Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Ραψωδία σ Ὀδυσσέως καὶ Ἴρου πυγμή.
 

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΠΑΛΕΥΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΙΡΟ- ΑΡΝΑΙΟ Lovis Corinth 1903

Κι ἦρθε ἕνας ζήτουλας κοινός, ποὺ στοῦ Θιακιοῦ τὴ χώρα γύρνα ζητώντας, ξακουστὸς γιὰ τὴν ἀχορτασιά του· ἔτρωγε κι ἔπινε ἄπαυα, μὰ δύναμη δὲν εἶχε μήτ' ἀντρειοσύνη, ὅσο τρανὸς στὴν ὄψη κι ἂ φαινόταν. Ἡ μάνα του τὸν ἔβγαλε σάνε γεννήθη Ἀρναῖο, μὰ ὅλοι οἱ νέοι τὸν φώναζαν Ἶρο, τὶ τόνε στέλναν κι ἔτρεχε σὰν τὴν Ἴριδα μηνύματα νὰ φέρη.

Ἀπ' τὸ παλάτι του ἦρθ' αὐτὸς τὸν Ὀδυσσέα νὰ διώξη, καὶ τὸν κακόβριζε μ' αὐτὰ τὰ φτερωμένα λόγια.
Καὶ λέει ἀγριοκοιτώντας τον ὁ τρίξυπνος Δυσσέας· “Ἐγώ, μωρέ, ποτὲς κακὸ δὲ σοῦ 'πραξα μήτε εἶπα, μὰ μήτε καὶ σοῦ ζήλεψα ποὺ παίρνεις τόσα δῶρα.
Κι οἱ δυό μας θὰ χωρέσουμε σ' ἐκεῖνο τὸ κατώφλι· ἂν κι ἄλλος ξένα μερικὰ ζητήση, τί ζουλεύεις;
Θαρρῶ ζητεύεις δὰ κ' ἐσύ, κι οἱ θεοὶ θὰ μᾶς πορέψουν Μὴ θὲς μαζί μου νὰ πιαστῆς, μὴν τύχη καὶ θυμώσω, καὶ μ' ὅλα μου τὰ γερατειὰ σοῦ περιχύσω μ' αἷμα τὰ χείλη καὶ τὰ στήθια σου· καὶ θά 'μουν συχασμένος τὴν ταχινή, γιατὶ ὄρεξη δὲ θὰ σοῦ 'ρχόταν πάλε νὰ ξαναμπῆς στ' ἀρχοντικὸ τοῦ γόνου τοῦ Λαέρτη.”
 Κι ὁ Ἶρος τότε ὁ ζήτουλας φωνάζει χολιασμένος·
“Ὠχοῦ, καὶ πῶς μωρολογάει τρεχάτα ὁ ψωμοχάφτης, σὰ χουχουλόγρια· θά 'θελα νὰ τόνε πιάσω ἀλήθεια, καὶ μὲ τὰ δυὸ βαρώντας του, τὰ δόντια ἀπ' τὰ σαγόνια σὰν τῆς γουρούνας νὰ πετῶ τῆς σπαρτοκαταλύτρας.
Τοὺς ἄκουσε ἀπομέσαθε ὁ ἀντρόψυχος Ἀντίνος, κι ἀπ' τὴν καρδιά του γέλασε, καὶ στοὺς μνηστῆρες εἶπε·
“ Δὲ μᾶς συνέβηκε ἄλλοτες, ἀδέρφια, τέτοιο πρᾶμα, μὲς στὰ παλάτια αὐτὰ ὁ θεὸς νὰ στέλνη τέτοιο γλέντι.
Στὰ χέρια πᾶνε νὰ πιαστοῦν ὁ ξένος μὲ τὸν Ἶρο· μὰ ἐλᾶτε νὰ τοὺς σπρώξουμε νὰ φαγωθοῦν οἱ δυό τους. ”
Αὐτά 'λεγε ὁ Τηλέμαχος, καὶ συμφωνοῦσαν ὅλοι· κι ὁ Ὀδυσσέας τὴ γύμνια του μὲ τὰ κουρέλια δένει,
καὶ δείχνει τότες τὰ ὄμορφα καὶ τὰ παχιὰ μεριά του, καὶ φάνηκαν τὰ διάπλατα τὰ στήθια του κι οἱ ὦμοι, καὶ τὰ βραχιόνια τὰ γερά· ζυγώνει κι ἡ Παλλάδα σιμά καὶ τὸ βασιλικὸ κορμί του μεγαλώνει.
Θαμάσανε κι ἀπόμειναν τότε οἱ μνηστῆρες ὅλοι, καὶ γύριζε ἕνας κι ἔλεγε τὸν πλαγινὸ κοιτώντας·
 Καὶ τί κακὸ ποὺ γύρεψε νὰ πάθη ὁ καψο-Ἶρος. Γιὰ δὲς μερὶ ποὺ κρύβανε τοῦ γέρου τὰ κουρέλια. ”
Αὐτὰ εἶπαν, καὶ ταράχτηκε μέσα ἡ καρδιά τοῦ Ἴρου,
Ὅμως ἀφοῦ τὸν ἔζωσαν, τὸν φέραν τὰ κοπέλια μὲ τὸ στανιό, τὶ σύγκορμος τρεμούλιαζε ἀπ' τὸ φόβο.

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΞΟΥΔΕΤΕΡΩΝΕΙ ΤΟΝ ΙΡΟ Theodor van Thulden Fine Arts Museums of San Francisco 17 ΑΙΩΝ.


Σηκώσανε τὰ χέρια τους οἱ ξέλαμπροι μνηστῆρες, κι ἀπὸ τὰ γέλια ἀπέθαναν. Τὸν παίρνει ἀπὸ τὸ πόδι, καὶ μέσ' ἀπὸ τὸ πρόθυρο καταόξω σέρνοντάς τον, ὁ Ὀδυσσέας τὸν ἔφερε στῶν παλατιῶν τὶς θύρες· καὶ γέρνοντάς τον στῆς αὐλῆς τὸν τοῖχο, κάθισέ τον, ραβδὶ στὸ χέρι τοῦ 'βαλε, καὶ φώναξε τον κι εἶπε· “Κάθου αὐτοῦ τώρα, τὰ σκυλιὰ νὰ διώχνης καὶ τοὺς χοίρους, καὶ μὴ μοῦ βγαίνης φύλακας τῶν ξένων καὶ ζητιάνων, χαμένε, πιὸ χειρότερα γιὰ νὰ μή σοῦ 'ρθουν πάθια.”


“Ἀμφίνομε, ἄνθρωπος ἐσὺ μοῦ φαίνεσαι μὲ γνώση· τέτοιο ὄνομα ἄκουγα λαμπρὸ πὼς εἶχε κι ὁ γονιός σου, ὁ πλούσιος κι ὁ καλόκαρδος ὁ Δουλιχιώτης Νῖσος· ἐκείνου λέγεσαι παιδί, καὶ σὰ λεβέντης μοιάζεις.
Καὶ τώρα λόγο θὰ σοῦ πῶ, ποὺ ἐσὺ καλάκουσέ τον. Ἀπ' ὅσα ζοῦν καὶ σέρνουνται πάνω στὴ γῆς, κανένα ἀπ' τὸ θνητὸ πιὸ ἀδύναμο δὲ βρίσκεται ἄλλο πλάσμα.
Ὅσο βαστιέται κι οἱ θεοὶ καλοτυχιὰ τοῦ δίνουν, θαρρεῖ πὼς δὲν μπορεῖ κακὸ στὸν κόσμο πιὰ νὰ πάθη· ἂν ὅμως οἱ μακαριστοὶ θεοὶ τοῦ φέρουν λύπες, τότες κι ἀθέλητα μπορεῖ καὶ τὶς βαστάει ἡ καρδιά του.
Τὶ ἀλλάζει τῶν θνητῶν ὁ νοῦς κι αὐτὸς κατὰ τὴ μέρα, ποὺ τοὺς χαρίζει τῶν θεῶν κι ἀνθρώπων ὁ πατέρας.
Θά 'χα κι ἐγὼ καλοτυχιὲς καὶ πλούτια μὲς στὸν κόσμο, μὰ μύριες ἔπραξα ἀνομιὲς μὲ τῆς ἀντρειᾶς τὴν τόλμη, κι ἀπὸ τὴν πίστη τὴν πολλὴ σὲ ἀδέρφια καὶ πατέρα.
Λοιπὸν ποτές του τὸ ἄδικο νὰ μὴ ζητάη κανένας, μόν' ἂς τὰ χαίρεται ἥσυχα ὅσα οἱ θεοὶ τοῦ δίνουν.
Καὶ τώρα βλέπω τί ἀνομιὲς σοφίζουνται οἱ μνηστῆρες, ποὺ καταλοῦν τὰ χτήματα, καὶ βρίζουν τὴ γυναίκα ἐκείνου, ποὺ θαρρῶ μακριὰ ἀπὸ φίλους καὶ πατρίδα δὲ βρίσκεται· καὶ μάλιστα κοντά 'ναι· ἐσένα τότες θεὸς ἂς φέρη σπίτι σου, νὰ μὴν τὸν ἀντικρύσης τὴν ὥρα ποὺ στὴν ποθητὴ πατρίδα του γυρίση· τὶ στὸ παλάτι του ἅμα αὐτὸς πατήση, δίχως αἷμα σοῦ λέω πὼς δὲ θὰ χωριστοῦν ἐκεῖνος κι οἱ μνηστῆρες ”.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ LORDON Pierre Jérôme 19 ΑΙΩΝ. Sainte-Menehould ; musée d'Art et d'Histoire ΓΑΛΛΙΑ

Τότες τῆς ἔβαλε στὸ νοῦ ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα,τῆς φρόνιμης βασίλισσας καὶ κόρης τοῦ Ἰκαρίου, μπρὸς στοὺς μνηστῆρες νὰ φανῆ, κι ἐλπίδα στὴν ψυχή τους  νὰ φέρη μεγαλύτερη, καὶ λατρευτὴ νὰ γίνη στὸ γιό της καὶ στὸν ἄντρα της περσότερο ἀπὸ πρῶτα.



Αὐτὰ σὰν εἶπε, ἀπ' τὰ λαμπρὰ κατέβηκε τ' ἀνώγια, μόνη της ὄχι· ἀντάμα της δυὸ βάγιες κατεβῆκαν.
Κι ἡ ζουλεμένη ἀρχόντισσα σὰν πῆγε στοὺς μνηστῆρες, σιμὰ στὸ στύλο στάθηκε τῆς δουλεμένης στέγης, σηκώνοντας στὸ πρόσωπο τὸ λαμπερὸ φακιόλι, μὲ τὶς παραστεκάμενες ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρές της.
Κι ἐκεῖνοι, γλυκοτρέμοντας ἀπ' τὴν πολλὴ λαχτάρα, εὐκόταν τὴν ἀγάπη της μιὰ μέρα νὰ χαροῦνε.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ  Domenico Beccafumi Pinacoteca Manfrediniana ΒΕΝΕΤΙΑ 1519


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου