Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΣΤΟΝ ΤΡΩΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ


Ο ΙΕΡΕΑΣ ΧΡΥΣΗΣ ΚΑΝΕΙ ΕΚΚΛΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ


ΡΑΨ. Α
Ο Απόλλων είναι θυμωμένος με τους Αχαιούς που πήραν την Ιέρειες τους και ρίχνει λοιμό στο στρατόπεδό τους, μετά την έκκληση του Ιερέα του  Χρύση και πατέρα της Χρυσιίδας, την οποία ο Αγαμέμνωνας με αλαζονεία και σκληρότητα   αρνήθηκε να επιστρέψει.
«… ακουσεν ο Φοίβος Απόλλων τον μύθο του γέροντα Χρύση, που σιωπηλός πήγε και προσευχήθηκε στην άμμο της πολυφλοίσβητης θάλασσας, και κατέβηκε από του Ολύμπου τις κορυφές με χολωμένη την καρδιά, τόξο στους ώμους έχων και αμφίκλειστη φαρέτρα. Κλάγγηξαν τότε τα βέλη επί των ώμων του, χολωμένος αυτό ως εκινήθη και προχωρούσε με νύκτα όμοιος. Κάθισε έπειτα μακριά των νηών και μετά βέλος αφήκε δεινή κλαγγή έγινεν από τ΄αργυρένιο τόξο. Μουλάρια πρώτα τόξευε και κύνες γοργούς, αλλά όμως έπειτα σ΄αυτούς βέλη πευκόπικρα ρίχνοντας τους έβαλε και συνεχώς πυρές νεκρών καίοντο θαμειές. Εννέα μέρες στον στρατό διωχέτευε τα βέλη του ο θεός και την δέκατη σε αγορά κάλεσε τον λαό ο Αχιλλεύς, γιατί αυτό στις φρένες του έθηκεν η θεά λευκοχέρα Ηρα, γιατί νοιαζόταν για τους Δαναούς, θνήσκοντας ορώντας τους.

ΡΑΨ.Δ
Ο Απόλλων εμψυχώνει του τρώες και τους λέει να μην υποχωρήσουν μπροστά στους Αργείους, αφού ο Αχιλλεύς είναι στις νήες χόλον αλγεινό χωνεύει. Τους Αχαιούς δε ορθώνει, βλέποντας να εγκαταλείπουν την μάχη,  η του Διός θυγατέρα , η ένδοξη Τριτογένεια, ΣΤΙΧ.510-516

ΡΑΨ.Ε
Με μεγάλη ιαχή κάτω έριξε τον γιό της Αφροδίτης Αινεία, που τον προστάτεψε ο Φοίβος σε κυανή νεφέλη, η Ιρις την συνοδεύει μαζί με τους ίππους του Άρη στον Όλυμπο, όπου η Αθηνά και η Ήρα με πειραχτικά έπη την ερέθισαν ενώ  ο Δίας  μειδιώντας την συμβούλεψε να αφήσει τα πολεμικά έργα που δεν της έχουν δοθεί αλλά μόνο τα όλο ίμερο έργα του γάμου. ΣΤΙΧ280-429
Ο βροντόφωνος  Διομήδης ορμά πάνω στον Αινεία. Αν και γίγνωσκε ότι ο Απόλλων τον έσκεπε με τα χέρια του. Τρείς φορές προσπάθησε μαινόμενος και όταν την τέταρτη ρίχθηκε με δαίμονα ίσος, δεινά φωνάζοντας προσείπεν ο Απόλλων. « Σκέψου, Τυδείδη υπεχώρησε λίγον οπίσω, την μήνιν φοβούμενος του Εκατηβόλου Απόλλωνος» , και τον Αινεία πήρε στην Ιερή Πέργαμον στον ναό του. Εκεί η Λητώ και η τοξεύτρα Άρτεμις  στο μεγάλο άδυτο γιάτρεψαν και ελάμπρυναν. ΣΤΙΧ 431-448



 
 
Ο ΑΙΝΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΔΗΛΟ LAUDE LORRAIN 1672
Ο Απόλλων είδωλον έφτιαξεν όμοιο του Αινεία και τα όπλα του ακόμη, γύρω από το οποίο Τρώες και Αχαιοί έσπαζαν αλλήλων τις γύρω από τα στήθη βόειες (ασπίδες από δέρματα βοοειδών), και προέτρεψε τον Θούριον Αρη  να αποσύρει τον Διομήδη από την μάχη. 

ΡΑΨ.Η
Μόλις η θεά γλαυκώπις Αθηνά, Αργείους ενόησεν να σκοτώνουν στην κρατερή μάχη κατέβηκε από του Ολύμπου τις κορυφές πηδώντας στο Ιλιον το ιερό. Σ΄αυτήν ενάντιος ορθώθηκε ο Απόλλων από την Πέργαμο κάτω ιδών, και στους Τρώες βούλετο νίκην, και συναντήθηκαν κοντά στην βαλανιδιά.ΣΤΙΧ.17-22
Ηρθε και ο άναξ Απόλλων του Διός γιός και της προσείπε να παύσουν τον πόλεμο για εκείνη την μέρα και συνεχίζουν μετά μέχρι το τέρμα του Ιλίου να εύρουν, αφού «…έτσι αποφασίσατε εσείς οι δύο αθάνατες, να εκπορθηθή τούτο το άστυ.»!!!.
Συμφώνησαν δε να ορθώσουν κρατερό μένος στον Εκτορα και να προκαλέση μόνος του σε μονομαχία ένα από τους Αχαιούς για να πολεμήσουν.

  Η Αθηνά και ο Απόλλων κάθισαν με όρνια μοιάζοντας, γυπαετοί σε υψηλή βαλανιδιά του πατρός Διός του αιγιδοφόρου.

ΡΑΨ Ο
Η Ηρα καλεί την Ιρις και τον Απόλλων να μεταβούν τάχιστα στον Ολυμπο όπου ο Ζεύς θέλει να τους μιλήσει
Στον Απόλλωνα , ο Ζεύς προσείπεν να τρέξει παρά του Εκτορα, και αφού στα χέρια λάβη την αιγίδα με τους θυσάνους και επισείοντας την να φευγατίζει τους Αχαιούς. «… Από εκεί και πέρα εγώ ο ίδιος θα σκεφθώ με έργο και με έπος, πως πάλιν οι Αχαιοί θ΄αναπνεύσουν από την καταπόνησιν» Αυτά είπε ο Ζεύς και ο Απόλλων δεν παράκουσε. ΣΤΙΧ. 220-235.
  
Δεν παράκουσε τον πατέρα του ο Απόλλων και κατέβη από τα Ιδαία όρη με γεράκι όμοιος, και εύρε τον Εκτόρα , που ο νούς του αιγιδοφόρου Διός τον είχε εγείρει, και τον θάρρεψε και μέγα μένος τον ενέπνευσε. ΣΤΙΧ. 236-270.
Προχωρούσαν οι Τρώες αθρόοι και πρώτος ο Εκτορας με μακρά βήματα, έμπροσθεν αυτού ο Φοίβος Απόλλων ντυμένος στους ώμους με νεφέλη κι είχε θούριαν αιγίδα, δεινή δασειά μεγαλοπρεπή ,που ο χαλκιάς Ηφαιστος στον Δία έδωσε να φέρη, τους άνδρες να φοβίζη.
Κατ΄ενώπα ιδών του Δαναούς, αύσε μάλα μέγα, εκείνων δε η ψυχή στα στήθη πάγωσε, λάθοντο θούριδος αλκής, και έφυγαν ανάλκιδες οι Αχαιοί, γιατί μέσα τους ο Απόλλων  έφερε φόβο, στους Τρώες και τον Εκτορα έδωσε δόξα. ΣΤΙΧ.306-327
Οι Αχαιοί τρέχουν να σωθούν πίσω προς τις νήες, ενώ ο Απόλλων εύκολα κλωτσώντας με τα πόδια (ποσσίν ερείπων) γκρέμισε την βαθειά τάφρο γεφυρώνοντας τον δρόμο και χύθηκαν κατά φάλαγγες (φαλαγγηδόν) οι Τρώες. Και εγκρέμισε το τείχος των Αχαιών ο Φοίβος, όπως την άμμο κοντά στην θάλασσα, που αφού ποιήση αθύρματα νηπιακά και πάλι τα γκρεμίζει με πόδια και χέρια παίζοντας. ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΣΥ ΗΙΕ ΦΟΙΒΕ ΌΣΑ ΜΕ ΠΟΛΥ ΚΑΜΑΤΟ ΚΑΙ ΜΟΧΘΟΝ ΟΙ ΑΡΓΕΙΟΙ ΕΚΤΙΣΑΝ ΓΚΡΕΜΙΣΕΣ ΚΙ ΑΥΤΟΥΣ ΣΕ ΦΥΓΗΝ ΕΤΡΕΨΕΣ. ΣΤΙΧ 352-366

ΑΠΟΛΛΩΝ ΘΥΜΩΜΕΝΟΣ ΤΙΜΩΡΕΙ ΤΟΥΣ ΑΧΑΙΟΥΣ  Paolo Fiammingo Museum of Fine Arts (Budapest)
  ΡΑΨ.Π
Επεσε ο Σαρπηδόνας από το φαεινό βέλος  του Πατρόκλου , ως δρύς ή λεύκα,  βεβρυχώς ( βρυχώμενος) έχοντας αδράξει την αιμοτόεσσα σκόνη, και ενώ πέθαινε στέναζε και φώναξε τον φίλο του και εταίρο  τον Γλαύκο που βαρύ άγχος του ήλθεν  ως την φθογγήν του άκουσε, ράγισεν η καρδιά του γιατί δεν μπορούσε να βοηθήσει. Τον πονούσε το έλκος που ο Τευκρος του έκαμε βάλλοντας με βέλος στον βραχίονα και ευχόμενος είπε στον εκηβόλον Απόλλωνα. « Ακουσε Αναξ, που κάπου στον εύφορο δήμο της Λυκίας είσαι ή στην Τροία, γιατί δύνασαι σύ από παντού ν΄ακούς άνδρα λυπημένο. Οξείες οδύνες ελαύνουν και ούτε το αίμα μου να στεγνώση δύναται…. Και άριστος άνδρας απωλέσθη, ο Σαρπηδών, του Διός ο γιός. Αυτός ούτε για το παιδί του αμύνεται. Αλλά εσύ άναξ, τούτο το κρατερόν βέλος θεράπευσέ μου και κοίμησε τις οδύνες και δός μου δύναμη…»
Και τον άκουσεν ο Φοίβος Απόλλων και ευθύς έπαυσε τις οδύνες από το επίπονον έλκος στέγνωσε το αίμα και δύναμη του έβαλε στο στήθος.  ΣΤΙΧ. 480-531


Την υψίπυλη Τροία θα έπαιρναν οι γιοί των Αχαιών υπό του Πάτροκλου τα χέρια, γιατί περά μπρός με το έγχος λυσσούσε, αν ο Φοίβος Απόλλων επί καλοδμήτου πύργου δεν στεκόταν, γι΄αυτόν ολέθρια φρονών, στους Τρώες δίνοντας αρωγή. Τρείς φορές ανέβηκε ο Πάτροκλος στο υψηλό τείχος και τρείς φορές ο Απόλλων τον απώθησεν με τα αθάνατά του χέρια  την φαεινήν ασπίδα του νύσσοντας. Και όταν για τέταρτη φορά ώρμησε με δαίμονα ίσος δεινά καλώντας τον έπη φτερωτά προσείπεν. « Υποχώρησε , διογενή Πάτροκλε δεν είναι της μοίρας από το δικό σου δόρυ να εκπορθηθή η πόλις των αγέρωχων Τρώων, ούτε από τον Αχιλλέα, που από σε πολύ καλύτερος.»
Και υποχώρησε ο Πάτροκλος την μήνιν αποφεύγοντας του εκατηβόλου Απόλλωνος ΣΤΙΧ. 697-711

ΡΑΨ.Ρ
Ουδ΄έλαθεν από τον γιό του Ατρέως, τον φιλοπόλεμο Μενέλαον, ότι ο Πάτροκλος από τους Τρώες δαμάσθηκε στην μάχην, και έβη αρματωμένος περί τον Πάτροκλον. Εκεί  τον γιό του Πάνθου  συναντά και ώρμησε με χαλκόν και τον χτύπησε στον αυχένα, και γδούπησε πεσών και βρόντηξαν τα όπλα επ΄αυτού. Ετσι τον ακοντιστήν Εύφορβον απέκτεινε και τα όπλα του εσύλησεν. Τον εφθόνησεν όμως ο Φοίβος Απόλλων, που πήρε την όψιν άνδρα, του ηγήτορος των Κικόνων Μέντη και εναντίον του ώρθωσεν τον Εκτορα όμοιο με τον γρήγορο Αρη, φωνάζοντας του έπη φτερωτά.
« Εκτορα , τώρα εσύ τρέχεις ανέφικτα διώκων τους ίππους του ανδρείου Αιακίδου. Εκείνους όμως δύσκολο άνδρες θνητοί να δαμάσουν ή να κυβερνήσουν, κανένας άλλος εκτός του Αχιλλέως που αθάνατη έτεκε μητέρα. "

ΡΑΨ.Υ ΘΕΩΝ ΜΑΧΗ
Ενάντια του Ποσειδώνος ίστατο ο Φοίβος Απόλλων, έχων βέλη φτερωτά, απέναντι στον Ενυάλιον η θεά γλαυκώπις Αθηνά, στην  Ηρα αντέστη η χρυσότοξη κελαδεινη Αρτεμιςη σαιτεύτρα, αδελφή του μακροσαιτευτή, στην Λητώ αντέστη ο σωτήριος αγαθοποιός Ερμής, και έναντι στον Ηφαιστο ο μέγας ποταμός με τις βαθειές δίνες, που Ξάνθον αποκαλούν οι θεοί και οι άνδρες Σκάμανδρον. ΣΤΙΧ.62-74
 
Και ενώ οι θεοί ενάντια θεών πήγαιναν, και ο Αχιλλεύς στου Εκτορος ποθούσε να εισδύση τον όμιλο, στον Αινεία έβαλε μένος δυνατό ο Απόλλων, με τον γιό του Πρίαμου τον Λυκάονα μοίαζοντας την φωνή, και τον ξεσηκώνει ενάντια στον Πηλείδη.
Ο Φοίβος Απόλλων συμβουλεύει τον Εκτορα να μην προμαχίση καθόλου μπροστά στον Αχιλλέα αλλά στο πλήθος και στον  θόρυβο να τον δεχτή για να μην τον χτυπήση και χώθηκε ο Εκτωρ στον ουλαμόν των ανδρών φοβηθείς, όταν άκουσε θεού φωνήν.  Αλλά μόλις είδε τον αδελφό Πολύδωρο δαμασθείς από τον Αχιλλέα δεν άντεξε και ενάντιον ήλθε, οξύ δόρυ κραδαίνων, με φλόγα όμοιος και μόλις τον είδε ο Αχιλλεύς αναφώνησε « Εγγύς μου ο άνδρας που από όλους πιο πολύ πλήγωσεν την ψυχή μου… για πολύ ακόμη δεν θα κρυβόμαστε στους δρόμους του πολέμου…πιο κοντά έλα, ώστε το θάττον στους ολέθρου τα πέρατα να φθάσης.» είπε ιππόδρα ιδών τον Εκτορα που αναπάλλοντας έριξε το δόρυ. Αλλά η Αθηνά με μία πνοή το έστρεψε πίσω από τον ένδοξο Αχιλλέα, ο οποίος εμμανής εφώρμησε με αγρίαν ιαχή. Ο Απόλλων όμως παρενέβηκε και τον κάλυψε με πυκνήν ομίχλην. Τέσσερις φορές όρμησε με το χάλκινον έγχος ο ταχύπους θεικός Αχιλλέας αλλά σκοτεινό αέρα έτυψεν και κατάλαβε ότι ο Φοίβος τον προστάτεψε. ΣΤΙΧ.375-454
ΡΑΨ Φ
Και πήδησε ο ξακουστός στο δόρυ Αχιλλέας μέσα από τον κρημνό ορμώντας και ο ποταμός εφώρμησε με φουσκωμένο κύμα και είπε στον Απόλλωνα «Ω πόποι, αργυρότοξε , Διός τέκνο, συ τις βουλές δεν κράτησες του Κρονίωνος, που πολλές φορές σου επέτελε στους Τρώες να παραστέκεσαι και να τους προστατεύης, ώσπου να έλθη το δειλινό που πέφτει αργά, και να σκιάση την εύφορη γή.» ΣΤΙΧ.229-232


Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΛΕΥΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΣΚΑΜΑΝΔΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΙΜΟΕΝΤΑ Auguste Couder 1818ΛΟΥΒΡΟ

Στον Απόλλωνα είπε ο κραταιός κοσμοσείστης « Φοίβε, τι περιμένουμε εμείς οι δύο. Δεν ταιριάζει αφού άρχισαν οι άλλοι, αίσχος αν αμαχητί πάμε στον Ολυμπο……. Νήπιε , άνοη καρδιά έχεις και ούτε αυτών έχεις ανάμνηση, όσα κακά πάθαμε στο Ιλιον, όταν στον υπερόπτη Λαομέδοντα από τον Δία ελθόντες θητεύσαμεν ένα χρόνο με ρητό μισθό και αυτός μας πρόσταζε και επέτελλε. Τείχος έκτισα περί την πόλι των Τρώων ευρύ και καλό για να είναι άρρηκτη η πολίς. Εσύ τους βαρύποδες ελικοκέρατους βούς βουκολούσες στης δασωμένης Ιδης τα πολύπτυχα φαράγγια, και κράτησε τον μισθό μας όλον ο φοβερός Λαομέδοντας και με απειλές μας απέπεμπε, ότι τα χέρια και πόδια μας θα δέση και θα μας πουλήση σε μακρινά νησιά και τα αυτιά μας θα κόψη με χαλκό…. Τώρα αυτού του λαού εσύ φέρης χάι κι ούτε με μας κοιτάζεις πως οι υπερφίαλοπι Τρώες να απολεσθούν  πρόχνυ κακώς (κακήν  κακώς με τα παιδιά τους και τις σεβαστές σύγκοιτες.»
Ο Απόλλων όμως ντρεπόταν  με τον αδελφό του πατέρα του να έλθη στα χέρια και προσείπεν σ΄αυτόν « Κοσμοσείστη, δεν θα έλεγες σώφρων ότι είμαι, αν με σένα τώρα πόλεμο κινήσω ένεκα των θνητών των δυστύχων, οι οποίοι με φύλλα όμοιοι άλλτοε μεν είναι όλο ζωντάνια, τον καρπό της γής τρώγοντες, άλλοτε δε φθίνουν και αφανίζονται…» ΣΤΙΧ.435-469
Ο Φοίβος Απόλλων στο ιερόν εισέδυσεν Ιλιον γιατί νοιαζόταν για το καλόδμητο τείχος της πόλεως, μήπως οι Δαναοί το εκπορθήσουν παρά την μοίρα την ημέραν εκείνην, οι μέν χολωμένοι, οι δε μεγαλοκαμαρώνοντας κάθισαν κοντά στον μεαλοσύννεφο πατέρα.
Ο γερων Πρίαμος ενόησε τον πελώριον Αχιλλέα, που στους Τρώες μόχθον και συμφορές έθηκε και φώναξε στους θυρωρούς να είναι έτοιμοι να ανοίξουν οι πύλες. Και οι γιοί των Αχαιών την υψίπυλη Τροία θα έπαιρναν αν ο Φοίβος Απόλλων τον θεικόν Αγήνορα δεν παρακινούσε του Αντήνορος τον άμωμο και κρατερό γιό. Στην καρδιά του θάρρος έβαλε και κοντά του αυτός εστάθη καλυμμένος με ομίχλη πολλή, και μόλις  βλέπει τον καστροπορθητή Αχιλλέα οξύ ακόντιο άφησε και χτύπησε στην κνήμη αλλά δεν την πέρασε γιατί εμπόδισαν τα όπλα του θεού. Όταν όμως ο Πηλείδης ώρμησε εναντίον του ο Απόλλων δεν τον άφησε να πάρην δόξα, αλλά τον κάλυψε με ομίχλη και εξήπαρσε αυτόν έξω από την μάχη.. Τον Πηλείωνα πάλι με δόλο απεμάκρυνε από τον λαό με τον Αγήνορα μοιάζοντας , και αυτός πίσω του τον κατεδίωκε μέχρι τον Σκάμανδρο τον βαθυδίνη, ενώ οι Τρώες φευγατίζαν και πρόλαβαν και μπήκαν μέσα στο άστυ. ΣΤΙΧ. 515-610




Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΑΤΑΔΙΩΚΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΤΡΩΕΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΣΚΑΜΑΝΔΡΟ  18 αιων. Charles Antoine Dijon ; musée des beaux-arts

ΡΑΨ. Χ Και ενώ οι Τρώες σαν ελαφόπουλα μέσα στο άστυ φευγατίζανε, τον Έκτορα  κυνηγούσε ο Πηλείδης αλλά σε αυτόν μίλησε ο Φοίβος Απόλλων, που τον παραπλάνησε. « Γιατί εμέ, του Πηλέως γιέ με τα ταχειά πόδια σου διώκεις, θνητός εσύ θεόν αθάνατον. Λοιπον δεν κατάλαβες ακόμη ότι θεός είμαι και σύ σφοδρώς με μένα μανιάζεις….»      « Με πλάνεψες μακροσαιτευτή, καταστρεπτικώτατε θεών πάντων, στρέφοντας με εδώ στο τείχος, αλλιώς πολλοί ακόμη την γή με τα δόντια θα δάγκωναν…Από μένα μέγα κύδος πήρες και αυτούς εύκολα έσωσες , αλήθεια θάπαιρνα εκδίκηση αν μπορούσα…» Απάντησε ο γρήγορος στα πόδια Αχιλλέας και προς το άστυ με μέγα φρόνημα έβη ορμώντας ως ίππος αθλοφόρος με
το όχημά του
ΡΑΨ Ω

Και φώναξε στους αθανάτους ο Φοίβος Απόλλων « σκληροί που είστε , θεοί ολέθριοι, ποτέ λοιπόν σε σας ο Εκτωρ δεν έκαιε μηρούς βών και αιγών τελείων…. Και στον ολέθριον Αχιλλέα βούλεσθε να δώσετε αρωγή, του οποίου ούτε οι φρένες είναι οι πρέπουσες ούτε η σκέψι του….και άλλοι απόλεσαν προσφιλέστερον αδελφό ή γιό αλλά οι Μοίρες ανεκτική καρδιά έδωσαν στους ανθρώπους.»


Ο ΑΠΟΛΛΩΝ ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΛΥΡΑ ΤΟΥ  ,"PARNASSUS" SIMON VOUET 1640
ΜΟΥΣΕΙΟ FINE ARTS BOUDAPEST


 








 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου