Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Ραψωδία υ Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.




Κι ὁ Ὀδυσσέας ὁ θεϊκὸς στὸ πρόσπιτο πλαγιάζει, σὲ ἀδούλευτο βοδόπετσο, μὲ ἀπάνω του στρωμένες
προβιὲς περίσσιες τῶν ἀρνιῶν ποὺ σφάζαν οἱ μνηστῆρες. Σκέπασμα τότες τοῦ 'ριξε φλοκάτα ἡ Εὐρυνόμη. Ἐκεῖ ἀγρυπνοῦσε, κι ὄλεθρο κρυφομελέτα ὁ νοῦς του γιὰ τοὺς μνηστῆρες. Σύγκαιρα τοῦ παλατιοῦ οἱ κοπέλες, ὅσες ἀγκαλιαζόντουσαν μ' ἐκείνους, βγαῖναν τώρα, κι ἡ μιὰ τῆς ἄλλης μὲ χαρὲς καὶ γέλια συντυχαῖναν.
Ὅμως ἐκείνου λύσσαζε στὰ σωθικὰ ἡ καρδιά του, κι ὅλο τὸ γύρναε μὲς στὸ νοῦ καὶ μέσα στὴν ψυχή του, νὰ ὁρμήση, καὶ μὲ θάνατο τὴν καθεμιὰ νὰ σβήση, ἢ στὸ στερνό τους φίλημα ν' ἀφήση τοὺς μνηστῆρες· κι ὁλοένα βόγγαε μέσαθε κι ἀλύχταε ἡ καρδιά του.
Η ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ JOHN RUSH ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ"


Καὶ τότες ἀπ' τὸν οὐρανὸ κατέβηκε ἡ Παλλάδα ὀμπρός του, κι ἔμοιαζε θνητῆς γυναίκας τὸ κορμί της· καὶ στάθηκε ἀπεπάνω του, καὶ τοῦ εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια·  “Πάλε ἀγρυπνᾶς, ποὺ πιὸ ἄμοιρος δὲ βρέθη στὴ γῆς ἄλλος ; Νὰ δά, τὸ σπίτι σου, καὶ νά, τὸ ταίρι σου ἐκεῖ μέσα, καὶ τὸ παιδί σου, ποὺ ὅμοιο του ποιός δὲν ποθεῖ πατέρας ;”
Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τῆς εἶπε·
“Ὅλα σωστὰ κι ἀληθινά, θεά μου, ὅσα μοῦ εἶπες· μὰ ἐμένα τοῦτο μέσα μου μεταγυρνάει ὁ νοῦς μου,
τὸ πῶς τοὺς παραδιάντροπους αὐτοὺς ν' ἀγγίξω μόνος, ποὺ αὐτοί 'ναι πάντα μαζωχτοὶ μὲς στὰ παλάτια ἐδαῦτα.
Κι ἕν' ἄλλο μεγαλύτερο στὰ φρένα μου ἀναδεύω, τὸ Δία ἂν ἔχοντας βοηθὸ κι ἐσένανε τοὺς σβήσω,
ποῦ θένα βρῶ καταφυγή ; Στοχάσου το κι ἐτοῦτο”.

Κι ὁ ὕπνος ἐκεῖνον ἔπιανε καὶ τοῦ 'παιρνε τὶς ἔνννιες· μὰ ἡ πολυστοχαζούμενη γυναίκα του ξυπνοῦσε, καὶ κάθιζε στὸ μαλακὸ κλινάρι καὶ θρηνοῦσε.
Κι ἀφοῦ ἡ καρδιά της χόρτασε τὰ δάκρυα καὶ τὸ κλάμα, πρῶτα στὴν Ἄρτεμη ἡ λαμπρὴ γυναίκα προσευκιέται·  “Χαριτωμένη μου Ἄρτεμη, κόρη τοῦ Δία, μακάρι νὰ μ' ἔτρωγε ἡ σαΐτα σου χτυπώντας μου τὰ στήθη, γιά ἂς μ' ἅρπαζε ὁλοάξαφνα κι ἂς μ' ἔφερνε ἀνεμούρα στ' ἀχνὰ περάσματα, ἀπ' ἐκεῖ στὸ ρέμα νὰ μὲ ρίξη ποὺ καταπίσω τρέχοντας ὁ Ὠκεανὸς προβάλλει. Καὶ σὰν ποὺ ἄνεμοι πήρανε τὶς κόρες τοῦ Παντάρου, ποὺ τὶς ἀφῆκαν οἱ θεοὶ πεντάρφανες, πανέρμες, κι ἡ Ἀφροδίτη πῆρε τις καὶ γλυκανάθρεψέ τις μὲ τὸ κρασὶ, μὲ τὸ τυρὶ, μὲ τὸ γλυκὸ τὸ μέλι, κι ἡ Ἥρα γνώση κι ὀμορφιὰ τὶς χάρισε περίσσια, ἡ Ἄρτεμη τ' ἀνάστημα, κι ἡ Ἀθηνᾶ τὴν τέχνη τὶς ἔμαθε νὰ φτιάνουνε κάθε δουλειὰ πιδέξια, κι ἡ Ἀφροδίτη στὶς κορφὲς ὡς ν' ἀνεβῆ τοῦ Ὀλύμπου, τὸ Δία τὸ βροντόχαρο γιὰ νὰ παρακαλέση,—


Αὐτὰ εἶπε, κι ἡ χρυσόθρονη φάνη στὴ γῆς Αὐγούλα.
Ἀγρίκησε τὸ θρῆνο της ὁ θεϊκὸς Δυσσέας, καὶ συλλογιόταν κι ἔλεγε στὸ νοῦ του πὼς ἐκείνη
τὸν ἔνιωσε, καὶ πὼς σιμὰ στὴν κεφαλή του στάθη.
Καὶ τὴ φλοκάτα ἁρπάζοντας καὶ τὶς προβιές, ποὺ μέσα κοιμότανε, τ' ἀπίθωσε πὰς σὲ θρονὶ τοῦ πύργου· καὶ στὴν αὐλὴ τὸ βοδινὸ σὰν ἔθεσε τομάρι, στὸ Δία προσευκήθηκε μὲ χέρια σηκωμένα·
“Πατέρα Δία, ἂν στέργετε στὸν τόπο μου νὰ φτάσω ἀπὸ στεριὲς καὶ θάλασσες, κατόπι τόσα πάθια,
ἀπ' ὅσους μέσα ἐκεῖ ξυπνοῦν, φωνὴ ἂς σηκώση κάποιος, κι ἄλλο σημάδι ἂς μοῦ φανῆ ἀπ' ἔξωθε τοῦ Δία.” Αὐτὰ εἶπε, καὶ συνάκουσε τὴν προσευκή του ὁ Δίας, κι ἀπὸ τὰ νέφια τ' ἁψηλὰ τοῦ λαμπεροῦ τοῦ Ὀλύμπου, βρόντηξ' εὐτύς, καὶ χάρηκε ὁ μέγας Ὀδυσσέας.


Μὰ ἡ Ἀθηνᾶ δὲν ἄφηνε τοὺς θεότολμους μνηστῆρες  νὰ παύουν τὴν κακολογιά, γιὰ νὰ πηγαίνη ὁ πόνος βαθύτερα μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα.


Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Η ΑΘΗΝΑ Jan Both and Cornelis van Poelenbergh 16 αι

Κι ἀνάμεσό τους βρίσκουνταν ἀδικογνώστης ἄντρας, ποὺ τ' ὄνομά του Χτήσιππος, καὶ κατοικιά του ἡ Σάμη· στὰ πλούτια του τ' ἀρίθμητα πιστεύοντας, ζητοῦσε τοῦ Ὀδυσσέα τὴ σύγκλινη, τοῦ ξενοπλανημένου.
Εἶπε, καὶ πόδι βοδινὸ τραβάει ἀπ' τὸ πανέρι, καὶ τὸ πετάει ἀπάνω του. Μὰ ξέφυγε ὁ Δυσσέας
γυρνώντας τὸ κεφάλι του, καὶ μέσα του μὲ πίκρα γελώντας, καὶ τὸ κόκκαλο στὸ στέριον τοῖχο πέφτει. Τότες μ' ὀργή ὁ Τηλέμαχος τοῦ Χτήσιππου φωνάζει.

Καὶ τότες ὁ θεόμορφος Θεοκλύμενος τοὺς εἶπε· Ἄχ, τί μεγάλο, ὦ δύστυχοι, κακὸ μαθὲς σᾶς βρίσκει.
Νύχτα σᾶς ζώνει κεφαλὴ καὶ πρόσωπο καὶ γόνα· ἄναψ' ὁ θρῆνος, βρέχουνται τὰ μάγουλα μὲ δάκρυα,
κι οἱ τοῖχοι μ' αἷμα βρέχουνται καὶ τὰ ὥρια μεσοδόκια· γέμισαν πρόθυρα κι αὐλὲς μὲ ἴσκιους νεκρῶν ποὺ τρέχουν μέσα στὰ σκότη, στὸ Ἔρεβος· καὶ χάθηκε στὰ οὐράνια· ὁ ἥλιος καὶ γύρω ἁπλώθηκε στὸν κόσμο μαύρη ἀντάρα.”


TO ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ΚΑΙ Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ GIANI FELICE , 1814,Palazzo Guarini, Forlì ,Region Emilia-Romagna


 Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου ἡ θυγατέρα ἀντίκρυ τους σὰν ἔστησε τὸ λαμπερὸ θρονί της,
ὅ,τι ὁ καθένας ἔλεγε στὰ μέγαρα ἀγρικοῦσε, μὲ γέλια καθὼς τοίμαζαν τὸ γέμα τους ἐκεῖνοι,
τὸ πλούσιο, τὸ χαρούμενο, μὲ τὰ πολλὰ σφαχτά του.
Μὰ ἄλλο τραπέζι πιὸ ἄχαρο δὲ γίνη, σὰν τὸ δεῖπνο ποὺ ἔμελλε γλήγορα ἡ θεὰ κι ὁ μέγας Ὀδυσσέας
νὰ τοὺς ἁπλώση· γιατὶ αὐτοὶ πρωτόκαμαν τὸ κρῖμα.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟΥ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ Ο ΑΡΓΟΣ ΤΟ ΠΙΣΤΟ ΤΟΥ ΣΚΥΛΙ. Illustrations by Flaxman ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ 1905

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου