Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΤΗΝ ΙΛΙΑΔΑ



"Ulysses" by Ugo Attardi in Rockefeller Park

 Ό Όμηρος προβάλλει, εξυψώνει, αναδεικνύει ιδιαίτερα την προσωπικότητα, την παρουσία τού Οδυσσέως, τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια.
Πανανθρώπινο σύμβολο  ο ξακουστός Οδυσσέας, που όταν μιλούσε έμοιαζε σαν θεός, αφού «κανείς θνητός δεν παράβγαινε» μαζί του, «ίσος στην σύνεση  με το Δία » ο πολυμήχανος αγαπημένος της θεάς Αθηνάς, αυτός που με τη δύναμη του νου και την ευστροφία του κατάφερε να ρίξει τα κάστρα της ιερής Τροίας. 

Άπειροι είναι οι χαρακτηρισμοί του Οδυσσέα,  στην Ιλιάδα  και   είναι αυτός που μεσολαβεί και δίνει πάντα τη λύση σε κάθε δύσκολη στιγμή,  έχει την ικανότητα να εμπνέει, να δίνει θάρρος κι' ελπίδα όταν οι άλλοι λιγοψυχούν , είναι συνεργάσιμος με όλους,χωρίς να δημιουργεί προβλήματα και αναίτιες έριδες, δεν προβάλλεται με έπαρση και κομπασμό και πάνω από όλα  έχει κερδίσει τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων των συμπολεμιστών του. «Είναι πανέξυπνος και πρώτος σε συμβουλές σοφές» μας λέει ο Όμηρος , που μας τον  παρουσιάζει πάντα  να προνοεί, να νικά και να αντιμετωπίζει όλους τούς κινδύνους, με σύνεση, αθόρυβα και αποτελεσματικά.
Το κουράγιο του ήρωα και η αποφασιστικότητα του είναι ανεξάντλητα και δεν υποχωρεί ούτε δειλιάζει μπροστά στα εμπόδια.    Ό Οράτιος παρατηρεί ότι ό Όμηρος ως προς την ανδρεία και την σοφία μάς προτείνει ως παράδειγμα τον Οδυσσέα.
Στον πόλεμο  δε ό Οδυσσέας είναι ό γενναιότατος  και ατρόμητος. Θυμωμένος από τον θάνατο τού φίλου του Λεύκου, ορμά στη μάχη και σκοτώνει πολλούς
Με αδάμαστη θέληση , ευφυΐα , ανεξάντλητη αντοχή και συνετή υπομονή  και επιμονή, καρτερικότητα, ακολουθεί την προσωπική του μοίρα, ενός παράλογου και σκληρού κόσμου ακόμα κι' όταν χρειάστηκε να  μείνει ολομόναχος για να αντιμετωπίσει το πεπρωμένο του, που θα τον φέρει κοντά στην εκπλήρωση της αποστολής του, γιατί μέσα  στη καρδιά του έχει άσβεστη τη φλόγα της περιπέτειας και την επιθυμία της εξερεύνησης του αγνώστου.
«καρτερικός», «μεγαλόψυχος», «φρόνιμος και γνωστικός», «αντρειωμένος», ο χαρακτήρας του Οδυσσέα  και η προσωπικότητά του,  είναι πολυσύνθετη.

 Ο Οδυσσέας επάνδρωσε 12 πλοία Αρχηγός των Κεφαλλήνων.
Τα πλοία του δεν είναι μαύρα ‘μέλαινες νήες’, όπως των άλλων, αλλά ‘μιλτοπάρηοι νήες’ δηλαδή κόκκινα.

 Σ'όλο το διάστημα της πολιορκίας ο Οδυσσέας έδειξε τις εξαιρετικές του  ικανότητες τόσο σαν γενναίος πολεμιστής όσο και σαν πανούργος και έξυπνος διπλωμάτης και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο αφού διαθέτει μεγάλη επιρροή στο στρατόπεδο των Αχαιών. Αυτός όπως και ο Νέστορας παίζουν συχνά το ρόλο του σοφού συμβούλου.

Στην Ιλιάδα συναντούμε πρώτη φορά τον Οδυσσέα στην ΡΑΨ. Α . ΣΤΙΧ. 310, όπου συνοδεύει την Χρυσηίδα με τις καλές παρειές ,στον πατέρα της, ως αργηγός της αποστολής. Όταν δε αφίχθη στον Χρύση άγων ιερήν εκατόμβητου εκηβόλου Απόλλωνος, στου προσφιλούς πατρός το χέρι την παρέδωσε και είπε. « Χρύση, με προέπεμψεν ο άναξ ανδρών Αγαμέμνων την παίδα να σου δώσω, και στον Φοίβο ιερήν εκατόμβη να θυσιάσω υπέρ των Δανών, για να εξιλεώσουμε τον άνακτα ο οποίος τώρα στους Αργείους πολυστέναχτες λύπες έστειλεν» ΣΤΙΧ.430-445

 Στην Ραψ. Β   όταν ο Αγαμέμνων  παραπλανητικά είπε να φύγουν από την Τροία και να γυρίσουν στην πατρίδα ο Οδυσσέας επειδή άγχος την καρδιά και την ψυχή του άγγιξε, έβη τρέχοντας αποβάλλοντας την χλαίνη και την κόμισεν ο Ιθακήσιος κήρυξ ο Ευρυβάτηςπου τον ακολουθούσεν. Αυτός έναντι του Αγαμέμνωνος  ελθών αποδέχθηκε το πατρώο σκήπτρον , αιώνια άφθαρτο και στις νήες με αυτό των χαλκοχιτώνων Αχαιών έβη, και με αγανοίς επέεσσιν (μαλαγανιές ) εμπόδιζε κάθε βασιλιά και έξοχο άνδρα να μην ακούσουν τον Ατρείδη γιατί τους δοκιμάζει.  Αν πάλι κάποιον ανδρα του δήμου έβλεπε με το σκήπτρο τον κτυπούσε και με λόγια τον απόπαιρνε  « Δαιμόνιε , άτρεμα κάθισε κι άκουε τον μύθο των άλλων, που από σένα καλλιτεροι είναι, ενώ εσύ απόλεμος είσαι και χωρίς αλκή. Και ούτε στον πόλεμο σε συναριθμούσαμε ούτε στην βουλήν. Ούτε βέβαια όλοι θα βασιλεύσουμε εδώ οι Αχαιοί, δεν είναι αγαθόν ή πολυαρχία, ένας να είναι ο κύριος, ένας ο βασιλεύς, αυτός στον οποίον το παιδι του Κρόνου σκήπτρο και θεσμούς  για κείνους να βουλέυεται.». Ετσι εκείνος διερχόταν τον στρατό και όλοι πίσω γυρίζαν στις νήες και τις σκηνές.

 Μόνο ο Θερσίτης αμετροεπής φωνασκούσε και λέγοντας ότι τους ερχόταν. Ηταν ο πιο αισχρός άνδρας που στο Ιλιον ήλθε, στραβός, χωλός με ώμους κυρτούς, στενόμακρο το κεφάλι του με αραιές τρίχες. Εχθιστος ήταν μάλιστα στον Αχιλλέα και τον Οδυσσέα γιατί με αυτούς φιλονεικούσε. Αυτός οξέα κραυγάζων  έλεγεν ονείδους  στον θεικόν Αγαμέμνωνα και με αυτόν θύμωσαν  οι Αχαιοί και δυσφορούσεν το θυμικό τους.

Ο θεικός Οδυσσέας ιππόδρα ιδών, καθάπτεται με χαλεπόν μύθον, χτυπώντας τον με το σκήπτρο στους ώμους  «Θερσίτη με τους άκριτους μύθους αν και λιγύφωνος αγορητής……. Θα σου πώ κάτι τετελεσμένο μη σε ξαναβρώ εδώ να ανοηταίνεις όπως τώρα…..»  και εκείνος  εκυρτώθη κάθισεν τρομαγμένος και αμήχανος και όλοι οι άλλοι αν και πικραμένοι με την καρδιά τους γέλασαν και είπαν.  «ε, μύρια ο Οδυσσεύς καλά έπραξε και στις βουλές εξάρχει τις αγαθές και στον πόλεμο σηκώνεται, τώρα όμως τούτο μέγα κι άριστο στους Αργείους έπραξε που τον αθυρόστομο εμπόδισεν να αγορεύη. Δεν θα ξανατολμήση η αδιάντροπη καρδιά του να φιλονεικήση προς τους βασιλείς με έπη ονειδιστικά.» Ετσι είπεν η πληθύς κι ο καστροπορθητής Οδυσσεύς εστάθη κρατώντας το σκήπτρο και παρ΄αυτόν η γλαυκώπις Αθηνά ειδομένη σαν κήρυκας να σιωπά τον λαόν διέταξε, για να ακούσουν τον λόγον του και την βουλή του καλά να στοχασθούν, κι αυτός καλόφρων για κείνους αγόρευσε και ματαείπεν. ΣΤΙΧ.170-335

 Η Διογέννητη Ελένη τον παρουσιάζει στον Πρίαμο που την ρωτά.

« Ειπέ μου τώρα και γι΄αυτόν εδώ φίλον τέκνον ποιος είναι. Μείων μεν στην κεφαλήν από τον Αγαμέμνονα Ατρείδη είναι, ευρύτερος δε στους ώμους και τα στέρνα σαν να φαίνεται. Τα όπλα του κοίτονται στην γή την πολυτρόφο κι αυτός ως μπροσταρόκριος επιθεωρεί τους στιχημένους άνδρες.

Με ένα κριάρι εγώ αυτόν παρομοιάζω πυκνόμαλλο που διέρχεται από μέγαν ποίμνιον άσπρων προβάτων.»

« Αυτός πάλιν ο Λαερτιάδης ο πολύ συνετός Οδυσσέας, ο οποίος ετράφη στην δήμο Ιθάκης, της απόκρημνης, που γνωρίζει παντοίους δόλους και σκέψεις πυκνές.»

Στην Ελένη απαντά ο Αντήνωρ που θυμήθηκε τον Οδυσσέα όταν ήρθαν με τον Μενέλαο στο μέγαρο. Ο Μενέλαος υπερείχε στους ευρείς ώμους αλλά ο Οδυσσέας ήταν ο σεβασμιώτερος. Ο μεν Μενέλαος επιτροχάδην αγόρευε, λίγα μεν αλλά με πολύ λιγυρή φωνή. Αλλά όταν ο πολύ συνετός Οδυσσεύς  σηκωνόταν στεκόταν, χαμόβλεπε, στην γήν έχοντας τα όμματα μπηγμένα, και το σκήπτρον ούθτε οπίσω ούτε μπρός έσειεν αλλά ευσταθές το είχε, με αδαή άνδρα μοιάζοντας. Αλλ΄όταν φωνήν μεγάλην εκ του στήθους έβγαζε και έπη με νιφάδες μοιάζοντας χειμερινές, άλλος βροτός έπειτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον Οδυσσέα και τότε δεν μας ένοιαζε το παρουσιαστικό του.»

 ΡΑΨ. Γ  ΣΤΙΧ. 191-224
 Οργάνωσε επίσης την  μονομαχία του Πάρη και του Μενέλαου  μαζί με τον Εκτορα  ΣΤΙΧ. 314
Στην ΡΑΨ. Δ  ο Οδυσσεύς χολωθείς από τον θάνατο του Λεύκου τον εσθλόν εταίρον σκοτώνει τον νόθο γιό του Πρίαμου τον Δημοκόωντα. ΣΤΙΧ.494-499

 Στην ΡΑΨ. Η  προσφέρεται να μονομαχήσει με τον Εκτορα. ΣΤΙΧ.168

Στην ΡΑΨ Θ, όταν ό Αγαμέμνων θέλει να εμψυχώσει τούς Αχαιούς, πηγαίνει στο πλοίο τού Οδυσσέως πού τον άκουγαν όλοι επειδή ήταν στη μέση.
Στην ΡΑΨ. Ι πηγαίνει στον Αχιλλέα μαζί με τον Φοίνικα και τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και τους κήρυκες Οδίο και τον Ευρυβάτη για να τον  πείσουν  να επανέλθει στην μάχη, Αχιλλέα με τις προσφορές του Αγαμέμνονα .

Είναι ικανότατος στο λόγο και την πειθώ και αυτή του η ικανότητα είναι απολύτως απαραίτητη για να μεταπείσει έναν θυμωμένο και πληγωμένο στην υπερηφάνειά του ήρωα, όπως είναι ο Αχιλλέας.

 Ο Λόγος Οδυσσέα   εδώ είναι καταπληκτικός, με πειθώ, διπλωματία προσπαθεί να ξυπνήσει όλα τα συναισθήματα στον Αχιλλέα, υπενθυμίζοντας του  τα λόγια του Πηλέα , όταν ο Αχιλλέας εγκαταλείπει τη Φθία, τονίζει τη σημασία της αυτοσυγκράτησης σε συνδυασμό με τη νηφαλιότητα. ΣΤΙΧ 225- 306).

 Ο Οδυσσέας και σε κατασκοπευτική αποστολή .MY NAME IS ODYSSEY, ODYSSEY LAERTIADIS

Κατά την  Βραδυνή Συνεδρίαση των Αχαιών , στη ΡΑΨ Κ της Ιλιάδος όπου αποφασίστηκε να στείλουν κατάσκοπους στο Τρωικό στρατόπεδο, εθελοντές είναι ο Διομήδης ο οποίος διάλεξε  τον  Οδυσσέα να πάει μαζί του  ., απευθύνοντας του   τα εξής λόγια.

« Αν με κελεύετε τον εταίρο μου να διαλέξω, πως θα λάθευα εγώ για τον θεικό Οδυσσεά, του οποίου πρόφρων η καρδιά και η ψυχή ανδρεία σε όλους τους πόνους, τον αγαπά η παλλάς Αθηνά.

Τούτος αν με ακολουθούσε και από τις φλόγες του πυρός οι δυό μας πίσω θα γυρίζαμε, επειδή πολλά γνωρίζει και νοεί.»

Σε αυτόν προσείπεν ο πολύπαθος θεικός Οδυσσεύς. « Τυδείδη , μήτε εμέ πολύ να επαινής μήτε να ψέγης, γιατί αυτά είναι γνωστά στους Αργείους που αγορεύεις. Αλλά πάμε γιατι η νύκτα τελειώνει, εγγύς η αυγή, τα άστρα έχουν προσωρήσει, παρωχημένη πλέον η νύκτα κατά δύο μοίρε, η Τρίτη δε μοίρα υπολείπεται.»
Ενώ ξεκινούν με τον Διομήδη, «ως δύο λέοντες μέσα στην μελανήν νύχτα»  άκουσαν την κλαγγή ενός   ερωδιού, που το έστειλε η Αθηνά για να δηλώσει την παρουσία της . Ο Οδυσσέας χάρηκε και προσευχήθηκε στην θεά.

« Ακουσέ με, τέκνο του Διός, του αιγιδοφόρου, συ πάντα σε όλους τους κόπους μου παρίστασαι, και δεν με λησμονείς όταν κινούμαι. Τώρα πάλι παρά πολύ να μου σταθεί, Αθηνά και δώσε πίσω στις ευκλεείς νήες ν΄αφιχθώ, αφού θα έχουμε πράξει μέγα έργο, των Τρώων  μέλημα.»  ΣΤΙΧ.230-254

 Ο  Μηριόνης , γυιός του Μόλου δίνει το δερμάτινο κράνος με τα δόντια αγριόχοιρου, στον Οδυσσέα. Ο  Αυτόλυκος παππούς του,  το  είχε πάρει κάποτε από το σπίτι του πατέρα του Φοίνικα, Αμύντορος.  ΣΤΙΧ. 260-271
Και ο Εκτωρ στέλνει κατάσκοπο, τον Δόλωνα, στα πλοία των Αχαιών  Ο Διομήδης και ο Οδυσσέας  τον συλλαμβάνουν  και μαθαίνουν από αυτόν πως ο Θράκας βασιλιάς Ρήσος, ήρθε να βοηθήσει του Τρώες Μπήκαν κρυφά στο εχθρικό στρατόπεδο κι αφού σκότωσαν το Ρήσο το βασιλιά της Θράκης του έκλεψαν τα περίφημα άλογά του.
 Από αυτόν πήραν τους   μεγίστους ιππους, λευκότεροι και από το χιόνι, που τρέχουν με τους ανέμους όμοιοι .
Και είπε ο Νέστωρ μόλις τους είδε να επανέρχονται μαζί τους στο στρατόπεδο των Αχαιών, στιχ. 544.

 « Για πές μου πολυέπαινε Οδυσσέα, μέγα κύδος των Αχαιών, πως τούτους τους ίππους λάβατε καταδυθέντες στον όμιλο των τρώων, ή κάποιος σε σας πόρισε θεός προβάλλοντας εμπρός σας. Τρομερά με τις ακτίνες μοιάζουν του Ηλιου. Ουδέποτε τέτοιους ίππους είδα ούτε αντίκρυσα ποτέ. Κάποιος θεός σας τους πόρισε, γιατί αμφότερους σας αγαπά και ο νεφεληγερέτης Ζεύς και η κόρη  του η γλαυκώπις Αθηνά»

 Στην ΡΑΨ. Λ,
Ο Εκτορας που με την βοήθεια του Διός σκότωσε πολλούς από τους ηγεμόνες των Δαναών και τις κάρες των λαών δάμαζε , και αφού τραυματίζεται ο Αγαμέμνων, ο Οδυσσέας καλεί τον  Τυδείδη για να προστατεύσουν τις νήες και του λέγει « Τυλείδη τι πάθαμε και λησμονήσαμε την θούριαν αλκή μας. Ελα εδώ φίλε κοντά μου …»
Ορμά ο Εκτορας εναντίον τους και προσπαθούν να τον αποκρούσουν και ο Διομήδης   ρίχνει μακροίσκιωτον έγχος που χτυπά στην περικεφαλαία που του είχε πορίσει ο Φοίβος Απόλλων  και εμποδίζει τον Εκτορα από τον θάνατο. Ο Πάρις όμως τραυματίζει στο πόδι τον Διομήδη, και ο ένδοξος στο δόρυ  Οδυσσεύς εγγύς τούτου ελθών τον πηγαίνει προς τις νήες.  Απεμονώθη όμως γιατί ουδέ κάποιος σ΄αυτόν Αργείος παρέμεινε, επειδή φόβος κατέλαβε πάντας και αγανακτισμένος τότε είπε προς τη μεγάλη του καρδιάν.
«Ωχ, εγώ τι θα πάθω. Μέγα κακόν αν φύγω από τρόμο  μπροστά στο πλήθος αλλά και πιο φοβερά αν σκοτωθώ μόνος, τους άλλους Δαναούς φευγάτισεν ο Κρονίων. Αλλά γιατί αυτά τα διαλογίζεται η ψυχή μου; Γιατί γνωρίζω ότι οι δειλοί απέχουν του πολέμου, όποιος όμως αριστεύει στην μάχην αυτός πιο πολύ χρέος να στέκεται κρατερά είτε βληθή είτε και βάλη άλλον.» και ενώ αυτά σκεφτόταν κατά φρένα και κατά θυμόν οι στιχημένοι Τρώες ήρθαν με τις Ασπίδες και τον έκλεισαν στην μέση.

Όπως όταν σε κάπρο γύρω κύνες και θαλεροί νέοι σπεύδουν, και αυτός βγαίνη από βαθύ δάσος, και εκείνοι γύρω του ορμούν, γύρω από τον Οδυσσέα, τον αγαπητό του Διός έσπευδαν .

Εκείνος τον άμωμο Δηιοπίτη έπληξε στον ώμο, σκότωσε τον Θόωνα και έννομο, τον Χερσιδάμαντα και τον Ιππασίδη Χάροπα. Ετρεξε ο Σώκος και στάθηκε εγγύς του και του είπεν « Οδυσσέα πολυδοξασμένε, στους δόλους αχόρταγε και στις καταπονήσεις, σήμερον ή θα καυχηθής για τους Ιππασίδες, τέτοιους άνδρες έχοντας σκοτώσει και τα όπλα τους παίρνοντας, ή από το δόρυ μου χτυπηθείς την ζωή σου θ΄απολέσης.» Ετσι είπε και έπληξε την ισόκυκλην ασπίδα και το δυνατόν έγχος του τρύπησε τον θώρακα και έγδαρε το δέρμα , αλλά δεν άφησε η Αθηνα στα σπλάχνα να φθάση του ανδρός. Ετσι δεν είχε έρθει το καίριο τέλος του Οδυσσέα, ο οποίος με το δόρυ του ρίχνει καταμεσής τελικά τον Σώκο.

 Φώναξε τρίς τους εταίρους του και άκουσαν αυτόν ο Μενέλαος που μαζί με τον Αίαντα τρέχουν να τον  βοηθήσουν « Γιατί φοβάμαι μη πάθη τίποτα από τους Τρώες απομονωθείς ας είναι και γενναίος, και ποθητός στους Δαναούς (σαν λείψη) γίνει.¨ ΣΤΙΧ.260-471

 Στην ΡΑΨ.Ξ Ο Αγαμέμνων προτείνει για 3η να φύγουν και όταν  συνάντησε τον Νέστορα φωνάζοντας προσείπεν « …Δέος με πιάνει μη και τελέση το έπος του ο δυνατός Εκτωρ, ως κάποτε επαπείλησε στους Τρώες αγορεύων να μη γυρίση πριν με πύρ τις νήες εμπρήση, αποκτείνη δε όλους εμάς……..ούτε το τείχος χρησίμευσε που φτιάσαμε ούτε η τάφρος που τόσα έπαθαν οι Δαναοί και ήλπιζαν ότι άρρηκτο και ασφάλεια νηών και ημών αυτών……..Εμπρός λοιπόν τις νήες να έλκωμε και στα ανοικτά με τις άγκυρες ας μεθορμίσουμε…..γιατί ντροπή δεν είναι ν΄αποφύγη κανείς το κακό παρά να αφανισθή.»

Αυτόν υπόδρα ιδών προσείπε ο συνετός Οδυσσέας, αντιδρώντας« Ατρείδη, Ποίον σε έπος φύγεν έρκος οδόντων…,,»

« Ατρείδη, ποιο έπος σου έφυγεν έρκος οδόντων, ολέθριες, ώφειλες άλλου άτιμου στρατού να ήσουν κυβερνήτης και ούτε σε μας ν΄ανάσσης…… Ετσι λοιπόν θέλεις των Τρώων την πόλι νε τις ευρείες αγυιές να εγκαταλείψης, ένεκα της οποίας βασανιζόμαστε με κακά πολλά.  Σίγα, μήπως και κάποιος άλλος των Αχαιών τούτον ακούση τον μύθο, που καθόλου από στόμα ανδρός δεν θα έβγαινε που μυαλωμένα θα ήξερε να μιλά και θα είχε σκήπτρο…..

Η δική σου βουλή θα μας καταστρέψει , αργηγέ λαών.» ΣΤΙΧ.40-102

 Στην ΡΑΨ. Τ  βλέπουμε ένα Οδυσσέα αφενός στοργικό απέναντι στον Αχιλλέα που του προτείνει να φάη πρώτα πριν κατέβη στην μάχη , αφετέρου φαίνεται να είναι πολύ ικανοποιημένος  με τον Αγαμέμνωνα που επιτέλους κατάλαβε την αλαζονεία του και παρόλο που τον σεβόταν δεν ήταν καθόλου υποτελής και δουλικός μαζί του. Βλέπουμε ένα δίκαιο, συνεργάσιμο άνθρωπο χωρίς καθόλου έπαρση και εμμονή με το εγώ του.  Ο Οδυσσέας  μετά τον λόγο του Αγαμέμνωνα  και τις εξηγήσεις που δόθηκαν ανάμεσα σε αυτόν και τον Αχιλλέα ,μιλά στον άνακτα των λαών να είναι πλέον δικαιότερος  στους άλλους και ότι δεν είναι  απρεπές για έναν βασιλιά να αναγνωρίζη το λάθος του και να καταπραύνη αυτόν που αδίκησε . Ζήτησε να φέρει ευθύς αμέσως στην σκηνή τα δώρα για να ικανοποιηθή και ο Αχιλλέας και τον συμβούλεψε να μην πάη νηστικός στην μάχη  « Αχιλλέα, του Πηλέως γιέ, ο πιο ανδρειωμένος των Αχαιών, καλλίτερος και γενναιότερος από μένα όχι λίγο στο έγχος, όμως εγώ από σένα στην νόηση θα πρόβαλα γιατί πρότερος από σε γεννήθηκα και πλείονα γνωρίζω…..»ΣΤΙΧ.154-250
ΡΑΨ.Ψ  Στην αλγεινήν πάλη, στους αγώνες που έγιναν προς τιμήν του Πατρόκλου. ο Αχιλλέας δ΄αίψα, άλλα τρίτα κατέθεσεν έπαθλα, δείχνοντάς στους Δαναούς και στον νικητή μέγα τρίποδα που μπαίνει στη πυρά. «Ας σηκωθούν αυτοί που θα δοκιμαστούν σε τούτο τον αγώνα» είπε και ωρθώθηκε ο Τελαμώνιος Αίας και ο πολύ συνετός Οδυσσεύς, τεχνάσματα γεμάτος, κι αφού ζώστηκαν οι δυό τους έβησαν στο μέσον του κύκλου,αλληλοαγκαλιάσθηκαν με τα στιβαρά τους χέρια , όπως τα λοξά ξύλα στέγης, που ξακουστός άρμοσε τέκνων σε δώμα υψηλό, την βία των ανέμων ν΄αποφύγη. Και ενώ άφθονος ιδρώτας κατέρρεεν και πυκνές  σμώδιγγες (μελανιές) στα πλευρά τους και τους ώμους, ούτε ο Οδυσσεύς δύνατο να τον κλονίση ούτε να τον ξαπλώση, ούτε ο Αίας δύνατο , γιατί κρατερήν ισχύν είχεν ο Οδυσσεύς, που όμως τον δόλον δεν ξεχνούσε και όπως πήγε να τον σηκώση τον κτύπησε στο γόνατο και του έλυσε τα μέλη.  Η νίκη τελικά ανήκε και στους δύο και έπαθλα ίσα πήραν. ΣΤΙΧ.700-735
Στην συνέχεια , στον αγώνα του Δρόμου ταχύτητος, όπου διαγωνίσθηκαν του Οιλέως ο ταχύς Αίας, ο γιός του Νέστορος ο Αντίλοχος και ο Οδυσσέας που ήταν τελικά  ο  νικητής .Το έπαθλο ήταν ένας  όμορφος κρατήρας που έφτιαξαν οι Σιδώνιοι. Στην αρχή ξεχώρισε ο Οιλιάδης, και στο κατόπιν έτρεχεν   ο θεικός Οδυσσέας, πολύ κοντά, όσο καλλίζωνης γυναίκας από το στήθος είναι η βέργα , που με τα χέρια της καλοτεντώνει το υφάδι τραβώντας από το στημόνι, και κοντά την κρατεί στο στήθος. Τόσον ο Οδυσσεύς έτρεχεν εγγύς, και όπισθεν στα ίχνη του πατούσε πριν απλωθεί η σκόνη γύρω, και παρακαλούσαν οι Αχαιοί προς την νίκη καθώς φερόταν και να σπεύδη πολύ τον παρακαλούσαν. Και αυτός μέσα στον νού του προσευχήθηκε στην Θεά Αθηνά « Ακουσέ με θεά, αγαθή ελθέ μου επίκουρος στα πόδια» Τον άκουσε η Παλλάς Αθηνά και τα μέλη του έκανε ελαφά, τα πόδια και τα χέρια, και ο Αίας πάνω που θα πηδούσαν στο έπαθλο ωλίσθησε, γιατί τον έβλαψε η Αθηνά και έπεσε πάνω σε κόπρο μυκωμένων βοδιών. « Ω πόποι, μου μπέρδεψε η θεά τα πόδια, αυτή που πάντα σαν μητέρα στον Οδυσσέα παρίσταται και είναι αρωγός του.» είπε πικραμένος και οι Αχαιοί γέλασαν με την καρδιά τους. ΣΤΙΧ.740-784

Ο  Αντίλοχος πήρε το τελευταίο έπαθλο και μειδιών είπε στους Αργείους. « Αν και το ξέρετε, θα το πώ φίλοι, πως ακόμη και τώρα οι αθάνατοι τιμούν τους παλαιότερους ανθρώπους. Γιατί ο Αίας από εμένα ολίγον προγενέστερος είναι, αυτός  (ο Οδυσσέας) όμως εκ προτέας γενεάς και προτέρων ανθρώπων  Ωμογέρων (ακμαίος γέροντας) λώς ότι είναι. Δύσκολο στα πόδια του να παραβγούν οι Αχαιοί , εκτός του Αχιλλέως.»  *** Ωμογέρων =ο άγουρος γέροντας. Από αυτή την λέξη συνάγεται ότι ο Οδυσσέας στο τέλος του Τρωικού πολέμου πρέπει να ήταν στην ηλικία 40  και κάτι  ετών οπότε επέστρεψε στην Ιθάκη στην ηλικία περίπου 50 χρονών. ΣΤΙΧ.785-792
 
ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΣΤΟ FONTAINEBLEAU ,PARIS   Petitot  1819

 
 
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΗΝ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΙΑΝΤΑ ΤΟΝ ΤΕΛΑΜΩΝΙΟ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΗΡΥΚΕΣ ΤΟΥ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝΑ
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου