Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

ΡΑΨ. ζ    Ὀδυσσέως ἄφιξις εἰς Φαιάκας.



 Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ RUBENS 1630-35 Palazzo Pitti ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ

Ἐκεῖ ὁ πολυβασάνιστος, ὁ μέγας Ὀδυσσέας κοιμόταν ἀπὸ κούραση κι ἀγρύπνια ἀφανισμένος.
Κι ἡ Ἀθηνᾶ ξεκίνησε στὴ χώρα τῶ Φαιάκων, ποὺ πρῶτα στὴν ἁπλόχωρη Ὑπέρεια κατοικοῦσαν, παράδιπλα στοὺς Κύκλωπες, ἀνθρώπους ἀλαζόνες,ποὺ ὅντας περίσσια δυνατοὶ πολλὰ κακὰ τοὺς  φτιάναν.
Κι ὁ θεόμορφος Ναυσίθοος τοὺς πῆρε στὴ Σκερία, κι ἀπὸ ἄντρες σιταρόθρεφτους μακριὰ συμμάζωξέ τους, σὲ πόλη τοὺς τοιχόκλεισε, τοὺς ἔχτισ' ἐκεῖ σπίτια, τοὺς ἔστησε ναοὺς θεῶν, καὶ μοίρασε τὴ γῆς τους.
Καὶ σὰν τὸν πῆρε ὁ θάνατος στὸν Ἄδη, τότ' ὁ Ἀλκίνος βασίλεψε, ποὺ ἡ γνώμη του θεοκατέβαστη ἦταν. Σ' ἐκείνου ἦρθε τὰ μέγαρα ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα, τὸ γυρισμὸ τοῦ ἀντρόψυχου Ὀδυσσέα μελετώντας
. Καὶ μπῆκε μὲς στὸ θάλαμο τὸ λαμπροδουλεμένο, ποὺ κόρη μὲ ὅψη κι ὀμορφιὰ θεόμοιαστη κοιμόταν, ἡ Ναυσικᾶ, τοῦ ἀντρόψυχου τοῦ Ἀλκίνου ἡ θυγατέρα.
Σιμά 'τανε δυὸ κοπελιὲς χαριτοστολισμένες, στὰ πλάγια θύρας σφανταχτῆς μὲ τὰ κλεισμένα φύλλα. Σὰν ἀγεράκι χύθηκε στὴν κλίνη τῆς παρθένας, καὶ στάθηκε ἀποπάνω της καὶ μίλησέ της κι εἶπε,
τῆς θυγατέρας μοιάζοντας τοῦ θαλασσακουσμένου τοῦ Δύμαντα, ποὺ ὁμήλικη τὴν εἶχε κι ἀκριβή της. Μ' αὐτῆς τήν ὄψη μίλησε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα· “Ὀκνὴ μαθές, ὦ Ναυσικᾶ, σὲ γέννησε ἡ μανούλα, καὶ κάθουνται ἀσυγύριστα τὰ λαμπερά σου ροῦχα.
Μὰ ἀγγίζει ὁ γάμος, ποὺ ὄμορφα κι ἐσὺ νὰ βάλης πρέπει, νὰ δώσης γιὰ νὰ βάλουνε κι ἐκεῖνοι ποὺ σὲ πάρουν. Αὐτὰ δὰ φέρνουν ὄνομα καλὸ στὸν κόσμο μέσα, ποὺ κι ὁ γονιὸς τὰ χαίρεται κι ἡ βλογημένη ἡ μάνα.
Μόν' πᾶμε πιὰ νὰ πλύνουμε ἡ αὐγὴ καθὼς χαράξη. Θά 'ρθω κι ἐγὼ νὰ δώσω σου βοήθεια, νὰ προφτάξηςνὰ τοιμαστῆς, γιατὶ πολὺ δὲ μνήσκεις πιὰ παρθένα,παρ' ἀπὸ τώρα    οἱ διαλεχτοὶ τῆς χώρας τῶ Φαιάκων γυρεύουνέ σε, ποὺ κι ἐσὺ μ' αὐτοὺς μαζὶ μετριέσαι.
Μόνε ἔλα, βάλ' τὸ δοξαστὸ γονιό σου τὴν αὐγούλα, τὰ ζὰ νὰ παραγγείλη αὐτός, κι ἁμάξι ποὺ νὰ πάρη τὶς ζῶνες, τὰ φορέματα καὶ τὰ λαμπρὰ τὰ χράμια.
ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΝΑΥΣΙΚΑΣ Du Fresnoy, Charles Alphonse 1665
Κι ἦρθε ἡ Αὐγὴ ἡ καλόθρονη καὶ σήκωσ' ἀπ' τὴν κλίνη τὴ λαμπροφόρα Ναυσικᾶ, ποὺ τ' ὄνειρο θυμόταν, καὶ θάμαζε. Καὶ κίνησε μὲς στὰ παλάτια ἀμέσως νὰ τὸ μηνύση τοῦ ἀκριβοῦ γονιοῦ της καὶ τῆς μάνας,
Βρῆκε τὴ μάνα στὴ γωνιὰ σιμὰ στὶς παρακόρες, κι ἔκλωθε νῆμα πορφυρί· τὸν κύρη εἶδε παρόξω,
στοὺς βασιλέους σὰν πήγαινε τοὺς δοξαστούς, ποὺ κάναν βουλή, καὶ τὸν καλούσανε οἱ Φαίακες οἱ λεβέντες.
Καὶ φτάσανε  στοῦ ποταμιοῦ τὸ ρέμα τὸ πανώριο, βρῆκαν ἀστείρευτα νερὰ γιὰ πλύση, ποὺ ἀναβρύζαν λαμπρὰ, καὶ ποὺ τὰ πιὸ λερὰ σκουτιὰ θὰ καθαρίζαν·,σιμὰ στὸ χόχλιο ποταμό,  νὰ βόσκουν καὶ νὰ τρῶνε τὴν ἀγριάδα τὴ γλυκειά. Σηκῶσαν ἀπ' τ' ἁμάξι
τὰ ροῦχα, καὶ βουτώντας τα μὲς στὰ νερὰ τὰ σκοῦρα, γοργὰ καὶ μὲ συνερισιὰ στοὺς λάκκους τὰ πατοῦσαν.
Η ΝΑΥΣΙΚΑ ΣΤΗ ΠΗΓΗ

Lucien Simon (1861-1945  Musée de la Ville de Paris, Musée du Petit-Palais, Paris

Καὶ σὰν τὰ πλῦναν κι ἔβγαλαν κάθε λερὸ σημάδι, πῆγαν ἀράδα τ' ἄπλωσαν ἀπάνω στ' ἀκρογιάλι, κεῖ ποὺ τὶς πέτρες λεύκαινε πὰς στὴ στεριὰ τὸ κῦμα,
Κι ἡ ἀσπροχέρα ἡ Ναυσικᾶ τοὺς γλυκοτραγουδοῦσε. Πῶς ἡ σαϊτεύτρα ἡ Ἄρτεμη, στὶς ράχες  ροβολώνταςτοῦ θεόρατου τοῦ θεόρατου Ταΰγετου, ἢ στοῦ Ἐρύμανθου τὰ ὄρη, βρίσκει χαρὰ σ' ἀγριόχοιρους στὰ γοργὰ τὰ λάφια.
Σφαῖρα σὲ μιά της κοπελιὰ πετάει ἡ βασιλοπούλα, μὰ ἀστόχησε, καὶ στὸ βαθὺ τὴν ἔρριξε ποτάμι.
Φωνὴ τότε ὅλες σέρνουνε, ξυπνάει ὁ Ὀδυσσέας, μισοσηκώνεται, κι αὐτὰ στὸ νοῦ του διαλογιέται·
 “Ἀλλοίς μου, καὶ σὲ τί λογῆς ἀνθρώπων νὰ ἦρθα χώρα; νά 'ναι ἆραγες ἀσύστατοι κι ἀδικοπράχτες κι ἄγριοι, ἢ νά 'χουνε φιλοξενιὰ καὶ θεοφοβιὰ στὸ νοῦ τους;
Σὰν κοριτσιῶν ψιλὴ φωνὴ στ' αὐτιά μου νὰ βουΐζη, σὰ νύφες, ποὺ ἔχουν κατοικιὰ ψηλὰ στὰ κορφοβούνια, καὶ στὶς πηγὲς τῶν ποταμῶν καὶ στὰ χλωρὰ λιβάδια. Ἢ νά 'μαι μέσα σὲ θνητούς ποὺ ἀνθρώπινα λαλοῦνε; Ἂς πάω μονάχος μου νὰ δῶ καὶ νὰ καλοξετάσω.”
Καὶ βγῆκε ἀπ' τὰ χαμόδεντρα ὁ μέγας ὁ Ὀδυσσέας, κι ἀπὸ τὸ δάσο τὸ πηχτὸ μὲ τὴ βαρειά του χέρα
κόβει πολύφυλλο κλωνὶ τὴ γύμνια του νὰ κρύψη. Καὶ σὰ λιοντάρι χούμιξε βουνόθρεφτο, ποὺ ξέρει
τὴ δύναμη του, ποὺ βροχὴ κι ἀνέμους δὲ φοβᾶται, μόνο μὲ μάτια φλογερὰ βόδια κι ἀρνιὰ ζυγώνει,
ἢ τ' ἀγριολάφια κυνηγάει· γιά καὶ σὲ στέρια μάντρα ἡ πεῖνα του θὰ τό 'σπρωχνε τὰ πρόβατα ν' ἀρπάξη· ἔτσι στὶς ὡριοπλέξουδες κοπέλες ὁ Ὀδυσσέας ἐρχόταν, ἂν κι ὁλόγυμνος, τὶ ἀνάγκη τὸν τραβοῦσε.
Σκιάζονται αὐτὲς στὴν ὄψη του τὴ θαλασσοδαρμένη, καὶ λαφιασμένες στοῦ γιαλοῦ σκορπιένται τὶς ἀκροῦλες·μονάχα ἡ κόρη ἀπόμεινε τοῦ Ἀλκίνου, τὶ στὰ στήθια θάρρος τῆς ἔβαλ' ἡ θεά, καὶ πῆρε της τὸ φόβο.
Ἀγνάντια στάθη ἀσάλευτη· κι ἐκεῖνος διαλογιόταν, ν' ἀγγίξη της τὰ γόνατα τῆς νέας καὶ νὰ προσπέση, γιά ἀπὸ μακρόθε μὲ γλυκὰ νὰ τὴ ρωτήξη λόγια ποῦ πέφτει ἡ χώρα, καὶ σκουτιὰ συνάμα νὰ γυρέψη.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΝΑΥΣΙΚΑ Ludwig Thiersch  ΑΧΙΛΛΕΙΟΝ ΚΕΡΚΥΡΑ


“Προσπέφτω σου, ὦ βασίλισσα, θνητὴ γιά ἀθάνατη εἶσαι· ἂν εἶσαι ἀπ' τὶς ἀθάνατες ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια, παρόμοια μὲ τὴν Ἄρτεμη, τοῦ μέγα Δία τὴν κόρη, στὴν ὄψη καὶ στ' ἀνάστημα καὶ στὴ μορφὴ σὲ κρίνω· ἂν εἶσαι πάλε ἁπλὴ θνητή, τοῦ κόσμου κατοικήτρα, καλότυχοι, κι ὁ κύρης σου κι ἡ βλογημένη ἡ μάνα, καλότυχα τ' ἀδέρφια σου, ποὺ πάντα στὴν ψυχή τους περίσσιας γίνεσαι ἀφορμὴ χαρᾶς,καὶ καμαρώνουν τέτοιο βλαστάρι σὰ θωροῦν μὲς στοὺς χοροὺς νὰ μπαίνη.
Μὰ ἀκόμα πιὸ καλότυχος ἀπ' ὅλους εἶν' ἐκεῖνος, ποὺ βγῆ στὰ δῶρα νικητής, καὶ ταίρι του σὲ πάρη.
Τὶ σὰν κι ἐσένα ἄλλο θνητὸ τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν, ἄντρα ἢ γυναίκα· θαμασμὸς μὲ πιάνει σὰν θωρῶ σε. Τέτοια στὴ Δῆλο, στὸ βωμὸ τοῦ Ἀπόλλωνα τὸ πλάγι,νιοβλάσταρη εἶδα φοινικιὰ κάποτε νὰ φουντώνη· τὶ κι ἀποκεῖθε πέρασα μὲ λαὸ πολὺ μαζί μου, παίρνοντας δρόμο ποὺ ἤτανε γραφτὸ νὰ μὲ παθιάση.
Καὶ καθὼς τότες σάστισα τὴ φοινικιὰ σὰν εἶδα, τὶ τέτοιο ἀπὸ τὴ γῆς δεντρὶ ποτὲς δὲ βλάστησε ἄλλο,
τώρα μ' ἐσένα, ὦ κορασιά, θαμάζω καὶ σαστίζω, κι ὅσο ἂν πονῶ, τὰ γόνατα φοβᾶμαι νὰ σοῦ ἀγγίξω.


ΝΑΥΣΙΚΑ ΚΑΙ ΟΔΥΣΣΕΑΣ Alessandro Allori τοιχογραφια-1560, ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ  Palazzo Salviati Banca Toscana

Καὶ στὸ ποτάμι πλένονταν ὁ μέγας Ὀδυσσέας, ξαρμίζοντας τὴ ράχη του καὶ τοὺς πλατιοὺς τοὺς ὤμους, κι ἀπ' τὸ κεφάλι τρίβοντας τῆς θάλασσας τὴν ἄχνη.
Καὶ σάνε λούστηκε καλὰ κι ἀλείφτηκε μὲ λάδι, καὶ τὰ σκουτιὰ ποὺ τοῦ 'δωσε ἡ παρθένα σάνε 'ντύθη,
τοῦ Δία ἡ γέννα, ἡ Ἀθηνᾶ τὸν ἔκαμε νὰ δείχνη σὰν πιὸ μεγάλος καὶ παχύς, κι ἀπὸ τὴν κεφαλή του
ὥρια κρεμιόντανε σγουρά, ποὺ μοιάζανε ζουμπούλια, Καὶ σὰν ποὺ χύνει μάλαμα στὸ ἀσήμι ἄντρας τεχνίτης,ποὺ ὁ Ἤφαιστος τὸν ἔμαθε κι ἡ Ἀθηνᾶ ἀπὸ τέχνη, καὶ δίνει χάρη στὰ ἔργα του, παρόμοια τοῦ περέχα τοὺς ὤμους καὶ τὴν κεφαλὴ μὲ περισσὴ μιὰ χάρη.
Πῆγε ἔπειτα καὶ κάθισε στῆς θάλασσας τὴν ἄκρη, στράφτοντας χάρες κι ὀμορφιές· τὸν θάμασε ἡ παρθένα, καὶ πρὸς τὶς ὡριοπλέξουδες κόρες γυρνάει καὶ κρένει· “Ἀκοῦστε με, ὦ ἀσπρόχερες κοπέλες, τί σᾶς κρένω·στοὺς Φαίακες τοὺς θεόμοιαστους δὲν ἦρθε αὐτὸς ὁ ἄντρας
χωρὶς νὰ τὸ θελήσουνε οἱ ἀθάνατοι τοῦ Ὀλύμπου·σὰν τὸν πρωτόειδα φάνηκε φτωχὸς καὶ τιποτένιος,
μὰ τώρα μοιάζει τῶν θεῶν ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια.
Μακάρι τέτοιος νά 'βγαινε κι ὁ ἄντρας ὁ δικός μου,καὶ νά 'στεργε στὸν τόπο αὐτὸ μ' ἐμᾶς νὰ λημεριάζη. Μὰ δῶστε του, κοπέλες μου, φαῒ πιοτὸ τοῦ ξένου.”

Ἄκου με, ὦ ξένε, κι ἔρχου ἐσὺ, ἂν θὲς ἀπὸ τὸν κύρη στὸν τόπο σου προβόδημα, καὶ γλήγορο ταξίδι.
Στὸ δρόμο θά 'βρης τὸ λαμπρὸ τῆς Ἀθηνᾶς τὸ δάσο, λεῦκες μ' ἀνάβρυσμα νεροῦ, κι ὁλόγυρα λιβάδι·
ἐκεῖ 'ναι τοῦ γονιοῦ μου ἡ γῆς καὶ τ' ἀνθοπεριβόλια· ἀπὸ τὴ χώρα ὡς ἐκειδὰ μπορεῖς βουητὸ ν' ἀκούσης, Κάθισ' ἐκεῖ καὶ πρόσμενε νὰ φτάσουμε στὴ χώρα, καὶ μέσα νὰ κατέβουμε στὰ γονικά μου σπίτια.
Καὶ πιὰ σὰν πῆς πὼς εἴμαστε φτασμένοι ἐμεῖς στὰ σπίτια, τότες ξεκίνα κατακεῖ καὶ ρώτα τοὺς διαβάτες, ποῦ 'ναι τοῦ μεγαλόκαρδου τοῦ Ἀλκίνου τὰ παλάτια, Εὔκολα βρίσκουνται· παιδὶ μπορεῖ νὰ σοῦ τὰ δείξη· τὶ τ' ἄλλα δὲ χτιστήκανε τὰ σπίτια τῶν Φαιάκων, σὰν ποὺ χτιστῆκαν τοῦ ἥρωα τοῦ Ἀλκίνου τὰ παλάτια.
Καὶ σὰ βρεθῆς στὸ πρόσπιτο καὶ στὴν αὐλή, προχώρα μὲς στὰ παλάτια γλήγορα, τὴ μάνα ν' ἀντικρύσης ποὺ κάθεται πρὸς τὴ γωνιά, μὲς στῆς φωτιᾶς τὸ φέγγος, καὶ κλώθει πορφυρὶ μαλλί, ποὺ νὰ τὸ δῆς θαμάζεις, στὸ στῦλο ἀκουμπισμένη αὐτή, κι οἱ δοῦλες πίσωθέ της.
Ἐκεῖ στημένος βρίσκεται καὶ τοῦ γονιοῦ μου ὁ θρόνος, ποὺ πίνοντας θὰ κάθεται μὲ ἀθάνατο παρόμοιος.Πέρασ' τον, καὶ στὰ γόνατα τῆς μάνας βάλε χέρια, ἂν θὲς νὰ σοῦ 'ρθη γλήγορα τοῦ γυρισμοῦ σου ἡ μέρα, καὶ νὰ σοῦ ἀνοίξη τὴν καρδιά, κι ἂς εἶναι ἡ γῆς σου ἀλάργα,
Τὶ μιὰς κι ἡ μάνα μέσα της σὲ συμπονέση, ξέρε πὼς τοὺς δικούς σου θένα δῆς, καὶ γλήγορα θὰ φτάσης στὸ σπίτι τὸ καλόχτιστο καὶ στὴ γλυκειὰ πατρίδα.


ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ ΝΑΥΣΙΚΑ  (1821)  Pierre Antoine Augustin Vafflard

”Ὁ θεϊκὸς Δυσσέας ἐκεῖ κάθισε. Καὶ σὲ λίγο στὴν κόρη προσευκήθηκε τοῦ τρισμεγάλου Δία·“Τοῦ Δία τοῦ αἰγιδόσκεπου ἀδάμαστη ἐσὺ κόρη, συνάκουσε με τώρα, ἐσὺ ποὺ ἄλλοτες ἀρνιόσουν
ν' ἀκούσης με, σὰ δέρνομουν ἀπὸ τὸν Κοσμοσείστη· καὶ κάνε οἱ Φαίακες σπλαχνιὰ κι ἀγάπη νὰ μοῦ δείξουν,”
Τὴν προσευκὴ συνάκουσε ἡ Ἀθηνᾶ ἡ Παλλάδα, μὰ δὲν τοῦ φανερώνουνταν ὀμπρός του, τὶ φοβόταντὸ γονικό της ἀδερφό· βαριὰ ἦταν χολωμένος μὲ τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα αὐτός, στὸν τόπο του ὡς νὰ φτάση.

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ JAN STYKA 1901 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου