Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ



Ραψωδία o
Τηλεμάχου πρὸς Εὔμαιον ἄφιξις.




ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΚΑΙ ΜΕΝΤΩΡ 1740  GIOVANNI BATTISTA TIEPOLO


Κι ἡ Ἀθηνᾶ στὴ διάπλατη τὴ Λακεδαίμονα ἦρθε, στὸν ἄξιο γιὸ τοῦ ἀντρόψυχου Ὀδυσσέα νὰ θυμίση τὸ γυρισμό του νὰ νοιαστῆ, καὶ νά 'ρθη στὴν πατρίδα.
Τὸν, βρῆκε μὲ τοῦ Νέστορα τὸ γιὸ τὸν παινεμένο  στὸ πρόσπιτο τοῦ δοξαστοῦ Μενέλαου πλαγιασμένο· βαθιὰ γλυκοκοιμότανε τοῦ Νέστορα τὸ τέκνο, ὄχι ὅμως κι ὁ Τηλέμαχος, ποὺ ἀκοίμητο τὸν κράτα ἡ συλλογὴ τοῦ κύρη του στὴ θεία τὴ νύχτα μέσα.
Σιμά του στάθη κι εἶπε του ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα·  “ Τηλέμαχε, δὲν πρέπει πιὰ στὰ ξένα νὰ πλανιέσαι, στὸ σπίτι βιὸς ἀφήνοντας κι ἀγέρωχους ἀνθρώπους, μὴν τύχη αὐτοὶ καὶ μοιραστοῦν καὶ καταλύσουν ὅλους τοὺς θησαυρούς σου, καὶ σοῦ βγη χαμένο τὸ ταξίδι.

Τρέχα πὲς στὸν τρανόφωνο Μενέλαο νὰ σὲ στείλη......Κι ἄλλο ἕνα λόγο θὰ σοῦ πῶ, κι ἐσὺ στὸ νοῦ σου βάλ' τον· κρυφὸ καρτέρι σοῦ 'στησαν οἱ πρῶτοι ἀπ' τοὺς μνηστῆρες,
μὲς στὸ στενὸ ποὺ ἀνάμεσο Θιάκι καὶ Σάμη πέφτει, γιὰ νὰ σοῦ πάρουν τὴ ζωὴ στὸν τόπο σου πρὶν φτάσης.
Δὲν τὸ φοβᾶμαι αὐτό· θαρρῶ πὼς κάμποσους μνηστῆρες θὰ φάη ἡ γῆς, ποὺ σήμερα τὸ βιός σου καταλοῦνε.
Ὡς τόσο βάστα ἀπ' τὰ νησιὰ μακριὰ τ' ὡριὸ καράβι, κι ὅλο τὴ νύχτα ἀρμένιζε· καὶ πρύμο θὰ σοῦ στείλη ἀγέρα ὅποιος ἀθάνατος σὲ διαφεντεύει πάντα.
Στὸ πρῶτο πρῶτο τοῦ Θιακιοῦ τ' ἀκρόγιαλο ποὺ φτάσης στεῖλε μὲ τοὺς συντρόφους σου μαζὶ τὸ πλοῖο στὴ χώρα, καὶ πρῶτα ἀπ' ὅλα ἐσὺ νὰ πᾶς νὰ βρῆς τὸ χοιροτρόφο, ποὺ νοιάζεται τοὺς χοίρους σου, καὶ σὲ πονεῖ ἡ καρδιά του.


Αὐτὰ εἶπε, κι ἡ χρυσόθρονη φάνηκε εὐτὺς ἡ Αὐγούλα. Κι ἔρχεται ὁ μεγαλόφωνος Μενέλαος σιμά τους, ἅμα σηκώθη ἀπ' τὸ πλευρὸ τῆς ὥριας σύγκοιτής του.
Καὶ σὰν τὸν εἶδε ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα, ντύνεται ἀμέσως βιαστικὰ τὸ λαμπερὸ χιτώνα, στοὺς ἀντρειωμένους ὤμους του ρίχνει βαρειὰ φλοκάτα, καὶ βγαίνει καὶ προστέκεται· κι αὐτὰ τοῦ συντυχαίνει τὸ παλληκάρι ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα·

“ Γιὲ τοῦ Ἀτρέα διόθρεφτε, Μενέλαε βασιλέα, εἶναι ὥρα νὰ μὲ στείλης πιὰ στὴν ποθητὴ πατρίδα, γιατ' ἡ καρδιά μου λαχταρεῖ νὰ ξαναρθῶ στὸ σπίτι.”
Μεῖνε ὅμως πρῶτα νὰ μὲ δῆς στ' ἁμάξι ν' ἀπιθώνω τὰ ὥρια σου δῶρα, καὶ νὰ πῶ τῶ γυναικῶνε μέσα μὲ τὰ πολλὰ βρισκούμενα τραπέζι νὰ μᾶς στρώσουν.
Δόξα περίλαμπρη γιὰ μᾶς, καὶ γιὰ τὰ σένα κέρδος, ποὺ πᾶτε δρόμο μακρινό, νὰ φᾶτε καὶ νὰ πιῆτε.


Κι ἐκεῖ ποὺ φυλαγόντουσαν οἱ θησαυροὶ σὰ φτάσαν, πῆρε στὸ χέρι ὁ βασιλιὰς διπλόκουπο ποτήρι, κι εἶπε του γιοῦ του εν' ἀργυρὸ κροντηρι νἀ σηκώση· κι ἡ Ἑλένη στὰ σεντούκια της ζυγώνει, ποὺ εἶχε μέσα ὡριόπλουμα φορέματα, δουλειὰ δική της ὅλα.
Ἕν' ἀπὸ κεῖνα σήκωσε καὶ πῆρε η ὥρια Ἑλένη, ἀπ' ὅλα τὸ πλατύτερο καὶ πιὸ ὄμορφο στὸ ξόμπλι, ποὺ σὰν ἀστέρι ἦταν λαμπρό, καὶ κάτω ἀπ' ὅλα τό 'χε.


 
Σοῦ δίνω ψιλοδούλευτο κροντήρι, ὅλο ἀσήμι, κι ἀπάνωθε τὰ χείλη του μὲ μάλαμα σμιγμένα·
δουλειὰ τοῦ Ἡφαίστου· ὁ Φαίδιμος ὁ ἥρωας τό 'χει δώσει, ὁ ρήγας τῶ Σιδωνιτῶν, τότες ποὺ ἐδῶ γυρνώντας στ' ἀρχοντικό του κόνεψα· δικό σου θέλω νά 'ναι.”
Εἶπε καὶ τὸ διπλόκουπο τοῦ πρόσφερε ποτήρι τοῦ Ἀτρέα ὁ γιὸς ὁ ἥρωας· καὶ τότε ὁ ἀντρειωμένος ὁ Μεγαπένθης ἔφερε κι ἀπίθωσε ὀμπροστά του τ' ἀστραφτερὸ κροντήρι του τ' ἀσημοδουλεμένο·



ΔΕΠΑΣ ΑΜΦΙΚΥΠΕΛΛΟΝ

Κατόπι ἡ κρινομάγουλη στάθη ὀμπροστά του Ἑλένη σηκώνοντας τὸ φόρεμα, κι ὀνόμασέ τον κι εἶπε·


Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε· “Σὰ φτάσουμε, ὦ διόθρεφτε, θὰ τοῦ τὰ ποῦμε ἐκείνου ὅλα καθὼς ἐσὺ τὰ λὲς· μακάρι καὶ στὸ Θιάκι ἔτσι νὰ φτάσω, καὶ νὰ βρῶ τὸν Ὀδυσσέα στὸ σπίτι, καὶ πόση ἀγάπη μοῦ 'δειξες νὰ πῶ, καὶ πῶς γυρίζω μαζί μου φέρνοντας λαμπρὰ καὶ πάμπολλα σου δῶρα.”
Κι αὐτὰ σὰν εἶπε, πέταξε πουλὶ πρὸς τὰ δεξά του, ἀϊτός, κι εἶχε στὰ νύχια του λευκὴ πελώρια χήνα, ἥμερη, μέσ' ἀπ' τὴν αὐλή· καὶ τρέχανε κατόπι γυναῖκες κι ἄντρες κράζοντας· καὶ τὸ πουλὶ κοντά τους ἦρθε καὶ χούμηξε δεξὰ στ 'ἄλογα ὀμπρὸς πετώντας·
κι εἶδαν αὐτοὶ καὶ χάρηκαν κι ἀναγαλλιάσαν ὅλοι. Καὶ τότες ὁ Πεισίστρατος τοῦ Νέστορα αὐτὰ εἶπε· “ Στοχάσου τώρα, διόθρεφτε Μενέλαε, βασιλέα, ἂν τὸ σημάδι αὐτὸ ὁ θεὸς τὸ δείχνη ἐμᾶς ἢ ἐσένα.”  Εἶπε, κι ὁ πολεμόχαρος Μενέλαος συλλογιόταν νὰ βρῆ τὸ νόημα καὶ σωστὰ νὰ τοῦ τὸ ξεδιαλύνη.
Μὰ ἡ λαμπροφόρα πρόλαβε ἡ Ἑλένη καὶ τοὺς εἶπε· “Ἀκοῦτε, ἐγὼ σᾶς τὸ ξηγῶ καθὼς στὸ νοῦ μου μέσα οἱ ἀθάνατοι τὸ βάζουνε, καὶ λέω πὼς ἔτσι θά 'βγη.
Σὰν πού 'ρθε ὁ ἀϊτὸς ἀπ' τὸ βουνό, ποὺ ἔχει γενιὰ καὶ φύτρα, κι ἀπ' τὴν αὐλή της ἅρπαξε τὴ φυλαγμένη χήνα, ἔτσι ὁ Δυσσέας στὸ σπίτι του, σὰν πλανηθῆ καὶ πάθη, θένα 'ρθη καὶ θὰ γδικιωθῆ· μπορεῖ καὶ νά 'ρθε κιόλας, καὶ νὰ σκαρώνη φοβερὰ δεινὰ γιὰ τοὺς μνηστῆρες. ”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε· “Νὰ δώση ὁ Δίας ὁ βροντηχτής, ὁ σύγκοιτος τῆς Ἥρας, κι ἀπὸ κεῖ πέρα τότ' ἐγὼ σᾶ θεὰ θὰ σὲ δοξάζω. ”




Κι ὁ θεόμορφος Θεοκλύμενος ἀπάντησέ του κι εἶπε·
“Κι ἐγὼ ἀπ' τὸν τόπο μου ἔφυγα, τὶ σκότωσα πατριώτη, ποὺ ἦταν πολλὰ κι ἀρίθμητα τ' ἀδέρφια κι οἱ γενιές του, στ' Ἄργος τ' ἀλογοβόσκητο, τῶν Ἀχαιῶν οἱ πρῶτοι. Κι ὁ θεόμορφος Θεοκλύμενος ἀπάντησέ του κι εἶπε·
“Κι ἐγὼ ἀπ' τὸν τόπο μου ἔφυγα, τὶ σκότωσα πατριώτη, ποὺ ἦταν πολλὰ κι ἀρίθμητα τ' ἀδέρφια κι οἱ γενιές του, στ' Ἄργος τ' ἀλογοβόσκητο, τῶν Ἀχαιῶν οἱ πρῶτοι.

Τότες ἡ δέσποινα Ἀθηνᾶ πρύμο ἄνεμο τοὺς στέλνει, ποὺ ἀπ' τὸν αἰθέρα χύνονταν, γοργὰ γιὰ ν' ἀρμενίση πὰς στὶς ἁρμυροθάλασσες τὸ πλοῖο. Καὶ πέρασαν ἀπόξω ἀπ' τοὺς Κρουνοὺς κι ἀπ' τὴν καλόνερη Χαλκίδα.  Κι ὁ γήλιος σὰ βασίλευε, κι ἀπόσκιωναν οἱ δρόμοι,
μὲ τοῦ Διὸς τὸν ἄνεμο γιὰ τὶς Φεὲς τραβοῦσε, καὶ γιὰ τὴ θεία τὴν Ἤλιδα, ποὺ Ἐπειῶτες τὴν ὁρίζουν· καὶ στὰ βραχόσπαρτα νησιὰ πλώρη ἔβαλε ἀποκεῖθε, ἂν θὰ γλυτώση ἢ θὰ χαθῆ στὸ νοῦ του μελετώντας.
ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΜΕΝΤΩΡ Josef Bartholomeus Vieillevoye

Ὡς τόσο στὴν καλύβα ἐκεῖ δειπνοῦσε ὁ Ὀδυσσέας μὲ τὸ χοιροβοσκό· σιμὰ δειπνούσανε κι οἱ ἄλλοι.
Κι ἀπὸ φαῒ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράνθηκε ἡ καρδιά τους, ρωτάει ὁ Δυσσέας τὸν καλὸ βοσκό, νὰ δοκιμάση  ἂν τὸν πονάη εἰλικρικὰ κι ἂν θᾶ τοῦ πῆ νὰ μείνη ἐκεῖ στὴ στάνη, ἢ θὰ τοῦ πῆ στὴ χώρα νὰ κινήση·

Ἀλλοί, πῶς τέτοιος στοχασμὸς ἦρθε στὸ νοῦ σου, ὦ ξένε ;
Τέλος κακὸ νὰ σοῦ 'ρθη ἐκεῖ γυρεύεις χωρὶς ἄλλο, καὶ μὲς στὴ συντροφιὰ ζητᾶς νὰ πέσης τῶ μνηστήρων, ποὺ τ' ἄχτι τους κι ἡ ἀδιαντροπιὰ στὰ οὐράνια φτάνει ἀπάνω.
Κι οἱ δοῦλοι ποὺ τοὺς νοιάζουνται δὲ μοιάζουνε μ' ἐσένα, παρὰ εἶναι νέοι μ' ἀρχοντικὰ φορέματα ντυμένοι, μὲ μυρωμένα τὰ μαλλιὰ μὲ πρόσωπα πανώρια· κι ἀπάνω σὲ καλόφτιαστα τραπέζια ὁλοτριγύρω, ψωμιὰ καὶ κρέατα ὅσα θές, καὶ τὸ κρασὶ περίσσιο.

Καὶ τότες ὁ θεόμοιαστος Θεοκλύμενος τοῦ κρένει·
“Καὶ ποῦ νὰ πάω, ὦ γιέ μου, ἐγώ ; σὲ τίνος νά 'ρθω σπίτι ἀπ' ὅσους ἄντρες κυβερνοῦν τὸ πετρωτὸ τὸ Θιάκι;
Ἢ λὲς νὰ πάω στὴ μάνα σου καὶ στὸ παλάτι σου ἴσια ; ”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε·
“ Σ' ἄλλους καιροὺς στὸν πύργο μας θὰ σὲ καλοῦσα νά 'ρθης· δὲν ἀψηφοῦν τὸν ξένο ἐκεῖ· μὰ γιὰ κακό σου θά 'ναι,τὶ ἐγὼ θὰ λείπω, καὶ νὰ δῆς τὴ μάνα δὲ θὰ μπόρειες·στὸν πύργο ἐκείνη τοὺς γαμπροὺς συχνὰ δὲν ἀντικρύζει, μόνε στ' ἀνώγι κάθεται καὶ τὸ πανὶ της φαίνει.
Σὲ κάποιον ἄλλον θὰ σοῦ πῶ νὰ πᾶς, κι ἐτοῦτος εἶναι ὁ Εὐρύμαχος, ὁ ὡραῖος γιὸς τοῦ φρόνιμου Πολύβου, ποὺ σὰ θεὸ τόνε θωροῦν ὅλοι στὸ Θιάκι μέσα· πρῶτος τους εἶναι, καὶ ζητάει μὲ περισσὴ λαχτάρα νὰ πάρη καὶ τὴ μάνα μου καὶ τοῦ γονιοῦ τὶς δόξες.


Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΟΔΗΓΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟΚΛΥΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ Jacob Jordaens Stockholm
Nationalmuseum

Μὰ αὐτὰ μονάχα ὁ κάτοικος τοῦ Ὀλύμπου, ὁ Δίας, τὰ ξέρει, ἂν θὰ τοὺς φέρη τὴν κακὴ τὴ μέρα πρὶν τὸ γάμο. ”
Τέτοια καθὼς τοῦ μίλησε, πετάει πουλὶ δεξά του, τοῦ Ἀπόλλωνα μαντάτορας γοργόφτερος πετρίτης· εἶχε ἀγριοπερίστερο στὰ νύχια καὶ μαδοῦσε,
κι ἀνάμεσα Τηλέμαχου καὶ καραβιοῦ σκορποῦσε φτερὰ. Κι ὁ Θεοκλύμενος τὸν πῆρε ἀπὸ τοὺς ἄλλουςμακριά, τὸ χέρι τοῦ 'σφιξε, καὶ μίλησε του κι εἶπε·   “Ἀπὸ θεό 'ναι τὸ πουλὶ, Τηλέμαχε, ποὺ φάνη δεξά σου· τό εἰδα, κι ἔνιωσα πὼς μαντικὸ πουλί 'ναι.
Βασιλικώτερη γενιὰ δὲν ἔχει ἀπ' τὴ δική σας τὸ Θιάκι, καὶ μεγάλοι ἐσεῖς θὰ ζῆτε ἐδῶ γιὰ πάντα.”  
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Μακάρι αὐτὸς ὁ λόγος σου νὰ βγῆ, καλέ μου ξένε· ἀγάπες καὶ χαρίσματα πολλὰ θὰ σοῦ 'χα τότες, ποὺ ὅλοι ἐδῶ θὰ σ' ἔβλεπαν καὶ θὰ σὲ μακαρίζαν. ”

Καὶ φόρεσε ὁ Τηλέμαχος τὰ σάνταλα τὰ ὡραῖα, καὶ πῆρε ἀπὸ τὸ κάσαρο βασταγερὸ κοντάρι
μὲ μύτη χάλκινη· κι αὐτοὶ ξελῦσαν τὶς πρυμάτσες· κινῆσαν καὶ τραβούσανε κατὰ τὴ χώρα τότες, καθὼς τοὺς εἶπε ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα.

Κι αὐτὸς γοργὰ περπάτηξε ὥσπου ἦρθε στὴν αὐλή του, ποὺ ἤτανε χοῖροι ἀρίθμητοι δικοί του, καὶ σιμά τους ξενύχταε ὁ χοιροβοσκὸς ποὺ ἀγάπαε τοὺς ἀφέντες.
ΓΟΡΓΟΦΤΕΡΟΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ
 


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου