
 
ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ ΤΑ ΑΣΤΡΑ , ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ Camille Flammarion, 1888
 
Αυτό το Σύμπαν,  το μοιράστηκαν με κλήρο, τα τρία παιδιά του Κρόνου, ο Δίας, ο Ποσειδώνας κι ο Άδης. Στον Δία έλαχε ο πλατύς ουρανός με τον αιθέρα και τα σύννεφα, στον Ποσειδώνα η σταχτιά θάλασσα και στον Άδη το μαύρο σκοτάδι. Η Γη έμεινε κοινή και για τους τρεις , καθώς και ο Όλυμπος, όπως  μας λέει ο Ποσειδώνας, αγανακτισμένος απ’ την αυταρχικότητα του αδελφού του, του Δία, όταν η Ίριδα του φέρνει τη διαταγή του, να πάψει να βοηθάει τους Αχαιούς και να γυρίσει πίσω στους θεούς ή στη θάλασσα:
«Ωχού, τα λόγια του όλο ξέπαρση, κι ας είν’ τρανός, που θέλει,
μια κι είμαστε ίσοι, ν’ αφεντεύει με μεβιάς, αθέλητά μου.
τρεις αδερφοί απ’ τον Κρόνο που ‘μαστε, παιδιά της Ρέας κι οι τρεις μας πρώτος ο Δίας, κι εγώ, και των νεκρών ο ρήγας, ο Άδης, τρίτος,
σε τρία τον κόσμο τον μοιράσαμε, καθένας το δικό του•
και κλήρο ως ρίξαμε, στη θάλασσα την αφρισμένη πέφτει,
να μένω εγώ για πάντα, κι έλαχε στον Άδη το σκοτάδι,
και πήρε ο Δίας τα ουράνια τ’ άσωστα με σύγνεφα κι αιθέρα•
όμως η Γη κι ο μέγας Όλυμπος είναι μαζί ολονώ μας».
ΙΛΙΑΔΑ(Ο 185-193,)
 Ο Δίας σαν πρώτος και μεγαλύτερος, σαν πρωτότοκος (Ο 204), αλλά κι ο πιο δυνατός απ’ όλους, είναι βασιλιάς  θεών και θνητών και  όλοι πρέπει να υπακούν στις διαταγές του, όπως Δια-μηνύει  η Ίριδα στον Ποσειδώνα, σαν αγανάκτησε με τη διαταγή που του έφερε απ’ τον Δία (Ο 2ΟΙ-20).
ΓΗ
Αυτή λοιπόν η Γη, με τις θάλασσες και τα ποτάμια της, τα ψηλόκορφα και δασωμένα βουνά της και τους πλατιούς κάμπους της, είναι το κέντρο του Ομηρικού Σύμπαντος και θρέφει  κάθε ζωντανή ύπαρξη. Πάνω της γεννιούνται και πεθαίνουν οι άνθρωποι. Η Γη, η πολυθρόφα, είναι προορισμένη για τον άνθρωπο, το πιο δυστυχισμένο πλάσμα, όπως,τον ονομάζει ο Δίας .«Πλάσμα κανένα από τον άνθρωπο πιο δύστυχο δεν είναι
άλλο στη γης, απ’ όσα πάνω της σαλεύουν κι ανασαίνουν».(Ρ 446-447
Αυτή λοιπόν η Γη, με τον τρανό Όλυμπο, που τον κατοικούν οι ουράνιοι θεοί, είναι το κέντρο σ’ αυτό το στερεό και θολωτό τους Σύμπαν,που τριγυρίζεται από παντού από ένα μεγάλο κυκλικό ποτάμι, τον Ωκεανό. Αυτό το μυθικό ποτάμι είναι ξεχωριστό από τις θάλασσες και διαγράφει τα σύνορα του γήινου κόσμου. Είναι τα πέρατα της Γης (Ξ 200-201). Αυτό το ποτάμι. ο Ωκεανός, δεν έχει ούτε πηγές ούτε εκβολές, είναι «αψόρροο», δηλ. κυκλορέματο. Το ρέμα του ξαναγυρίζει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, σε μιαν αδιάκοπη κι αιώνια ροή, τεράστιο, βροντοκυλώντας αφρισμένο (Σ 399-403. Υ 65).
Ο Ωκεανός είναι ο πρόγονος των θεών, το αρχικό δημιουργικό στοιχείο, που απ’ αυτό βαστούν τα πάντα (Ξ 201, 245).
 Από τον  Ωκεανό με την  γυναίκα του  την Τηθή (Ξ 201, 302).
«ός περ γένεσις πάντεσσι τέτυκται» (Ξ 246), γεννήθηκαν όχι μόνον οι θεοί, μα και όλα τ’ άλλα, οι θάλασσες και τα ποτάμια, οι πηγές και τα πηγάδια:
«…………………..ο Ωκεανός ο τρανοδύναμος, ο βαθιορεματάρης,
όθε αναβρύζει κάθε θάλασσα, κάθε ποτάμι, κάθε
πηγή και κάθε κεφαλόβρυσο, κάθε βαθύ πηγάδι».
(Φ 195-197 
Ο Ουρανός Πάνω απ’ τον στρογγυλό δίσκο της γης,στηρίζεται κι ο Ουρανός σαν ένας τεράστιος θόλος με τα πολλά του αστέρια, και σ’ αυτής της γης τα τρίσβαθα βρίσκεται ο Άδης, και πέρα και κάτω απ’ αυτήν, όσο απέχει ο ουρανός προς τα πάνω, βρίσκονται τα φοβερά Τάρταρα.
Στηρίζεται στη Γη με τις μυθικές ψηλές κολώνες, που τις κρατάει και τις φυλάει ο Άτλαντας, και είναι αυτές οι κολώνες που χωρίζουν τη Γη από τον Ουρανό (Α 53-54) και κρατάνε την ισορροπία του κόσμου.
Ο Ουρανός  στα έπη αναφέρεται σαν χάλκινος (Ρ 425), πολύχαλκος (Ε 504, Γ 2), μα και σιδερένιος (Ο 329, Ρ 565).
 Ο ουρανός βρίσκεται γι’ αυτούς ψηλά, πολύ ψηλά και μακριά πάνω απ’ τη γη, και είναι πλατύς και άφταστος. Εξω απο τα τείχη της Τροίας στην μάχη ο ορυμαγδός των  Αχαιών και των Τρώων  έφτανε ως τον χάλκινο ουρανό:
«Κι ως τούτοι εμάχουνταν κι ο σάλαγος ο σιδερένιος πάνω
στα χάλκινα τα ουράνια ανέβαινε μέσα απ’ τον άδειο αιθέρα»
(Ρ 424-425 )
Αυτό το διάστημα, ανάμεσα γη και ουρανού το γεμίζει προς τα κάτω, προς τη γη, το πυκνό στρώμα του αέρα, ο «ηήρ» (Ξ 288) και πάνω απ’ αυτό και προς τον ουρανό, ο καθαρός και διάφανος «αιθήρ», το ελαφρό στρώμα του αέρα. Πέρα απ’ αυτό είναι ο πολύχαλκος ουρανός (Β 458, Π 364, Τ 351).
Στο διάστημα, ανάμεσα Ουρανού  και Γης, τρέχουν οι άνεμοι και τα σύννεφα. Μ’ αυτά ο φοβερός ο Δίας σκεπάζει τον ουρανό, φέρνει τις μπόρες και τις ατέλειωτες βροχές και ρίχνει τους κεραυνούς και τις αστραπές του (Π 364-365, Μ 25-26, Ε 303, Ψ 330 κ.ά.)
Ο ουρανός δεν είναι ένας γυμνός θόλος, είναι γεμάτος ζωή και κίνηση, τη ζωή και την κίνηση των αστεριών που τον στολίζουν, γι’ αυτό και τον λένε «αστερόεντα», δηλ. γεμάτο αστέρια (Ζ 108, Ο 371, Ι 527 κ.ά.).
 Πάνω σ’ αυτόν τον ουράνιο θόλο κάνει τη διαδρομή του ο ήλιος, φέρνοντας το χαρούμενο και ζωογόνο φως του στους αθάνατους και τους θνητούς, διώχνοντας τα ζοφερά σκοτάδια. Ο ήλιος βγαίνει, για τους Ομηρικούς Έλληνες, απ’ τον Ωκεανό ή τη λίμνη που βρίσκεται πλάι σ’ αυτόν, ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό, φτάνει στο κέντρο του και αρχίζει να κατεβαίνει, μέχρι που βυθίζεται πάλι στα νερά του Ωκεανού, σέρνοντας τη μαύρη νύχτα στην τροφοδότρα γη (Η 421-423, Θ 485-486, Γ 1-3, Τ 433-434). 
Ο ήλιος είναι που χρησίμεψε πρώτος για να καθορίζουν οι άνθρωποι εκείνοι τα σημεία του ορίζοντα και να προσδιορίζουν, κατά κάποιο τρόπο, τη θέση που βρίσκονται. Ο Οδυσσέας σαν βρέθηκε με τους συντρόφους του στην Αία, το νησί της Κίρκης, προσπαθεί να προσανατολιστεί και λέει στους συντρόφους του:
«Πού ‘ναι η αυγή δεν ξέρουμε, και πού ‘ναι το σκοτάδι,
και πού βουτάει κάτω απ’ τη γης ο φωτιστής ο Ήλιος
και πάλε πού σηκώνεται».
(κ 190-192)ΟΔΥΣΣΕΙΑ
 Ο Θεοκλύμενος οραματίζεται μια έκλειψη του ήλιου σαν προμήνυμα του σκοτωμού των μνηστήρων:
«ίσκιους πλημμύρισε κι η αυλόπορτα, κι η αυλή πλημμύρισε ίσκιους,
που ξεκινούν στα μαύρα Τρίσκοτα να κατεβούν, κι ο γήλιος
από τα ουράνια εχάθη, κι άπλωσε βαριά κατάχνια ολούθε».
(υ 355-357)ΟΔΥΣΣΕΙΑ
Το φεγγάρι και οι φάσεις του παρατηρήθηκαν πολύ σύντομα, όπως παρατηρήθηκαν και άλλα αστέρια και αστερισμοί και οι παρατηρήσεις τους αυτές χρησιμοποιήθηκαν πρακτικά στις γεωργικές τους δουλειές, στη ναυσιπλοΐα τους, στην καταμέτρηση του χρόνου και τη διάκριση των εποχών, τη διαίρεση της διάρκειας του χρόνου, της νύχτας και της μέρας, του μήνα και του έτους.
Έτσι ήξεραν την Άρκτο, τον αστερισμό που ονόμαζαν και Άμαξα, και είχαν παρατηρήσει πως κατεβαίνει στον Ωκεανό, δηλ. πως δεν έχει δύση (Ζ 489, Ε 274-275).
 Αυτή ήταν σημάδι για τα ταξίδια των ναυτικών.
 Η Καλυψώ συμβουλεύει τον Οδυσσέα, αρμενίζοντας να φροντίζει να έχει πάντα τον αστερισμό αυτό προς το αριστερό του χέρι . Τους ήταν γνωστές οι Υάδες και οι Πλειάδες (Σ 486), ο Βοώτης (Βοσκός), το λαμπρό αστέρι που αργεί να βασιλέψει (Ε 272), ο Ωρίωνας, καθώς και ο Σείριος, το λαμπερό τ’ αστέρι που το λένε και σκυλί του Ωρίωνα, που το είχαν κακό σημάδι γιατί εμφανιζόταν στην πιο ζεστή εποχή και έφερνε πυρετό στους δυστυχισμένους ανθρώπους (Χ 26-31).
"Ύπνος δεν έπεσε στα βλέφαρά του, αλλά κοιτούσε συνεχώς την Πούλια,τον Bουκόλο που δύει αργά, την Άρκτο που τη λεν κι Aμάξι·δεν φεύγει από τη θέση της γυρίζοντας, μόνο παραμονεύει τον Ωρίωνα, και μόνη αυτή δεν λέει να πέσει στα λουτρά του Ωκεανού.H Kαλυψώ η θεόμορφη τον είχε ορμηνέψει,αυτό το αστέρι πάντοτε να το ’χει ποντοπορώντας στο ζερβό του χέρι.Kαι ποντοπόρησε μέρες δεκαεφτά· στη δέκατη όγδοηπήραν να φαίνονται, στο μέρος του νησιού που πρόβλεψε,βαθύσκιωτα της Φαιακίδας τα βουνάέμοιαζαν σαν ασπίδα, στο πέλαγο το αχνό αφημένη."ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΡΑΨ.Ε 300-310
Ο Ήφαιστος, στον πρώτο κύκλο της ασπίδας του Αχιλλέα, απεικόνισε τον ουρανό με τ’ άστρα, τη γη και τις θάλασσες, που τόσο όμορφα τα περιγράφει ο ποιητής, δίνοντας μια ζωντανή εικόνα του κόσμου όπως τον φαντάζονταν:
«Βάζει τη γης, βάζει τη θάλασσα, βάζει τα ουράνια απάνω,
βάζει τον ήλιο τον ακούραστο, τ’ ολόγιομο φεγγάρι,
κι όλα τ’ αστέρια ως στεφανώνουνε τον ουρανό τρογύρα•
Το Αλετροπόδι, τα Βροχάστερα, την ώρια Πούλια βάζει
και το Χορευτόν Εφταπάρθενο, που τόνε λεν κι Αμάξι,
κι αυτού γυρνάει παραμονεύοντας το Αλετροπόδι πάντα,
και μόνον αυτός λουτρό δε χαίρεται στον Ωκεανό ποτέ του».
(Σ 483-489 .)
Η Μεγάλη Άρκτος είναι αειφανής αστερισμός του βορείου ημισφαιρίου και ο Ομηρος την ονομάζει και Άμαξα.
Ακολουθώντας την διαδρομή του ήλιου προσδιόριζαν τα σημεία του ορίζοντα. Την Ανατολή, το σημείο που βγαίνει ο ήλιος την αυγή, την προσδιόριζαν με τη φράση «πρός ηώ τ’ ηέλιόν τε» (Μ 239), δηλ. Προς την αυγή και τον ήλιο. Τη Δύση, με το προς «ζόφον ηερόεντα» (Μ 240), δηλ. προς το μαύρο σκοτάδι.
Είναι χαρακτηριστικό πως ο Όμηρος αναφέρει μόνο αυτά τα δυο σημεία του ορίζοντα.
Τον βοριά και τον νότο τα αναφέρει σαν προσωποποιημένες θεότητες, τους Aέρηδες, και κυρίως τον Εύρο, τον Νότο, τον σφοδρό Ζέφυρο και τον Βοριά τον αιθερογέννητο (Ε 295-296).
Με την παρατήρηση των αστεριών και ιδιαίτερα του φεγγαριού καθόρισαν τον χρόνο. Βασικά, με τη φαινομενική κίνηση του ήλιου, προσδιόρισαν, σαν μονάδες μέτρησης του χρόνου χωριστές, την ημέρα και τη νύχτα. Από την ολοκλήρωση των φάσεων του φεγγαριού, καθόρισαν τον μήνα, σα μεγαλύτερη μονάδα μέτρησης του χρόνου, και από την επανάληψη των εποχών σε τακτά διαστήματα, το έτος.
Το «έτος» και το «ενιαυτός» είναι λέξεις που προσδιορίζουν στα έπη τη χρονιά με τις τέσσερις εποχές. Η λέξη «χρόνος» σήμαινε γενικά το χρονικό διάστημα, μικρό ή μεγάλο. Τον χρόνο τον αντιλαμβάνονταν με την έννοια της χρονικής διάρκειας των φαινομένων και των γεγονότων. Φαίνεται ότι, κατά τις αντιλήψεις τους, ο Δίας ήταν αυτός που όριζε τον χρόνο (Μ 399).
«Ενιαυτός» στα έπη είναι βασικά μια περίοδος χρόνου σχετικά μεγάλη. «‘Αλλ’ ότε δή έτος ήλθε περιπλομένων ενιαυτών» (Α 16), δηλ. όταν στο πέρασμα του χρόνου ήρθε ο καιρός. Αλλά «ενιαυτός» σημαίνει και το έτος, όπως σχεδόν και σήμερα. Ο Τηλέμαχος μπορεί να περιμένει ακόμα έναν «ενιαυτόν», δηλ. ακόμα ένα έτος (Α 288). Εννέα χρόνια είχαν ήδη περάσει από τότε που οι Αχαιοί αποβιβάστηκαν στην Τροία (Β 134). Στα έπη χρησιμοποιείται και το «έτος» για τον προσδιορισμό μιας χρονιάς με τις εποχές της (Α 691, Ω 765, Β 89, Η 261, Τ 222).
Οι εποχές στα έπη ονομάζονται «ώραι» (Β 107, Κ 469, Λ 295, Ξ 294) και καθεμιά διατυπώνεται με το «ώρη» και τον ειδικότερο προσδιορισμό της εποχής του έτους. Έτσι τον ερχομό της άνοιξης, τον αναφέρουν με το «έαρος επιγίγνεται ώρη» (Ζ 148) ή και με το «ώρη έν ειαρινή» (Β 471, Π 643, Σ 367). Το καλοκαίρι το ονομάζουν «θέρος» ή «έν θέρει» (Χ 151. Μ 76). «Χείμα» (Ξ 407) είναι ο κρύος χειμωνιάτικος καιρός. Στο ευτυχισμένο νησί του Αλκίνοου, τη Σχερία:
«Καρπός δε χάνεται, μια που ‘δεσε. κι ουδέ τους απολείπει
χειμώνα καλοκαίρι, αδιάκοπα».
(Η 117-118. )
Το φθινόπωρο αναφέρεται στα ομηρικά έπη σαν εποχή της «οπώρας», που αρχίζει με την εμφάνιση του Σείριου (Χ 26-27) αργά, στο τέλος, του καλοκαιριού (Ε 5), όταν ο «οπωρινός Βορέης ξεραίνει γρήγορα ένα φρεσκοποτισμένο περιβόλι» (Φ 346-347). Ο γερο-Λαέρτης, θλιμμένος για τον Οδυσσέα, που τον θεωρεί χαμένο, έχει αποτραβηχτεί στο εξοχικό του:
«Σαν χειμωνιάζει, μέσα κλείνεται και πέφτει με τους δούλους
στη γης, στο τζάκι πλάι, παλιόρουχα φορώντας• και σα μπαίνει,
το καλοκαίρι ως το χινόπωρο το καρπερό, πλαγιάζει
όπου τυχόν βρεθεί στο χτήμα του, στων αμπελιών τους όχτους».
(λ 190-193 )
Εκτός από τις εποχές, το έτος το διάκριναν σε μήνες, σε ημέρες, και της ημέρας τα τμήματα σε ώρες, όπως θα λέγαμε σήμερα, μα όχι με τη σημερινή έννοια της ώρας του 24ώρου, αλλά με την έννοια του χρονικού σημείου της ημέρας κατά το οποίο συνέβαινε, συνήθως και κατά κανόνα, κάτι κατά τις τότε συνήθειές τους. Στα έτη δεν αναφέρονται ούτε ονόματα μηνών, ούτε ονόματα ημερών. Τον μήνα τον διάκριναν, σύμφωνα με τις φάσεις του φεγγαριού, σε πρώτο και σε δεύτερο μέρος. Το πρώτος μέρος το προσδιόριζαν με την έκφραση «μηνός ισταμένοιο», το δε δεύτερο με την έκφραση «μηνός φθίνοντος». Ο Οδυσσέας, ον ζητιάνος, λέει στον Εύμαιο πως ο αφέντης του θα φτάσει γρήγορα:
«όταν ο μήνας κλείσει αυτός κι όταν αρχίσει ο άλλος».
(ξ 162 )
Το μήνα πάλι τον διαιρούσαν σε ημέρες και νύχτες τόσες, όσες φαίνεται ότι διαρκούσε το φεγγάρι, χωρίς οι ημέρες να προσδιορίζονται ειδικότερα, με την έκφραση «μήνες τε καί ημέραι» (ξ 293, λ 294). Ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του είχαν ένα ολόκληρο χρόνο στο νησί της Κίρκης, διηγείται δε πως κάποτε οι συντρόφοι του του αξίωσαν να φύγουν:
«Μα απά στο γύρισμα, σαν κύλησαν πάλι οι εποχές του χρόνου,
κι οι μήνες έτρεχαν και διάβαιναν μια μια οι περίσσιες μέρες,
όξω με φώναξαν και μου ‘λεγαν οι γκαρδιακοί συντρόφοι».
(κ 409-411 .)
Μα άσχετα με τις όμορφες αυτές και ποιητικές εκφράσεις προσδιορισμού του χρόνου της ημέρας, τα διάφορα τμήματα της ημέρας τα προσδιόριζαν με βάση την πορεία του ήλιου. «’Ηώς» το πρωινό, «δείλη» το δειλινό και «μέσον ήμαρ» το μεσημέρι.
Ο Αχιλλέας λέει στον Λυκάονα πως:
«Θα φτάσει κάποια αυγή για σούρουπο, για μεσημέρι, σύντας
και τη δικιά μου μες στον πόλεμο ζωή θα πάρει κάποιος».
(Φ 111-112 μετ. Καζ.-Κακρ.)
Το πρωινό προσδιορίζεται και με την εμφάνιση της αυγούλας της πουρνογέννητης και ροδοδάχτυλης ,το μεσημέρι, την ώρα που ο ήλιος ανέβηκε στη μέση τ’ ουρανού και το  βράδυ, όταν ο ήλιος βασίλεψε και ήρθε το σκοτάδι .
Μέθοδο χρονολόγησης, ιδιαίτερα για μεγάλα χρονικά διαστήματα, δεν φαίνεται να είχαν άλλη από τη «γενεήν», τη γενιά, με την οποία προσδιόριζαν προγόνους και απογόνους (Ζ 145 κ.π., Η 128, Ο 141), καθώς και την ηλικία του ανθρώπου , χωρίς να έχουν μια σταθερή αφετηρία για τη μέτρηση του χρόνου και τη χρονική τοποθέτηση των διάφορων γεγονότων πριν και μετά απ’ αυτήν. Τη διάρκεια του χρόνου «αιών» την συνδύαζαν με την ανθρώπινη ζωή, έτσι που το «αιών» σημαίνει στα έπη τη διάρκεια της ζωής, τον βίο (Τ 27, Χ 4 58, Ε 160 κ.ά.). Την αιωνιότητα της ζωής την ένιωθαν σαν την ανανέωση της μιας γενεάς από την άλλη (Ζ 146 κ.π., Φ 463-466).
Ο ουρανός λοιπόν και τ’ αστέρια του είναι δεμένα με τη γη και τη ζωή του ομηρικού ανθρώπου. Εκεί μένουν οι θεοί του και από κει στέλνουν στον άνθρωπο τη βροχή που γονιμοποιεί τη γη την καρποφόρα, μα στέλνουν και τις θύελλες, τις πλημμύρες και τις συμφορές. Στον ουρανό ψηλά στρώνουν τα χέρια τους και προσεύχονται παρακαλώντας τους θεούς τους και με τ’ αστέρια ρυθμίζουν τη ζωή τους και τις δουλειές τους, το όργωμα, το σπάρσιμο, το θέρο,τ’ αλώνισμα και τον τρύγο. Μ’ αυτά κανόνιζαν τα θαλασσινά ταξίδια τους, τις γιορτές και τις χαρές τους. Ο ουρανός είναι που τους έστελνε τα σημάδια των θεών που καθόριζαν τη μοίρα τους.
 "ΟΜΗΡΙΚΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ"

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου