Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

ΡΑΨ.ν Ὀδυσσέως ἀπόπλους παρὰ Φαιάκων. Ὀδυσσέως ἄφιξις εἰς Ἰθάκην.
Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ CLAUDE LORRAIN 1644

Αὐτὰ τοὺς εἶπε, κι ὅλοι τους σωπαίνανε ὀμπροστά του, δεμένοι ἀπὸ τὸ μάγιο του μὲς στὰ ἰσκιερὰ παλάτια.
Τότες ἀπολογιέται του ὁ Ἀλκίνος καὶ τοῦ κρένει·  “Μιὰς κι ἦρθες στὰ χαλκόστρωτα καὶ στ' ἁψηλά μου σπίτια, θαρρῶ πὼς δὲ θὰ πλανεθῆς, Δυσσέα, στὸ γυρισμό σου, μόνε ὅσα πρὶν κι ἂν ἔπαθες, στὸν τόπο σου θὰ φτάσης.

Καθένας τότες κίνησε στὸ σπίτι νὰ πλαγιάση.
Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, καὶ μὲ τὸ στέριο χάλκωμα πᾶνε γιὰ τὸ καράβι. Ἴδιος του μπῆκε ὁ ἀντρόκαρδος ὁ Ἀλκίνος στὸ καράβι, καὶ μέσα τὰ καλόθεσε στοὺς πάγκους ἀποκάτου, νὰ μὴ σκοντάβουν σὰν τραβᾶν κουπὶ τὰ παλληκάρια.
Κι ἐκεῖνοι πῆγαν νὰ χαροῦν τοῦ Ἀλκίνου τὸ γιορτάσι.   Καὶ βόδι αὐτὸς τοὺς ἔσφαξε, θυσία στὸ γιὸ τοῦ Κρόνου, τὸ Δία τὸ μαυρονέφελο, πού 'ναι ὅλων βασιλέας.
Καὶ τὰ μεριὰ σὰν ἔκαψαν, στὸ θεόλαμπρο τραπέζι φραινόνταν· καὶ τραγούδα τους ὁ κοσμοτιμημένος
καὶ θεϊκὸς τραγουδιστὴς Δημόδοκος. Ὡς τόσο συχνὰ στὸν ἥλιο γύριζε τὴν κεφαλὴ ὁ Δυσσέας, τὸ γέρμα λαχταρίζοντας, καὶ γυρισμὸ ποθώντας.
Καὶ σὰν ποὺ δεῖπνο ὀρέγεται ὁ ἀργάτης ποὺ ὁλημέρα τὰ μαῦρα βόδια τοῦ 'σερναν τὸ ἀλέτρι στὰ χωράφια, καὶ βλέπει μὲ χαρὰ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου νὰ βασιλεύη, καὶ στὸ φαγὶ πηγαίνοντας τὰ γόνατά του τρέμουν,τέτοια χαρά 'φερε τοῦ ἥλιου τὸ γέρμα στὸ Δυσσέα.
Καὶ γλήγορα στοὺς Φαίακες ποὺ τὸ κουπὶ ἀγαπᾶνε, μὰ στὸν Ἀλκίνο ξέχωρα, μίλησε τότες κι εἶπε· “Ἀλκίνο, πρῶτε βασιλιά, καὶ τῶ λαῶν καμάρι, κάμετε στάξες, στεῖλτε με μὲ τὸ καλό, καὶ γειά σας. Τὶ τώρα πιὰ τελέστηκαν ὅσα ἤθελε ἡ καρδιά μου, ταξίδι καὶ χαρίσματα, ποὺ οἱ θεοὶ νὰ τὰ βλογᾶνε,
νὰ ξαναβρῶ τὸ σπίτι μου καὶ τὴν καλὴ γυναίκα, καὶ νὰ γυρίσω ἀνάμεσα στοὺς ἀκριβούς μου φίλους.
Κι ἐσεῖς ποὺ ἐδῶ ἀπομνήσκετε, νά 'στε ἡ χαρὰ γιὰ πάντα τῶ γυναικῶν καὶ τέκνω σας, κι οἱ θεοὶ νὰ σᾶς φυλᾶνε, καὶ συφορὲς ἡ χώρα σας ποτὲς νὰ μὴ γνωρίση.”
Τότες σηκώθηκε ὁ τρανὸς Δυσσέας, στῆς Ἀρήτης τὰ χέρια τὸ διπλόκουπο παράδωσε ποτήρι,
καὶ λάλησε της κι εἶπε της μὲ φτερωμένα λόγια· “Γειά σου, χαρά σου ὁλοζωῆς, βασίλισσα, ὥσπου νά 'ρθουν τὰ γερατειὰ κι ὁ θάνατος, ποὺ τοὺς θνητοὺς προσμένουν· μισεύω τώρα, κι εὔκουμαι νὰ χαίρεσαι ἐδῶ μέσα τὰ τέκνα σου καὶ τὸ λαὸ καὶ τὸ γενναῖο Ἀλκίνο.”


Καὶ στὸ γιαλὸ σὰ φτάσανε, καὶ στὸ καράβι μπῆκαν, τὰ παλληκάρια οἱ προβοδοὶ στὸ κουφωτὸ καράβι
πῆραν καὶ βάλαν τὰ πιοτὰ καὶ τὶς προμήθειες ὅλες· καὶ τοῦ Ὀδυσσέα στρώσανε βελέντζα καὶ σεντόνι
στοῦ καραβιοῦ τὸ κάσαρο, γιὰ νὰ γλυκοκοιμᾶται στὴν πρύμη· αὐτὸς ἀνέβηκε καὶ πλάγιασ' ἐκεῖ τότες
σιωπώντας· κι αὐτοὶ κάθισαν ἀραδιαστοὶ στοὺς πάγκους, καὶ τὸ παράγγι ξέλυσαν ἀπὸ τὴν τρύπια δέστρα. Καὶ πίσω καθὼς γέρνανε καὶ τὰ νερὰ σκορποῦσαν, ὕπνος βαρὺς κατέβαινε πὰς στὰ ματόφυλλά του, βαθὺς περίσσια καὶ γλυκός, μὲ θάνατο παρόμοιος.
Σὰν πρόβαλε τὸ φωτερὸ τ' ἀστέρι ποὺ στὰ οὐράνια τῆς νυχτογέννητης αὐγῆς πρωτομηνάει τὴ φέξη, τὸ πλοῖο τὸ πελαγόδρομο ζύγωνε πιὰ στὸ Θιάκι.Βρίσκετ' ἐκεῖ τοῦ Φόρκυνα, τοῦ πελαγήσου γέρου,
κάποιο λιμάνι, καὶ σ' αὐτὸ δυὸ κάβοι ποὺ προβάλλουν, βραχόσπαρτοι, πρὸς τὴν μπασιὰ τοῦ λιμανιοῦ συγκλίνουν, κι ὄξω κρατοῦν τὰ κύματα ποὺ οἱ τρικυμιὲς σηκώνουν μὰ μέσα τὰ καλόφτιαστα συχάζουνε καράβια, δίχως δεσίματα, ἅμα μποῦν καὶ βροῦνε ἀραξοβόλι.
Εἶναι κι ἐλιὰ μακρόφυλλη βαθιὰ μὲς στὸ λιμάνι· καὶ δίπλα της ἀχνόθαμπη σπηλιὰ χαριτωμένη,
ἱερὸ λημέρι τῶν Νυφῶν ποὺ λέγουνται Ναϊάδες. Κροντήρια καὶ διπλόχερες λαγῆνες ἐκεῖ βρίσκεις,
ποὺ τὰ μελίσσια μέσα τους πηγαίνουν καὶ φωλιάζουν.
Εἶναι καὶ πέτρινοι ἀργαλειοὶ περίτρανοι, ποὺ οἱ Νύφες φαίνουν σκουτιὰ πορφυρωτὰ ποὺ βλέπεις καὶ θαμάζεις. Ἔχει κι ἀστείρευτα νερά, καὶ θύρες δυό· μιὰ θύρα πρὸς τὸ Βοριὰ ποὺ δύνουνται ν' αὐλίζουνται καὶ ἀνθρῶποι, κι ἡ ἄλλη, θεϊκιά, πρὸς τὸ Νοτιά, ποὺ ἀνθρῶποι δὲν περνᾶνε,
μόνε εἶναι τῶν ἀθάνατων ἡ θύρα ἐκείνη δρόμος.
ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΩΝ ΝΥΜΦΩΝ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΘΑΝΑΤΟΥΣ

Καὶ στὴ στεριὰ σὰ βγήκανε ἀπ' τὸ γερὸ καράβι, πρῶτ' ἀπ' τὸ πλοῖο τὸ κουφωτὸ τὸν Ὀδυσσέα σηκῶσαν· μὲ τὸ σεντόνι τὸ λινὸ καὶ τὸ λαμπρὸ στρωσίδι στὴν ἀμμουδιὰ τὸν ἔθεσαν καθὼς βαριοκοιμόταν, κι ὕστερα βγάλαν τὰ καλὰ ποὺ οἱ Φαίακες τοῦ δῶκαν ποὺ ἐρχόταν μὲ τῆς Ἀθηνᾶς τὴ χάρη στὴ πατρίδα.
Τά 'θεσαν ὅλα στῆς ἐλιᾶς τὴ ρίζα σωριασμένα, ὄξω ἀπ' τὸ δρόμο, μὴν τὰ δῆ περαστικὸς κανένας,
καὶ πάη καὶ τὰ πειράξη πρὶν ξυπνήση ὁ Ὀδυσσέας.
 Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΠΟΚΟΙΜΙΣΜΕΝΟΣ ΤΟΠΟΘΕΤΕΙΤΑΙ   ΣΤΟ ΕΔΑΦΟΣ ΤΗΣ ΙΘΑΚΗΣ  1550Le Primatice (ζωγραφική πάνω σε ξύλο)

Κι αὐτοὶ ξαναγυρίζανε στὸν τόπο τους. Μὰ ὁ Σείστης δὲν ξέχναε τὶς φοβέρες του στο θεϊκὸ Ὀδυσσέα, καὶ πῆγε τοῦ Δία στὸν Ὄλυμπο τὴ γνώμη νὰ ρωτήξη· “ Δία πατέρα, ἐγὼ τιμὴ δὲ θά 'χω πιὰ καὶ δόξα μὲς στοὺς θνητούς, μιὰς καὶ θνητοὶ δὲ μὲ τιμοῦν ἐμένα, οἱ Φαίακες δά, ποὺ λέγουνται κι ἀπόγονοι δικοί μου.
Γιὰ τὸ Δυσσέα τὸ εἶπα ἐγὼ πὼς στὴν πατρίδα θά 'ρθη, πολλὰ σὰν πάθη· γυρισμὸ νὰ τοῦ ἀρνηθῶ ποτές μου δὲ θέλησα, τὶ τό 'ταξες ἐσὺ πὼς θὰ γυρίση.

Κι ὁ Δίας τοῦ ἀποκρένεται ὁ συννεφομαζώχτης·“Σείστη, μεγαλοδύναμε, τὶ λόγο πῆγες κι εἶπες ;
Δὲ σ' ἀψηφοῦν οἱ ἀθάνατοι· καὶ πῶς θ' ἀποκοτοῦσαν ἐσένα τὸ μεγάλο τους καὶ πρῶτο ν' ἀψηφήσουν ;
Κι ἂν ἄντρας κάποιος δυνατὸς κι ἀπόκοτος θελήση νὰ σὲ προσβάλη, ἐσὺ μπορεῖς νὰ γδικιωθῆς κατόπι.  Κάμε ὅπως θέλεις, καὶ καθὼς καλὸ τὸ κρίνει ὁ νοῦς σου.”

Αὐτὸ ἀπ' τὸ Δία σὰν ἄκουσε τοῦ κόσμου ὁ μέγας σείστης πρὸς τὴ Σκερία ξεκίνησε, τὸν τόπο τῶν Φαιάκων, καὶ στάθηκε· σὰν πρόβαλε τ' ἀνάφρυδο καράβι στὸ κῦμα γοργολάμνοντας, ζυγώνει ὁ Ποσειδώνας, μὲ τήν παλάμη τὸ βαράει, στὰ βάθια τὸ ριζώνει, πέτρα τὸ κάνει, ξεκινάει καὶ χάνεται ἀποκεῖθε.
Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ Charles Lebrun The Wrath of Neptune 1670

Κι ὁ Ἀλκίνος τότε ὁ βασιλιὰς ξαγόρεψέ τους κι εἶπε· “ Γιὰ δῆτε πῶς οἱ παλαιϊκὲς μᾶς βγαίνουν προφητεῖες τοῦ κύρη μου, σὰν ἔλεγε πὼς μᾶς φτονοῦσε ὁ Σείστης, ποὺ ὅλους ἐμεῖς ἀπείραχτοι στὴ γῆς τους προβοδᾶμε,.....κι ἂς σφάξουμε τοῦ Ποσειδώνα τώρα δώδεκα ταύρους διαλεχτούς, ἴσως καὶ σπλαχνιστῆ μας, καὶ μὲ τρανὸ τὴ χώρα μας βουνὸ δὲν τριγυρίξη.”
Κι ὁ μέγας ὁ Ὀδυσσέας σηκώθη ἀπὸ τὸν ὕπνο του στὴ γῆς τὴν πατρική του,
καὶ μήτε τήνε γνώρισε, καιροὺς ξενιτεμένος· τὶ ἡ διογέννητη Ἀθηνᾶ μ' ἀχνὸ τὸν περεχοῦσε,
νὰ τὸν φυλάξη ἀγνώριστο, καὶ νὰ τὸν δασκαλέψη, μὴν τόνε νιώση ἡ σύγκοιτη κι οἱ φίλοι κι οἱ πολῖτες, πρὶν κάθε τους ἀδίκημα πλερώσουν οἱ μνηστῆρες.
Γιὰ δαῦτο καὶ τοῦ σφάνταζαν ἀλλιώτικα ὅλα γύρω, τὰ μονοπάτια τὰ μακριὰ, τὰ ὁλόκλειστα λιμάνια,
τὰ δέντρα τὰ ὁλοφούντωτα, κι οἱ βραχουριὲς παντοῦθε.
Πετιέται ἀπάνω, στέκεται, κοιτάζει τὴν πατρίδα, καὶ τότε θλιβερὰ βογγάει, καὶ τὰ μεριὰ βαρώντας
μὲ τὶς παλάμες, κλαίγεται καὶ λέει μοιρολογώντας· “Ἀλλοίς μου, καὶ σὲ τί λογῆς ἀνθρώπων ἦρθα χώρα ; νά 'ναι ἆραγες ἀσύστατοι κι ἀδικοπράχτες κι ἄγριοι, ἢ νά 'χουνε φιλοξενιὰ καὶ θεοφοβιὰ στὸ νοῦ τους ;
Ποῦ φέρνω αὐτοὺς τοὺς θησαυρούς ; καὶ ποῦ πλανιέμαι ἀτός μου;...........
Σὰν εἶπε αὐτά, τοὺς τρίποδες μετροῦσε τοὺς πανώριους, καὶ τὰ λεβέτια, τὰ σκουτιά, καὶ τὸ λαμπρὸ χρυσάφι, καὶ τίποτες δὲν τοῦ 'λειπε· μὰ ἔκλαιγε γιὰ τὴ γῆς του, καὶ πικραναστενάζοντας σερνότανε στὴν ἄκρη τοῦ πολυτάραχου γιαλοῦ. Κι ἦρθε ἡ Ἀθηνᾶ σιμά του, μοιάζοντας νέο πιστικὸ ποὺ πρόβατα φυλάγει, περίσσια τρυφερόκορμο, καὶ σὰ βασιλοπαίδι.
Εἶχε διπλὴ στὸν ὦμο της καλόφτιαση φλοκάτα, στὰ ὡραῖα πόδια σάνταλα, στὰ χέρια της κοντάρι,
Ἅμα τὴν εἶδε χάρηκε καὶ ζύγωσε ὁ Δυσσέας, καὶ φώναξέ την, κι εἶπε της μὲ λόγια φτερωμένα·
“Φίλε, ποὺ πρῶτος ἔλαχες σ' αὐτὴ τὴ χώρα ὀμπρός μου, γειά σου, καὶ μὴ μοῦ φέρνεσαι κακόγνωμα· μόν' σῶσε κι ἐτοῦτα ἐδῶ κι ἐμένανε· τὶ σὰ θεό μου ἐσένα κοιτώντας καὶ δοξάζοντας στὰ γόνατά σου πέφτω.
Καὶ τοῦτο τώρα ξήγα μου μὲ ἀλήθεια, νὰ τὸ ξέρω· Ποιά γῆ 'ναι αὐτή, καὶ ποιός λαός; τί ἀνθρῶποι ἐδῶ γεννιοῦνται; νά 'ναι νησάκι ξάστερο κι αὐτό, γιά μήπως ἄκρη τῆς καρπερῆς εἶναι στεριᾶς πρὸς τὸ γιαλὸ ἁπλωμένη ; ”

Τότε γυρνᾶ καὶ τοῦ μιλᾶ ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα·
“Γιά κούφιος εἶσαι, ὦ ξένε μου, γιὰ ἀπὸ μακριὰ μᾶς ἦρθες, καὶ μὲ ρωτᾶς γι' αὐτὴ τὴ γῆς. Δὲν εἶναι δὰ καὶ τόσο στὸν κόσμο ἀγνώριστη· πολλοὶ τὴν ξέρουν κι ὅσοι ζοῦνε πρὸς τοῦ ἥλιου τὴν ἀνατολή, κι ὅσοι στὰ μέρη ζοῦνε ποὺ πέφτουν καταπίσωθε πρὸς τ' ἀχνερὰ σκοτάδια.
Δὲν εἶναι γῆς γιὰ ἀλόγατα, παρὰ γεμάτη πέτρα· μὰ πάλε μήτε γῆς φτωχή, κι ἁπλόχωρη ἂς μὴν εἶναι.
Στάρι περίσσιο καὶ κρασὶ καλὸ μᾶς δίνει ὁ τόπος, τὶ πάντα πέφτει ἐδῶ βροχὴ καὶ μᾶς δροσαίνουν πάχνες· γίδια καὶ βόδια βρίσκουνε καλὴ βοσκὴ ἐδῶ πέρα, μὰ καὶ τὰ δέντρα μὲ νερὰ ποτίζουνται περίσσια.
Η ΑΘΗΝΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ Giuseppe Bottani
 
Κι ἔτσι τὸ Θιάκι ἀκούστηκε κι ὡς τὴν Τρωάδα ἀκόμα, ποὺ λένε ἀπ' τὴν Ἀχαϊκὴ τὴ γῆς μακριὰ πὼς εἶναι.”
..............................
 Εἶπε, καὶ χαμογέλασε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα, κι ἁπλώνοντας το χέρι της τὸν χάδεψε, καὶ φάνη
σὰ δέσποινα ὥρια καὶ τρανὴ σ' ἔργα λαμπρὰ πιδέξια. Καὶ φώναξέ τον κι εἶπε του μὲ λόγια φτερωμένα·  “Μαριόλος καὶ παμπόνηρος θά 'ναι ὅποιος σὲ περάση σὲ κάθε ἀπάτη, μὰ καὶ θεὸς ἂν τύχη νά 'ναι ἀκόμα.
Σκληρὲ καὶ μυριοσόφιστε κι ἀχόρταγε στοὺς δόλους, ὡς καὶ στὴ γῆς σου σὰ βρεθῆς δὲν τὸ ἀστοχᾶς τὸ ψέμα, μήτε τὰ λόγια τὰ πλαστά, ποὺ ἀρχῆθες τ' ἀγαποῦσες.
Μὰ τώρα αὐτὰ ἂς τ' ἀφήσουμε· σοφοὶ εἴμαστε κι οἱ δυό μας, πρῶτος κι ἐσὺ μὲς στοὺς θνητοὺς στὴ γνώση καὶ στὰ λόγια, καὶ πάλε ἐγὼ μὲς στοὺς θεοὺς γιὰ νοῦ καὶ γιὰ ξυπνάδα
εἶμ' ἀκουσμένη. Τοῦ Διὸς τὴν κόρη τὴν Παλλάδα, τὴν Ἀθηνᾶ δὲ γνώρισες ἐσὺ, ποὺ μερανύχτα
σοῦ παραστέκω, σ' ὅλα σου τὰ πάθια φύλακάς σου, καὶ ποὺ ἔκαμα τοὺς Φαίακες νὰ σ' ἀγαπήσουν ὅλοι.
Καὶ τώρα ἀκόμα βγῆκα ἐδῶ, γιὰ νὰ συλλογιστοῦμε πῶς νὰ σοῦ κρύψω τὰ καλὰ ποὺ οἱ Φαίακες σοῦ δῶκαν καθὼς ὁ νοῦς μου τὰ ὅρισε, μαζί σου νὰ τὰ φέρης.
Μὰ νὰ σοῦ πῶ, καὶ τί δεινὰ στὸ σπιτικό σου ἡ μοῖρα σοῦ φύλαξε· κι ἐσὺ καρδιὰ νὰ κάμης ν' ἁπομένης, καὶ σὲ κανένα μὴν ξηγᾶς οὔτ' ἄντρα οὔτε γυναίκα, πὼς ἀπ' τὰ ξένα γύρισες, παρὰ ὅσα κι ἂν παθαίνης ἀπὸ κακόβουλους θνητούς, ἀμίλητα νὰ τά 'χης.”
“ Μὲ τέτοιες πάντα συλλογὲς τὸ νοῦ σου βασανίζεις· γι' αὐτὸ κι ἐγὼ στὰ πάθια σου μονάχο δὲ σ' ἀφήνω, πού 'σαι δὰ τόσο γνωστικός, καλὸς κι ἀνοιχτομάτης.
Ἂν ἦταν ἄλλος κι ἔρχονταν στὸν τόπο του ἀπ' τὰ ξένα, θένα ' τρεχε, τὴ σύγκοιτη νὰ δῆ καὶ τὰ παιδιά του· μὰ ἀκόμα ἐσὺ δὲ λαχταρεῖς νὰ μάθης καὶ ν' ἀκούσης, μόν' πρῶτα τὴ γυναῖκα σου ζητᾶς νὰ δοκιμάσης, ποὺ μὲς στὸν πύργο κάθεται καὶ τυραννιέται ἡ ἔρμη, κι οἱ νύχτες της, κι οἱ μέρες της περνᾶνε μὲ τὰ δάκρυα.
Ποτὲς δὲν τὸ φοβόμουνα, μόν' τό 'χα ἐγὼ στὸ νοῦ μου, πὼς πίσω θένα 'ρθῆς χωρὶς κανένα σύντροφό σου· ὅμως στὸν Ποσειδώνα ἐγώ, στ' ἀδέρφι τοῦ γονιοῦ μου, δὲν ἤθελα ν' ἀντισταθῶ, τὶ σοῦ ἦταν χολωμένος, τὸ μάτι ἀφότου τύφλωσες τοῦ ἀγαπημένου γιοῦ του.
Τώρα τοὺς τόπους τοῦ Θιακιοῦ γιὰ νὰ πειστῆς σοῦ δείχνω.
Νά, τοῦ παλιοῦ θαλασσινοῦ τοῦ Φόρκυνα ὁ λιμιώνας· νά, κι ἡ μακρόφυλλη ἡ ἐλιὰ στοῦ λιμανιοῦ τὴν ἄκρη, καὶ δίπλα της ἡ ἀχνόθαμπη σπηλιά, ἡ χαριτωμένη, ἱερὸ λημέρι τῶν Νυφῶν ποὺ λέγουνται Ναϊαδες· ἐκεῖ 'ναι καὶ τὸ θολωτὸ τὸ σπήλιο ποὺ σ' ἐκεῖνες πολλὲς ἐσὺ ἑκατοβοδιὲς καλόδεχτες τελοῦσες· νά, καὶ τὸ Νήριτο βουνό, τ' ὁλόσκεπο ἀπὸ δάσια.” Εἶπε, καὶ σκόρπισε ὁ ἀχνός, καὶ φάνη ἡ γῆς τριγύρω· τὴν εἶδε κι ἀναγάλλιασε ὁ πολύπαθος Δυσσέας, καὶ χαίροντας σὰ φίλησε τὴ γῆς τὴν πλουτοδότρα, στὶς Νύφες προσευκήθηκε σηκώνοντας τὰ χέρια· “Ὦ Νύφες, κόρες τοῦ Διός, ν' ἀξιωθῶ σας πάλε δὲν τό 'λπιζα· σᾶς χαιρετῶ μὲ τὶς γλυκειὲς εὐκές μου, καὶ δῶρα θὰ σᾶς φέρνουμε σὰν πρῶτα ἐμεῖς περίσσια, ἂν ἡ νικήτρια ἡ Ἀθηνᾶ, τοῦ Δία ἡ θυγατέρα, ζωὴ μοῦ δώση, καὶ ἀντρειὰ στὸ γιὸ τὸν ἀκριβό μου. ”
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟΝ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΩΝ ΝΥΜΦΩΝ 1944 MOOR HENRY SPENCER UNIVERSITY OF EAST ANGLIA

Τότες καθίσαν στῆς ἱερῆς ἐλιᾶς τὴ ρίζα οἱ δυό τους, νὰ δοῦν πὼς θὰ ξεκάμουνε τοὺς ἄτιμους μνηστῆρες.
Η ΕΛΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ
Κι ἄρχισε πρώτη ἡ Ἀθηνᾶ, ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα·.............μὲ ραβδὶ τὸν ἄγγιξε ἡ Παλλάδα, καὶ ζάρωσε τὸ λυγερὸ καὶ τ' ὄμορφο κορμί του, καὶ τὰ ξανθά του ἀφάνισε μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς του,
καὶ σκέπασε μὲ γέρικο πετσὶ τὰ μέλη του ὅλα· τὰ δυό του μάτια θάμπωσε ποὺ πρῶτα ἀστραποφέγγαν, καὶ μ' ἄσκημα παλιόρουχα τοῦ 'ντυσε τὸ κορμί του, κουρελιασμένα καὶ λερὰ καὶ μαῦρα ἀπὸ καπνίλα, μ' ἀπάνω λάφινη προβιὰ μακριὰ καὶ μαδημένη· τοῦ δίνει καὶ ραβδὶ χοντρό, κι ἕναν τορβὰ στὸν ὦμο σκισμένο καὶ μὲ πρόστυχο σκοινὶ γιὰ κρεμαστήρι.
 
Η ΑΘΗΝΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΕ ΖΗΤΙΑΝΟ 1775 Bottani,Giuseppe ΠΑΒΙΑ Musei Civici Del Castello Visconteo, Pinacoteca Malaspina ( ΙΤΑΛΙΑ

Αὐτὰ εἶπαν, καὶ χωρίστηκαν κι ἐκείνη πῆγε νά 'βρη στὴ θεία τὴ Λακεδαίμονα τ' ἀγόρι τοῦ Ὀδυσσέα.

  
 
ΙΘΑΚΗ ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ
Αὐτὰ εἶπαν, καὶ χωρίστηκαν κι ἐκείνη πῆγε νά 'βρη  στὴ θεία τὴ Λακεδαίμονα τ' ἀγόρι τοῦ Ὀδυσσέα.
 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου